Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

Ελένη Τοπαλούδη καλό σου ταξίδι

Σήμερα ένα νέο κορίτσι κηδεύτηκε, μαζί με τα ανεκπλήρωτα όνειρα του και τα τα νιάτα του. Σήμερα μια μάνα σπάραξε και με πόνο ψυχής, συνόδευσε το λατρεμένο της κοριτσάκι στην τελευταία του κατοικία, που το ανάγκασαν κάποια κτήνη να πάει πριν την ώρα της. Σήμερα ένας πατέρας θρηνεί και δεν μπορεί ακόμα να πιστέψει το κακό που τους βρήκε. Συγγενείς, γνωστοί και φίλοι της Ελένης δεν μπορούν να συγκρατήσουν, τον πόνο και την οργή τους. Ο κόσμος έχει εξοργιστεί τόσο πολύ και οργή λαού φωνή Θεού. Επίσης σήμερα είδαμε δηλώσεις υπεράσπισης από τους δικηγόρους των {ανθρώπων}που ομολόγησαν πως έστειλαν το κοριτσάκι στον τάφο. Λυπήθηκα πολύ που είδα πως υπάρχουν δικηγόροι να τους υπερασπίσουν. 

Κύριε Δημητριάδη θα αναφερθώ σε σένα επειδή σε γνωρίζω, με τι ψυχή θα υπερασπίσεις κάποιον που κατηγορείται για ένα τόσο μεγάλο και άδικο έγκλημα; Ξέρω την απάντηση, είναι η δουλειά σας αυτή, ναι ωραία. Αλλά τα λεφτά που θα πάρεις, μυρίζουν αίμα, πόνο, αδικία, αγανάκτηση και θυμό, θα μπορέσεις να κοιμάσαι ήσυχος τα βράδια; Σε γνώρισα δίκαιο άνθρωπο και ομολογώ πως αιφνιδιάστηκα όταν άκουσα το όνομα σου. Παραιτήσου για να έχεις ήσυχη την συνείδηση σου, υπάρχει και Θεός και το άδικο δεν το θέλει, μην βοηθήσεις να βγουν έξω στην κοινωνία τέτοια κτήνη, γιατί θα το ξανακάνουν.

Δεν θα αναφερθώ στους τιποτένιους εγκληματίες, απαξιώ να μιλήσω για σκουπίδια. Ένα μόνο θα πω, να ξέρετε όσο και να  ανασκευάσετε, όσο και αν αλλάξετε το σενάριο της δολοφονίας,  όσο και να το παίξετε τρελίτσα έχετε γραφτεί στις μνήμες των ανθρώπων και του Θεού. Καλό  ταξίδι στον κόσμο των αγγέλων Ελένη. Τα θερμά μου συλλυπητήρια στους γονείς, συγγενείς και φίλους-ες της Ελένης.

Μύριαμ Κ.Ρόδος

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2018

Η νεραϊδοπαγίδα της αγάπης

Μια φορά και ένα καιρό σε ένα όμορφο μέρος ζούσαν οι νεραϊδούλες. Κανείς δεν τις έχει δει ποτέ, ούτε και γνώριζαν την ύπαρξη της νεραϊδοχώρας τους. Όμως, ούτε και αυτές είχαν φύγει ποτέ σε κάποιο μακρινό μέρος. Η μεγάλη νεράιδα, απαγόρευσε ρητά σε όλες τις νεραϊδούλες να απομακρυνθούν και να πάνε οπουδήποτε.  Δεν ήταν κακιά, ούτε τύραννος, απλά ήθελε να τις προστατέψει από τους ανθρώπους. Καμιά φορά, την ρωτούσαν οι νεραϊδούλες με απορία, μα γιατί  δεν μας επιτρέπεις, να πάμε λίγο παραπέρα από τον δικό μας τόπο; Τότε, εκείνη θύμωνε που δεν την εμπιστευόντουσαν, έπαιρνε ένα ύφος σαν να τους έλεγε, μα εγώ το κάνω για το καλό σας.

 Η αρχηγός των νεράιδων, τους είχε επιτρέψει να πηγαίνουν σε ένα κοντινό δασάκι μόνο, που είχε πολλά ποτάμια. Επίσης τους είπε, όταν βλέπετε παιδιά, σας επιτρέπω να εμφανίζεστε μπροστά τους και αν θέλετε, να πιάνετε μαζί τους κουβέντα. Τα παιδιά, είναι αγνά είπε,  και δεν θα σας προδώσουν ποτέ. Μείνετε μακριά, από τους μεγάλους ανθρώπους όμως. Γιατί δεν ξέρετε με ποιον έχετε να κάνετε. Οι άνθρωποι, είναι παράξενοι, ύπουλοι και κακοί. Όχι όλοι, μα οι περισσότεροι είναι πανούργοι. Αυτό συμβαίνει, γιατί δεν μπορούν να δεχτούν ότι είμαστε διαφορετικά πλάσματα. Πέρασε ο καιρός και οι νεραϊδούλες βάδιζαν στους νόμους και τις συμβουλές της μεγάλης νεράιδας που ήταν σοφή.

Ένα πρωινό πέταξαν για την συνηθισμένη βόλτα τους, δυο μικρές νεραϊδούλες που ήταν  πολύ φίλες. Τους άρεσε, να πηγαίνουν κάθε πρωί στο δάσος και να κάθονται, στις όχθες ενός μικρού ποταμού. Πολλές φορές έβλεπαν τουρίστες να έρχονται και τότε γινόντουσαν αόρατες. Αν είχαν μαζί τους παιδιά περίμεναν καρτερικά να τα ξεμοναχιάσουν και να τους μιλήσουν. Τρελενόντουσαν να μιλάνε με αυτά τα αγνά και άκακα πλασματάκια. Τους άρεσε η παιδική αφέλεια, ο θαυμασμός προς αυτές και οι αφελείς ερωτήσεις τους. Πως μπορείτε και πετάτε; πως εξαφανίζεστε; γιατί δεν μπορεί να σας δει η μαμά μου; Αυτές, ήταν μερικές από τις ερωτήσεις, που τους έκαναν τα παιδιά. Όμως εκτός τις ερωτήσεις, πολλές φορές τους ζητούσαν να πραγματοποιήσουν τις ευχές τους. Οι νεράιδες αν περνάει από το χέρι τους πάντα πραγματοποιούν τις ευχές των παιδιών μα και των μεγάλων, φτάνει να είναι μέσα από την ψυχή τους και να είναι για καλό σκοπό.

Οι  νεραϊδούλες λοιπόν, πήγαν  στο δασάκι,  αλλά ήταν αόρατες για να μην τις δουν. Απλά έκαναν βόλτα και έπαιζαν μέσα στο δάσος. Ξαφνικά, βλέπουν έναν άνθρωπο να είναι ξαπλωμένος. Πλησίασαν γρήγορα, να δουν από κοντά, τι συμβαίνει. Τότε, είδαν ένα όμορφο νεαρό αγόρι, να κοιμάται του καλού καιρού. Οι νεραϊδούλες γέλασαν και αποφάσισαν να τον  πειράξουν για να γελάσουν. 

Μεταμορφώθηκαν σε έντομα και άρχισαν να τον τσιμπούν για να τον ξυπνήσουν. Εκείνος πράγματι ενοχλήθηκε από το ζουζούνισμα και έκανε γκριμάτσες δυσαρέσκειας, έκαναν πολύ γέλιο, τα ζουζουνιάρικα νεραϊδάκια. Από εκείνο το πρωινό, πήγαν αρκετές φορές και όταν τον συναντούσαν, τον πείραζαν με διάφορους τρόπους. Ώσπου μοιραία η μια νεραϊδούλα τον ερωτεύτηκε τρελά. Δεν μπορούσε να περάσει μια μέρα, που να μην τον δει. Έτσι κάποια στιγμή, παραβίασε τους κανόνες και εμφανίστηκε στον νεαρό.  Μίλησαν αρκετή ώρα και εκείνος έμοιαζε να γνώριζε την ύπαρξη της. Γιατί, δεν έδειξε να εκπλήσσεται καθόλου. Έτσι η μικρή και απονήρευτη νεράιδα, πήγαινε καθημερινά εκεί και αυτός επίσης δεν έχανε μέρα που να μην πάει. Η αγάπη της άρχισε να φουντώνει και να μην σκέφτεται τίποτα πια, παρά μόνο, πως να είναι μαζί του, περισσότερο χρόνο. Πες και πες λοιπόν, κατάφερε να την καλέσει στο χωριό του, για να της δείξει που μένει. 

 
Τα χαράματα η  Ερατώ, έτσι την έλεγαν, το έσκασε από την μεγάλη νεράιδα και πήγε να βρει τον καλό της. Εκεί όμως την περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Όταν έφτασε στα σύνορα του χωριού, βρέθηκε να είναι κολλημένη σε κάτι περίεργα, ηλεκτρικά καλώδια. Το παράξενο ήταν πως δεν πέθαινε, απλά δεν μπορούσε ούτε να μεταμορφωθεί αλλά ούτε και να φύγει. Το πλέγμα από τα καλώδια, έγινε η φυλακή της. Εκείνη άρχισε να κλαίει, αυτό ήταν έλεγε, εδώ θα πεθάνω. Πάει έλεγε το όνειρο της αγάπης χάθηκε με τέτοια προδοσία και άρχισε να κλαίει με αναφιλητά. Ο νεαρός, γελούσε ικανοποιημένος που πέτυχε τον σκοπό του. Γιατί αυτός ήταν ο στόχος του, να την κάνει να τον αγαπήσει και να την παγιδεύσει.

Η καλή της φίλη της όμως, είχε καταλάβει τι έτρεχε, μεταξύ της φιλενάδας της και του νεαρού. Όταν είδε ότι νύχτωσε και δεν φάνηκε, άρχισαν να την ζώνουν τα φίδια.  Άλλα ούτε και η μεγάλη νεράιδα ήταν ήσυχη, κάτι την έτρωγε εδώ και καιρό. Σαν είδε πως η νεραϊδούλα δεν φάνηκε, άρχισε να ανησυχεί και να λέει στις φίλες της, να ψάξουν να την βρουν. Η φίλη της νεραϊδούλας κάποια φορά κρυφάκουσε και άκουσε τον νέο να λέει, προς τα που είναι το χωριό του και χωρίς κανένα δισταγμό,  ξεκίνησε να την  βρει. 

Όταν έφτασε κοντά στο χωριό, άκουσε τις απελπισμένες κραυγές της. Βοήθεια, βοήθεια, τρέχει αμέσως  να την βοηθήσει και χωρίς να καταλάβει τι γίνεται κολλάει και αυτή στο συρματόπλεγμα. Σε λίγη ώρα, εμφανίστηκε ένας γέρος, με καμπούρα και γαμψή μύτη, κρατούσε ένα μπαστούνι και κούτσαινε ελαφρά, ήταν μαζί με τον νεαρό. Να εδώ είναι, είπε στον γέρο ο νεαρός και κοίταξε πάνω στο συρματόπλεγμα. Α!!!! έβγαλε ένα επιφώνημα χαράς, σαν  είδε και την δεύτερη νεράιδα, πρέπει να μου δώσεις τα διπλά από αυτά που συμφωνήσαμε, γιατί σου έχω δυο νεράιδες για το τσίρκο σου. Έτσι, πότε ψιθυρίζοντας  και πότε μιλώντας μεγαλόφωνα, έφυγαν για λίγο, παζαρεύοντας την ελευθερία τους. 

Η Ερατώ δεν σταμάτησε να κλαίει και να καλεί σε βοήθεια. Ώσπου πάνω στην ταραχή της και στην προσπάθεια της να ελευθερωθεί, έσπασε το αριστερό της φτερό. Η φίλη της την κοιτούσε ανήμπορη, δεν μπορούσε να την  βοηθήσει. Το μόνο που τις έλεγε ήταν,  μην κουνιέσαι Ερατώ θα τραυματιστείς. Η Ερατώ φανερά εξαντλημένη και απογοητευμένη, λιποθύμησε. Η άλλη νεράιδα όμως, σκεφτόταν όλη αυτή την ώρα, πως θα ελευθερωθούν και ξαφνικά, τα μάτια της έλαμψαν από χαρά. Το βρήκα το βρήκα είπε, η Ερατώ άνοιξε για λίγο τα μάτια, αλλά δεν είχε κουράγιο ούτε να μιλήσει. 

Θυμάσαι, συνέχισε να λέει η φίλη της Ερατώς, το ξόρκι κινδύνου που μας έμαθε η μεγάλη νεράιδα; Η Ερατώ άνοιξε διάπλατα τα μάτια της, που έλαμψαν από ελπίδα. Ναι το θυμάμαι, της απάντησε. Άκου, θα κλείσουμε τα μάτια μας για να συγκεντρωθούμε και θα μετρήσω μέχρι το τρία και τότε θα αρχίσουμε να το λέμε ταυτόχρονα. Έτσι άρχισαν να μετράνε και να να λένε δυνατά το ξόρκι. Σαν τέλειωσαν, άνοιξαν γρήγορα τα μάτια τους και τότε είδαν έναν πυκνό κόκκινο καπνό, να στροβιλίζεται γύρω τους και να σηκώνεται ως τον ουρανό. 

Η μεγάλη νεράιδα, είδε αμέσως τον καπνό και κατάλαβε πως κινδύνευαν τα κορίτσια της. Φώναξε γρήγορα κοντά της, όλες τις νεραϊδούλες και πέταξαν να τις βρουν. Μόλις έφτασαν κοντά και είδε τι συμβαίνει, είπε στις υπόλοιπες νεράιδες να σταματήσουν εκεί, γιατί υπήρχε νεραϊδοπαγίδα. Τότε πλησίασε  εκείνη μόνη της,  έβγαλε ένα μικρό ροζ μπουκαλάκι και άρχισε να ψεκάζει το πλέγμα, λέγοντας συγχρόνως και τα μαγικά λόγια. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, τα κορίτσια ελευθερώθηκαν. Η Ερατώ μόνο έπεσε κάτω, γιατί είχε χάσει το ένα φτερό της στην προσπάθεια της να ελευθερωθεί. Όμως με την βοήθεια των άλλων νεραϊδών πέταξαν μακριά από αυτό το καταραμένο μέρος. 

Αφού έφτασαν με ασφάλεια στην νεραϊδοχώρα, η μεγάλη νεράιδα, φανερά ανακουφισμένη που έσωσε τα κορίτσια της, τους είπε. Βλέπετε τώρα τον λόγο που σας απαγόρευσα να πετάτε μακρυά από εδώ; θυμάστε που σας είπα, να μην έχετε εμπιστοσύνη στους μεγάλους ανθρώπους; Η Ερατώ έκλαιγε συνέχεια, για την ανοησία της να αγαπήσει έναν άνθρωπο, αλλά και που έσπασε το φτερό της και δεν θα μπορούσε να πετάξει πια. Η μεγάλη νεράιδα, πήγε κοντά της και την αγκάλιασε. Σώπα, μην κλαις τέλειωσε, τώρα είσαι ασφαλής μαζί μας. Όσο για το φτερό σου, μην ανησυχείς, για λίγο καιρό μόνο δεν θα πετάς, γιατί σύντομα θα βγάλεις άλλο. Από εκείνη την ημέρα και μετά, καμιά νεραϊδούλα δεν  παραπονέθηκε στην μεγάλη νεράιδα, γιατί κατάλαβαν πόσο τις αγαπούσε και πως ήθελε μόνο το καλό τους. Και έτσι έζησαν καλά οι νεραϊδούλες μακρυά από τους κακούς ανθρώπους και εμείς καλύτερα που κατάφεραν να σωθούν.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Τρίτη, 31 Ιουλίου 2018

Μάτι οι νεκροί ζητούν δικαίωση



Ποιος είσαι εσύ που στέρησες τις ζωές τόσων ανθρώπων; Που χώρισες έτσι βίαια τους γονείς από τα παιδιά τους; τα παιδιά από τους γονείς τους; τα αδέλφια, τους φίλους.  Ποιος είσαι εσύ που έντυσες στα μαύρα ολόκληρη την Ελλάδα και που πενθεί ένας ολόκληρος πλανήτης για τις ζωές αυτές. Ποιος είσαι εσύ που έγινες αιτία να κατασπαράξουν οι πύρινες φλόγες τα κορμάκια αθώων παιδιών και μεγάλων ανθρώπων; Έγινες αιτία να κλαίνε οι ζωντανοί και τους γέμισες με εφιάλτες τα όνειρα, για την υπόλοιπη ζωή τους. Ποιος είσαι εσύ που έσπειρες τόσο πόνο και τόσο μεγάλη καταστροφή; Άδειασες τόσες αγκαλιές και στέρησες για πάντα, ότι πιο όμορφο είχαν στη ζωή. 

Πες μου πως κοιμάσαι; δεν νιώθεις τύψεις καθόλου; Δεν πονάς; Τι κατάλαβες τώρα που χάθηκαν τόσοι άνθρωποι; Κατέστρεψες δέντρα, σκότωσες ζωάκια, περιουσίες μιας ολόκληρης ζωής εξανεμίστηκαν και ξεκλήρισες ολόκληρες οικογένειες. Πραγματικά θα ήθελα να σε κοιτούσα στα μάτια και να σε ρωτήσω ΓΙΑΤΙ; Πως άφησες να γίνει τέτοιο μεγάλο κακό; Αναρωτιέμαι πραγματικά, ποιος είσαι εσύ; και με ποιο δικαίωμα, προξένησες τόσο μεγάλο πόνο στους ανθρώπους. 

Θα σε βρουν οι νεκροί να είσαι σίγουρος, από αυτούς δεν θα γλυτώσεις, τον μαρτυρικό θάνατο που τους υποχρέωσες να υποστούν, θα στον ανταποδώσουν. Γιατί ζητούν δικαίωση, δεν ήταν η ώρα τους να φύγουν, τους υποχρέωσες με την βία, να φύγουν από αυτή την ζωή. Όπου και να είσαι θα σε βρουν, γιαυτό ετοιμάσου. Όμως σε ψάχνουν και οι ζωντανοί, αυτοί που πονάνε, γιατί τους στέρησες ότι πολυτιμότερο είχαν. Η αδικία είναι μεγάλη και το αίμα πολύ, που θα γίνει ποτάμι να σε πνίξει. Εύχομαι να στοιχειώσουν τα όνειρα σου και να μην μπορέσεις ποτέ να βρεις γαλήνη και προπάντων να μην μπορέσεις, να ξανακάνεις κακό σε κανέναν άνθρωπο πια.

Καλό σας ταξίδι αγγελούδια μου και εύχομαι εκεί που θα πάτε, να είναι δροσερά και ήρεμα. 

Ακόμα θα ήθελα να δώσω, θερμά συλλυπητήρια και μια ευχή, να  δώσει ο Θεός υπομονή σε όλους όσους έμειναν πίσω και θρηνούν τους δικούς τους ανθρώπους.  Δεν υπάρχουν λόγια παρηγοριάς να πω στους γονείς που έχασαν τα παιδιά τους, μόνο ένα μεγάλο συγνώμη από όλη την κοινωνία που ήταν ανήμπορη να τα προστατέψει.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2018

Η άσπρη λύκαινα



Μια φορά και έναν καιρό, μέσα  στο δάσος, ζούσε μια ευτυχισμένη πενταμελής οικογένεια. Ο πατέρας η μητέρα και τα τρία παιδάκια τους. Κάθε μέρα, η μητέρα πήγαινε στο δάσος για να βοηθήσει τον άντρα της,  να μαζέψει ξύλα για να ανάψουν φωτιά, να μαγειρέψουν  και να ζεστάνουν τα παιδιά τους. Οι γονείς, τα φρόντιζαν με αγάπη και στοργή και έτσι μεγάλωναν πολύ ευτυχισμένα.



Μια κακιά στιγμή όμως, ήρθε να ανατρέψει αυτή την ευτυχία και να γεμίσει με δυστυχία και απόγνωση τα παιδιά. Εκείνο το απόγευμα, ο ήλιος είχε κρυφτεί και ο ουρανός ήταν  κατάμαυρος, σαν να προμήνυε την δυστυχία που ερχόταν.  Ξεκίνησαν λίγο νωρίτερα, γιατί φοβήθηκαν για βροχή. Η ομίχλη, δυσκόλευε τον πατέρα να οδηγήσει και κάθε λίγο σταματούσε να ελέγξει το δρόμο. Η υγρασία είχε μουσκέψει τα πάντα και οι ρόδες πήγαιναν πέρα δώθε. Το μικρό, σαραβαλιασμένο αμάξι του ζευγαριού, δεν άντεξε την ολισθηρότητα και σε κάποια στροφή,  έπεσε πάνω σε ένα δέντρο και άρπαξε αμέσως φωτιά. Οι γονείς, κάηκαν μέσα σε λίγα λεπτά, εγκλωβισμένοι και αβοήθητοι. Ένα μαύρο σύννεφο σκέπασε το δάσος, τρομακτικά ουρλιαχτά ακούστηκαν παντού, για λίγα λεπτά και μετά σιωπή. 



Τα παιδιά, που εντωμεταξύ είχαν μείνει μόνα τους για αρκετή ώρα, άρχισαν να φοβούνται. Σκοτείνιασε  και μέσα στο δάσος, η νύχτα ήταν τρομακτική, για τα μικρά παιδιά. Οι διάφοροι ήχοι, από τα ζώα και τον αέρα, τα τρόμαζε ακόμα περισσότερο και δεν είχαν συνηθίσει το βράδυ να μένουν μόνα. Το μικρούλι ο Μάριος, άρχισε να κλαίει γοερά, γιατί πεινούσε πολύ. Το μεγαλύτερο παιδί, ο Κωνσταντής δέκα χρονών, προσπάθησε να καθησυχάσει τα αδελφάκια του, αγκαλιάζοντας τα τρυφερά. Πέρασε έτσι όλο το βράδυ και τα παιδιά, αποκοιμήθηκαν αγκαλιασμένα, φοβισμένα και νηστικά. 



Η μητέρα, που τα έβλεπε από τον ουρανό ψηλά, άρχισε να κλαίει και παρακάλεσε τον Θεό, να την αφήσει να γυρίσει κοντά τους. Ο Θεός όμως της είπε, πως δεν μπορεί να γίνει αυτό. Εκείνη, άρχισε να κλαίει και να τον θερμοπαρακαλεί. Ο Θεός τότε της είπε, ωραία θα σε αφήσω να πας κοντά τους, αλλά όχι σαν άνθρωπος, γιατί αυτό είναι αδύνατον. Τα μάτια της γυναίκας άστραψαν από χαρά. Δεν πειράζει, στείλε με με όποια μορφή θέλεις, εγώ θα βρω τρόπο, να φροντίσω τα παιδιά μου, του είπε. 



Την άλλη μέρα το πρωί, τα παιδιά άκουσαν ένα παράξενο γρύλισμα στην πόρτα τους. Ο Μάριος άρχισε να κλαίει φοβισμένα, ο μεγάλος αδελφός, νίκησε τον φόβο του και έπιασε στην αγκαλιά του, το αδελφάκι του. Σώπα, μην φοβάσαι του είπε, δεν είναι τίποτα, κάποιο ζωάκι θα πεινάει. Τα ουρλιαχτά, δεν σταματούσαν όμως και άρχισε και εκείνος, να τρέμει από τον φόβο του. Ξαφνικά, άκουσαν μια γυναικεία φωνή να τους λέει, παιδιά μην φοβάστε, ανοίξτε μου την πόρτα για να μπω. Ο Κωνσταντής, άφησε τον μικρούλη από την αγκαλιά του και μισάνοιξε την πόρτα για να δει ποια μιλούσε, μα τρόμαξε και την ξανάκλεισε αμέσως. Ήταν μια τεράστια, λευκή λύκαινα. Άνοιξε μου Κωσταντή, δεν θα σας πειράξω, το υπόσχομαι. Το παιδί, ξαφνιάστηκε πολύ που άκουσε την λύκαινα να μιλάει, ήξερε πως τα ζώα δεν μιλούν. Η αδελφούλα του η Μαρία, έδειχνε να μην φοβάται καθόλου και τον παρότρυνε, να την αφήσει να περάσει στο σπίτι. Άνοιξε μου σε παρακαλώ, θέλω να σας φροντίσω, είπε πάλι η λύκαινα. Ο Κωνσταντής, δειλά-δειλά, άνοιξε την πόρτα. 



Σαν μπήκε η λύκαινα μέσα, πλησίασε τον μικρούλη, που έκανε χαρές μόλις την είδε, γιατί του φάνηκε σαν παιχνίδι. Μπουσούλισε και εκείνο κοντά της και την κοιτούσε περίεργα. Τότε, φώναξε η λύκαινα την Μαρία και της είπε, έλα να με βοηθήσεις να τον ταΐσω γάλα. Η Μαρία ακολούθησε τις οδηγίες της και με τα μικρά της χεράκια σήκωσε τον Μάριο και τον έβαλε στην κοιλία της, εκείνο άρχισε να θηλάζει αχόρταγα. Αφού έφαγε και χόρτασε, η λύκαινα φώναξε τον Κωσταντή και του είπε να τον βάλει στο κρεβατάκι του. Έπειτα εκείνη έφυγε, άλλα τους είπε πως θα επιστρέψει αμέσως. 



Αφού πέρασε λίγη ώρα, χτύπησε ξανά η πόρτα και η ίδια γνώριμη φωνή, που τους καλούσε να ανοίξουν για να μπει μέσα. Στο στόμα της κρατούσε ένα αυτοσχέδιο πανέρι, που ήταν γεμάτο φρούτα. Τα παιδιά χάρηκαν πολύ και κάθισαν αμέσως να φάνε, όσο περισσότερα μπορούσαν. Αυτό γινόταν κάθε μέρα και τα παιδιά είχαν αρχίσει να δένονται πολύ μαζί της. Εκείνη δεν αρκέστηκε να κουβαλάει μόνο τροφή, αλλά βάλθηκε να τους μάθει τα πάντα. Έτσι όταν έφερνε κανένα άγριο κουνέλι ή καμιά κοτούλα, τους έδινε οδηγίες πως να το καθαρίσουν και πως να το μαγειρέψουν. Καθώς περνούσε ο καιρός, και μεγάλωναν τα παιδιά, έπαιρνε τον Κωσταντή μαζί της για να τον μάθει να κυνηγάει και να μαζεύει χόρτα και φρούτα. Η Μαρία, πήρε την φροντίδα του μικρού, τον τάιζε και τον άλλαζε μόνη της. 



Πέρασαν έτσι τα χρόνια και τα παιδιά μεγάλωσαν αρκετά. Ο Κωνσταντής,  πήγε στο κοντινό χωριό και βρήκε δουλειά σε ένα τσαγκαράδικο. Δεν έπαιρνε πολλά λεφτά, μα τώρα μπορούσε να αγοράσει πράγματα που τους είχαν λείψει. Δούλευε ως το απόγευμα και μετά γυρνούσε πάλι, πίσω στο δάσος στα αδέλφια του. Η λύκαινα όλο αυτό τον καιρό, μάθαινε στα παιδιά ότι ήξερε, τους έδινε γνώση και πολύτιμες συμβουλές. Ήθελε να γίνουν, σωστοί και δίκαιοι, άνθρωποι. Μάλιστα είχε αρχίσει να αραιώνει τις επισκέψεις της αφού τα κατάφερναν μια χαρά.



Ένα απόγευμα καθώς γυρνούσε από την δουλειά ο Κωνσταντής, άκουσε κλάματα. Άνοιξε το βήμα του για να δει τι συμβαίνει και καθώς πλησίασε, ένας κόμπος δέθηκε στον λαιμό του. Η αγαπημένη τους λύκαινα, ήταν αιμόφυρτη,  ξαπλωμένη ανάσκελα και με μισόκλειστα τα μάτια. Τρέχει γρήγορα κοντά της, τι έπαθες καλή μου λύκαινα; ποιος σου το κανε αυτό; Ένας κυνηγός, του είπε εκείνη με δυσκολία, μάλλον φοβήθηκε που με είδε και μου έριξε δυο τουφεκιές. Τα μάτια του Κωσταντή άρχισαν να γεμίζουν δάκρυα, γιατί κατάλαβε πως θα την έχανε. Μην στεναχωριέσαι για μένα αγόρι μου, είπε πάλι με αδύναμη  φωνή. Εμένα, το χρέος μου τελείωσε εδώ, τώρα ξέρω πως θα τα καταφέρετε και θα φύγω ευτυχισμένη, είπε και έκλεισε τα μάτια. Ο Κωνσταντής έκλαιγε απαρηγόρητος, έχασαν ένα σπουδαίο μέλος της οικογενείας τους. 



Σαν πήγε σπίτι είπε το κακό μαντάτο στα αδέλφια του και όλα μαζί, πήγαν να της πουν το τελευταίο αντίο. Την έθαψαν σε μια βελανιδιά από κάτω και κάθε μέρα της έπαιρναν λουλούδια. Μάλιστα σε εκείνο το σημείο βγήκε μια όμορφη τριανταφυλλιά και η Μαρία έκοβε ένα κάθε φορά και το στόλιζε στο σπίτι για να νιώθουν την παρουσία της, έστω και με αυτό τον τρόπο. Και έτσι έζησαν τα παιδιά καλά, συνεχίζοντας την ζωή τους και εμείς καλύτερα, που μάθαμε πόσο δυνατή είναι η αγάπη της μάνας και πως χάρη σε αυτή, κατάφεραν να επιβιώσουν. 


Μύριαμ Κ. Ρόδος

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΜΝΟ Ή ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΑΠΟ ΕΞΩΓΗΙΝΟ ΧΕΡΙ;

Η δολοφονία που δεν ήταν δολοφονία. Ένας νέος άνθρωπος ξεκίνησε για μια βόλτα στο βουνό και κατέληξε να βρεθεί μετά από μέρες νεκρό. Τα σενάρια πολλά, οι αντιφάσεις ακόμα περισσότερες. Ένα βουνό χωρίς δέντρα και δάση, που το έψαξαν, σκύλοι, άνθρωποι, ντόπιοι, ειδικές δυνάμεις, αστυνομία, διασώστες, ακόμα και ελικόπτερο, που πέρασαν από το σημείο πάρα πολλές φορές, ξαφνικά, με το που σταμάτησαν οι έρευνες εμφανίστηκε ως εκ θαύματος. Κάποιοι μίλησαν για καταρράχτες από την βροχή, όσοι μίλησαν φυσικά είναι  ανημέρωτοι και ανίδεοι, αφού δεν ξέρουν την μορφολογία του εδάφους εκεί. Πρόκειται για ένα βραχώδες βουνό, που είναι απότομο και δεν πιάνει  ποτέ, στάσιμα νερά. 

Με την κοινή λογική τώρα να το πάρουμε, πρέπει να έβρεχε μέρες να ήταν ο κατακλυσμός του Νώε και πάλι θα έπνιγε πρώτα τα ζώα που υπήρχαν στους πρόποδες του βουνού, τα οποία είναι μια χαρά και σας χαιρετούν. Έπειτα, όταν βρέθηκε το άτυχο παιδί, δεν έβρεχε, τα βουνά και τα χώματα ήταν στεγνά. Είχε μέρες να βρέξει,  που στο καλό βρέθηκε τοόοσο πολύ νερό ξαφνικά, που θα ήταν ικανό να σηκώσει ένα σώμα τουλάχιστον 70 κιλών; Ακόμα ένα άλλο περίεργο, είναι πως για να βρεθεί εκεί μετά την πτώση ένα σώμα, πρέπει να πετάξει, να εκτιναχθεί,  για να πάει απέναντι, στο σημείο που βρέθηκε.  Για ρίξτε εσείς ειδικοί που ισχυρίζεστε ένα τέτοιο πράγμα, μια κούκλα και δείτε που θα πάει, θα πάει απέναντι σαν να ήταν ιπτάμενο; ή θα πέσει κάτω στους πρόποδες ακριβώς. Εκτός και αν άλλαξαν οι νόμοι της φύσης για την βαρύτητα. Μην πω για τις ίνες από τσουβάλια και τα διάφορα που μας έλεγαν οι (ΕΙΔΙΚΟΙ). 

Υπάρχουν εικόνες και λήψεις από το ελικόπτερο, που είχαν χτενίσει την περιοχή, ακόμα και όταν έπαιρναν συνεντεύξεις, για ζουμάρετε και ξεστραβωθείτε, υπήρχε κανένα παιδί εκεί; Όταν κάνουμε μια τόσο σημαντική έρευνα, που αφορά την ζωή ενός παιδιού, οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί και να ψηλαφίζουμε τα πάντα και να ψάχνουμε τα πάντα. 

 Τελικά θα με κάνετε να πιστέψω πως υπάρχουν ούφο και μάλιστα μεγάλα, που εκτός ότι εξαφανίζουν πτώματα και μετά τα εμφανίζουν, έχουν το ταλέντο, τα μαύρα στρουμφάκια να τα κάνουν ροζ. Ω Ελλάδα τι σαΐνια βγάζεις σήμερα. 

Υ. Γ οι ντόπιοι είναι εξαγριωμένοι και δεν πίστεψαν τα περί χειμάρρου κουραφέξαλα, ούτε και τα περί χτυπήματος που ήταν τάχα εκεί και ήταν αόρατος από τους πάντες. Γιατί αγαπητοί κύριοι μου, οι ίδιοι μαζί με τις ενισχύσεις που ήρθαν,  έψαξαν σπιθαμή προς σπιθαμή στο σημείο, από στεριά και από αέρα,   σε όλο το βουνό και Νικόλας δεν υπήρχε πουθενά. Ααα!! μου είπαν να σας δώσω τα χαιρετίσματα τους. 

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

Το Άγιο κάστανο

Μια φορά και έναν καιρό, σε μια όμορφη και ηλιόλουστη χώρα, εμφανίστηκε ένα μαύρο σύννεφο. Από τότε, τίποτα δεν λειτουργούσε φυσιολογικά, αφού οι άνθρωποι είχαν τρελαθεί. Ξαφνικά στην χώρα αυτή, είχε χαθεί η λογική και οι άνθρωποι άρχιζαν να κάνουν πράγματα χαζά. Ξεκίνησαν να βάζουν άχρηστους βασιλιάδες που  λεηλατούσαν την χώρα. Έπειτα, άρχισαν να χάνουν τις δουλειές  και τα σπίτια τους, αλλά αυτοί όμως, ήταν μες στην τρελή χαρά. Φανταστείτε, πως άρχιζαν να λατρεύουν τους ανθρώπους, που έβλεπαν σε ένα χαζοκούτι και τους έκαναν Θεούς.

 Μετά άρχισαν να λατρεύουν ότι έβρισκαν μπροστά τους. Ένα κάστανο εκείνο τον καιρό, είχε την τιμητική του. Η ιστορία του κάστανου έχει ως εξής: Κάποτε ήταν ένας σπουδαίος μοναχός που αγαπούσε  πολύ τον Θεό, όλη μέρα προσευχόταν και έτρωγε ελάχιστα. Μέσα στην  διατροφή του, πρώτη θέση, είχαν τα φρούτα και τα κάστανα. Έτσι λοιπόν μια μέρα, έβρασε κάστανα για να φάει, όμως ένα κάστανο διέφερε πολύ. Ήταν πιο σκούρο και πιο λαμπερό και λυπήθηκε να το φάει,  το άφησε λοιπόν στην άκρη.  Μα, μέχρι να το αφήσει κάτω, το κάστανο ίδρωνε και ξανά ίδρωνε από την αγωνία. Την άλλη μέρα, πάλι τα ίδια, το έπιασε και αφού  το είδε έτσι λαμπερό, το άφησε πάλι στην θέση του. Η καρδιά του κάστανου, πήγε να σπάσει, ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι από το πρόσωπό του, τα δόντια του τρίζαν από φόβο, μην τυχών το ρίξει στην φωτιά.  Όπως καταλαβαίνετε, αυτό ήταν ένα μαρτύριο για το καημένο το κάστανο και έτσι μάλλον θεωρήθηκε πως μιμήθηκε τους αγίους που μαρτυρούσαν και ορίστε, έγινε και αυτό, το άγιο κάστανο. 

 Σαν πέθανε ο γέροντας, έγινε Άγιος, καθώς είχε ενάρετη ζωή και κάποιοι θέλησαν να επωφεληθούν από αυτό. Έβαλαν τότε μπροστά  το πανέξυπνο μυαλό τους και ως εκ θαύματος, βάφτισαν το καημένο το καστανάκι, Άγιος Κάστανος. Μερικοί έτρεξαν να το προσκυνήσουν, χωρίς να σκεφτούν πως γίνεται ένα κάστανο να κάνει θαύματα. Νομίζω περιμένουν τον Άγιο Κάστανο να τους ρίξει ευχή και να γίνουν καλά ή να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες τους. 

Όπως και να έχει τα πράγματα σε κάποιους έδειχναν λογικά. όπως με τους κακούργους ληστές Βασιλιάδες που έβαζαν, βάζουν και θα βάζουν μέχρι να τους αποτρελάνει σαν χώρα. Αυτά για τον Άγιο Κάστανο, και έτσι ο άγιος Κάστανος έζησε καλά, χωρίς να φαγωθεί και εμείς καλύτερα που ζήσαμε και αυτό το παράλογο. 

Θα έχουν πολλούς λόγους οι μετέπειτα γενιές να μας κοροϊδεύουν. Φανταστείτε τα γέλια τους, μέχρι και πεθαμένους θα αναστήσουν από την πολύ οχλαγωγία και όχι άδικα. 
  Για να μην παρεξηγηθώ, δεν τα έχω με τους Άγιους αλλά με τα παράλογα που σκέφτονται κάποιοι και εκθέτουν την πίστη μας.

Μύριαμ Κ. Ρόδος


Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

ΟΙ ΣΚΑΝΤΑΛΙΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡ ΜΙΧΑΛΗ

-Μωρή Ευτέρπηηη έλα έξω να σου πω τα νέα να φρίξεις
-Τι είναι κυρά Κατίνα; τι έμαθες πάλι έχουμε κανένα καλό νέο;
-Τρομερό και τρανταχτό. Άκου ο Μιχάλης της Μαρίας ξεκούτιανε τελείως, τα έφτιαξε με μια μικρούλα  από το Περού.
-Σώπα καλέ αλήθεια; μα αυτός είναι πιο μεγάλος και από τον Καραισκάκη, τι την θέλει την μικρούλα;
-Ε σου λέω μωρή ότι ξεκούτιανε, να φανταστείς θέλει να βγάλει τις μασέλες του και να βάλει φυτευτά δόντια. Είδε η γυναίκα του τα σημάδια αυτά και άλλα πολλά και άρχισε να τον παρακολουθεί. Άσε που πήρε την κολόνια της εγγονής του και λούζεται ολόκληρος με αυτή. Βρωμοκοπάει από δέκα χιλιόμετρα.
-Πω πω τι έπαθε η καημένη η Μαρία τώρα στα γερατειά.
-Και να ήταν μόνο αυτό;
-Έχει και άλλα; μα στην ηλικία αυτή σκέφτηκε να ικανοποιήσει τον ανδρισμό του;

Άκου καλά τι έκανε ο γεροξεκούτης. Είχαν στο σπίτι τους δυο γάτες που τις λάτρευαν σαν παιδιά τους, ξαφνικά τη μια την χάσανε. Η Μαρία έφαγε τον κόσμο να την βρει, έψαξε σε όλη την γειτονιά, αλλά άφαντη η γάτα της. Ψες λοιπόν καθώς έβγαζε τα σκουπίδια της, είδε μια σακούλα μέσα δεμένη καλά, με κόμπους, ούτε και εγώ ξέρω πόσους. Αυτό της τράβηξε την περιέργεια και έπιασε αμέσως το μαχαίρι να την ανοίξει. Περιττό να σου πω μωρή Ευτέρπη, το σοκ που έπαθε η γυναίκα.
-Τι είδε κυρά Κατίνα; μην σταματάς, λέγε με έφαγε η αγωνία.
-Κάτσε μωρή να πάρω τον αέρα μου. Άνοιξε που λες την σακούλα και βλέπει μέσα το δέρμα της γάτας της και τότε κατάλαβε τι έγινε. Γιατί την προηγούμενη μέρα που είχε γυρίσει από τον γιατρό, είδε τον άντρα της να μαγειρεύει. Αυτό την παραξένεψε. Αυτός δεν έβαζε ούτε ένα ποτήρι νερό, όλα στα χέρια του τα έφερνε η κακομοίρα η Μαρία. Τι κάνεις εκεί;  τον ρώτησε. Αυτός  πήρε ένα  ύφος αθώου παιδιού και  της απάντησε.  Να ένα κουνέλι άγριο μου δώσανε και μου είπαν να το  μαγειρέψω, για να μου πέσει η χοληστερίνη μου. Η Μαρία θυμήθηκε την σκηνή και κατάλαβε αμέσως  τι έγινε. Τότε έπαθε μεγάλο σοκ και άρχισε τις φωνές.  Ο γέρο ξεκούτης δεν ήταν στο σπίτι εκείνη την ώρα. Μόλις συνήλθε λίγο, έψαξε στα πράγματα του και άκουσε τι βρήκε στην σακούλα με τα φάρμακα.
-Τι, τι;

Χάπια, κάτι χάπια περίεργα. Δεν τα είχε ξαναδεί ποτέ, γιατί όλα τα χάπια αυτή του τα αγόραζε. Πάει αμέσως στον φαρμακοποιό,  τα δείχνει και ζητάει να μάθει για ποια ασθένεια είναι. Ο φαρμακοποιός όταν τα είδε έβαλε τα γέλια. Πέντε λεπτά γελούσε και απάντηση δεν έδινε, στην καημένη την Μαρία που την είχε λούσει κρύος ιδρώτας. Μα θα σταματήσεις να γελάς και να μου εξηγήσεις, που είναι το αστείο με τα χάπια; Και τότε αυτός σταμάτησε τα γέλια, ξερόβηξε και τις λέει. Αυτά κυρά Μαρία μου είναι βιάγκρα και τα παίρνει κάποιος που θέλει να ικανοποιήσει μια γυναίκα και τον εαυτό του.  Άντε πάλι τυχερή ο γέρος σου σε σκέφτηκε, της είπε ειρωνικά και άρχισε πάλι να γελά. Έλα όμως, που ο γέρος είχε να κοιμηθεί μαζί της  χρόνια. 

Τότε άρχισαν να την ζώνουν τα φίδια, πήγε σπίτι και έψαξε όλα τα πράγματά του. Ξαφνικά, έπεσε το μάτι της στο βιβλιάριο καταθέσεων, το παίρνει στα χέρια το ανοίγει και βλέπει να λείπουν έξι ολόκληρα χιλιάρικα. Αυτά ήταν όλο τους το βίος . Τα μάζευαν και τα φύλαγαν  για κάποια δύσκολη στιγμή. Η καρδιά της Μαρίας δεν άντεξε, σωριάστηκε στο έδαφος.  Για καλή της τύχη, εκείνη την ώρα έμπαινε μέσα η πρωτοκόρη της, που είδε αναστατωμένη την μητέρα της να πέφτει λιπόθυμη.  Κάλεσε αμέσως το ασθενοφόρο και την πήγε στο νοσοκομείο.
-Α! γιαυτό ήταν το ασθενοφόρο εκεί σταματημένο ε; είπε η Ευτέρπη φανερά στεναχωρημένη.

-Ναι έπαθε έμφραγμα, ευτυχώς την σκαπούλαρε και τώρα ο γερό ξεκούτης δίνει λόγο στα παιδιά του. Φαίνεται μετανιωμένος για το κακό που προκάλεσε στην γυναίκα του και αφού τους εξιστόρισε τι συμβαίνει υποσχέθηκε να μην το ξανακάνει. Παραδέχτηκε πως τα έμπλεξε με μια μικρή από το Περού και πως συνέχεια του ζήταγε λεφτά και πως αυτή τον έβαλε να φάει την γάτα, γιατί στο Περού λένε πως αν φας γάτα είναι το καλύτερο αφροδισιακό. Αυτός όμως τόσο γέρος που είναι έπρεπε να φάει όλες τις γάτες τις γειτονιάς και ήταν και δύσπεπτες οι καταραμένες, όπως τις αποκάλεσε. Τότε σκέφτηκε να πάρει τα χάπια που είδε η γυναίκα του και φανερώθηκαν οι βρωμιές του.

-Ρε τι γίνεται στον κόσμο; πως μπορεί ο άνθρωπος να ξεφύγει από τα λογικά του, είπε η Ευτέρπη και σταυροκοπήθηκε.
-Πάω τώρα να πω τα νέα και στην Αμαλία είπε η κυρά Κατίνα και έφυγε τρέχοντας, για να προφτάσει να πει πρώτη αυτή τα νέα.

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Η ΣΟΦΙΑ ΕΜΑΘΕ ΟΤΙ ΕΙΧΕ ΚΑΡΚΙΝΟ

Η Σοφία, μια γυναίκα γύρω στα εξήντα πέντε, ψηλή, ξερακιανή  με μεγάλα εκφραστικά μάτια. Ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα, νοικοκυρά με δύο παιδιά, που όμως έμενε μόνη της, γιατί ήταν χωρισμένη, αρκετά χρόνια. Δούλευε σκληρά, για να έχουν τα παιδιά της ένα καλύτερο μέλλον, και ποτέ δεν παραπονέθηκε γιαυτό. Αυτά, μεγάλωναν με πολύ αγάπη από την μαμά τους, που έκανε ότι μπορούσε, για να μην τους λείψει τίποτα. Η Σοφία, έκανε δυο δουλειές τελευταία, για να μπορέσει να σπουδάσει την κόρη της, ώστε να έχει μια καλύτερη ζωή. Ο πατέρας των παιδιών, είχε εξαφανιστεί και δεν ήξεραν καν που βρίσκεται. Είχε να δώσει σημεία ζωής, τουλάχιστον δέκα χρόνια.

Κάποια μέρα, η Σοφία αισθάνθηκε αδιαθεσία, ζαλιζόταν πολύ και της είχαν κοπεί τα πόδια, δεν μπορούσε να δουλέψει. Κάθισε για λίγο να ξεκουραστεί. Γιατί νόμισε, πως ήταν από την πολύ δουλειά. Η ζαλάδα όμως, συνεχιζόταν για πολλές μέρες και δεν είχε όρεξη, ούτε για φαγητό. Περνούσαν οι μέρες και οι εβδομάδες και άρχισε να χάνει κιλά. Η εργοδότρια της που το είχε προσέξει, την πλησιάζει μια μέρα και της λέει, Σοφία μου τι έχεις; είσαι άρρωστη; Εκείνη φοβούμενη μήπως χάσει την δουλειά, της έδωσε αρνητική απάντηση. Όχι καλά είμαι, απλά κουράζομαι με την δεύτερη δουλειά. Μια μέρα, καθώς καθάριζε το μαγαζί με τα ρούχα που δούλευε, έπεσε λιπόθυμη. Ο καταστηματάρχης τότε, έτρεξε κοντά της να την βοηθήσει. Η Σοφία όμως, δεν συνερχόταν και έτσι ειδοποίησε το ασθενοφόρο, να έρθει να την πάρει.

Δεύτερη ημέρα και η Σοφία, ήταν ακόμα στο νοσοκομείο, δεν την άφησαν να βγει και τις έκαναν ένα σωρό εξετάσεις. Τα παιδιά της, δεν είχαν ιδέα τι συνέβαινε στην μητέρα τους. Το ένα ήταν στο εξωτερικό για σπουδές και το άλλο φαντάρος. Εκείνη διαμαρτυρόταν και φώναζε να την αφήσουν να φύγει, μην τυχών και χάσει την δουλειά της. Δέκα το πρωί της τρίτης μέρας της στο νοσοκομείο και μετά από σχολαστικές εξετάσεις, περνάνε οι γιατροί επίσκεψη και φτάνουν στο κρεβάτι της Σοφίας. Καλημέρα της λέει, ο μεγαλύτερος σε ηλικία γιατρός. Καλημέρα απαντάει εκείνη, που ήταν έτοιμη να διαμαρτυρηθεί, για την παραμονή της μέσα στο νοσοκομείο. Όμως ξαφνικά σταμάτησε, γιατί διέκρινε το επίμονο βλέμμα του γιατρού και κάτι δεν της άρεσε. Πως νιώθεις σήμερα κυρία Σοφία; την ρώτησε ένας νεότερος γιατρός. Ήταν αυτός, που την επισκεπτόταν κάθε πρωί και της έδινε οδηγίες, για τις εξετάσεις που θα έπρεπε να κάνει. Καλύτερα γιατρέ μου, να μου πέρασε η ζαλάδα, αφήστε με να γυρίσω στην δουλειά μου, είπε με τρεμάμενη φωνή. Γιατί κατά βάθος κάτι την τρόμαζε. Ακούστε κυρία Σοφία, είπε τότε ο μεγάλος γιατρός, οι εξετάσεις σου δεν είναι καθαρές, κάτι μας δείχνει στην μήτρα και πρέπει να σε εξετάσουμε καλά. Κρύος ιδρώτας έλουσε την Σοφία, σαν άκουσε τα λόγια του γιατρού. Το κατάλαβε από καιρό, ότι κάτι δεν πάει καλά, από τα συμπτώματα, αλλά δεν έδινε ποτέ σημασία. Από πότε έχεις αιμορραγίες; της είπε με κοφτή φωνή πάλι ο γιατρός. Εκείνη κατέβασε τα μάτια της, σαν να ντρεπόταν και ψέλλισε, πριν από πέντε μήνες περίπου. Ο γιατρός κούνησε το κεφάλι, ήθελε να την μαλώσει,  μα την λυπήθηκε στην κατάσταση της. Αλλά  συνέχισε να της λέει, πρέπει να μείνεις μέσα λίγες μέρες ακόμα, ίσως χρειαστεί να κάνεις μια επέμβαση. Η Σοφία, στο άκουσμα της επέμβασης, τρομοκρατήθηκε και έβαλε τα κλάματα.

Ο γιατρός κάθισε στο κρεβάτι, και της έπιασε το χέρι. Μην φοβάσαι, αυτές οι εγχειρήσεις είναι ρουτίνα. Αυτό που έχει σημασία, είναι να κάνουμε γρήγορα την επέμβαση, για να σώσουμε την ζωή σου. Μετά ο γιατρός έκανε λίγα λεπτά παύσης, σαν να προσπαθούσε να της αφήσει χρόνο, να καταλάβει τι συμβαίνει και συνέχισε πάλι να της εξηγεί. Δυστυχώς πάσχεις από καρκίνο της μήτρας. Μα μην φοβάσαι, βιάστηκε να της πει για να την καθησυχάσει, πολλές γυναίκες νόσησαν και βγήκαν νικήτριες. Είναι ακόμα στο αρχικό στάδιο, θα τα καταφέρεις. Η γυναίκα, έμεινε αμίλητη μετά από αυτό το σοκ, δεν ήξερε τι να πει και πως να αντιδράσει. Όταν συνήλθε μετά από λίγα λεπτά, συναίνεσε να γίνει το χειρουργείο, την άλλη εβδομάδα κιόλας.


Η εγχείρηση πήγε πολύ καλά και βρισκόταν στο κρεβάτι της ακόμα κοιμισμένη από την ύπνωση, μα ένιωσε ένα χέρι να της κρατάει το δικό της γεμάτο τρυφερότητα. Άνοιξε τα μάτια της με πολύ κόπο και είδε το προσωπάκι της κόρης της, να της χαμογελάει όλο αγάπη. Η κόρη της έσκυψε και την φίλησε απαλά, σαν να φοβόταν μην την πονέσει. Σε αγαπώ μανούλα, της ψιθύρισε στο αυτί, κοιμήσου να ξεκουραστείς, εγώ θα είμαι πλάι σου να σε προσέχω. Πράγματι, μετά από μερικές μέρες η Σοφία γύρισε σπίτι, φανερά ταλαιπωρημένη αλλά χαρούμενη, που ήρθε σπίτι της ξανά.


Έπειτα από λίγες εβδομάδες άρχισε ένα κύκλο από χημειοθεραπείες. Ήταν αναγκαίες και πάλι δεν διαμαρτυρήθηκε, στο πλευρό της ήταν πάντα η κορούλα της που της έδινε κουράγιο. Όταν πέρασε και το στάδιο με τις θεραπείες άρχισε να νιώθει πια καλά και να στέκεται στα πόδια της. Είχε βάλει πείσμα, να νικήσει τον καρκίνο και να είναι πάλι η μάνα που μπορεί να στηρίξει τα παιδιά της.

Η Αλίκη όμως η κορούλα της, δεν την άφησε να ξαναπάει στην δουλειά. Έπιασε η ίδια δουλειά ενώ παράλληλα σπούδαζε και τα κατάφερνε μια χαρά. Όταν απολύθηκε και ο γιος της ο Αλέκος, τότε έγιναν ακόμα πιο εύκολα τα πράγματα. Γιατί στρώθηκε και αυτός στην δουλειά, για να μην λείψει πια τίποτα από το σπιτικό τους. Πέρασαν έξι χρόνια από την δύσκολη εκείνη ημέρα της εγχείρησης και όλα πήγαιναν μια χαρά.

Παραμονή πρωτοχρονιάς μαζεύτηκαν όλοι στο σπίτι, για να γιορτάσουν τον καινούριο χρόνο. Η κυρία Σοφία, από νωρίς έκανε του κόσμου τις ετοιμασίες. Το σπίτι ήταν στολισμένο γιορτινά και εκείνη ήταν τόσο χαρούμενη, που δεν σταμάτησε, λεπτό να τραγουδάει τα κάλαντα. Όταν επιτέλους τέλειωσε τις ετοιμασίες, χτύπησε η πόρτα, τα μάτια της φωτίστηκαν, περίμενε με μεγάλη λαχτάρα να σφίξει στην αγκαλιά της την μικρή Σοφούλα. Γιαγιά, γιαγιά, φώναξε η μικρή Σοφία. Μόλις άνοιξε την πόρτα η γιαγιά, έτρεξε αμέσως κοντά της, να απολαύσει την στοργική αγκαλιά της. Να τα πούμε; είπε και ο γιος της που στεκόταν στην πόρτα μαζί με την γυναίκα του. Περάστε μέσα παιδιά μου, είπε και δεν σταμάτησε λεπτό να χαμογελάει. Σε λίγο ήρθε και η κόρη της με τον αρραβωνιαστικό της. 

Το σπίτι γέμισε από χαρούμενες φωνές και οι μυρωδιές από τα νόστιμα φαγητά και την εξαιρετική βασιλόπιτα, μαρτυρούσαν την απόλυτη ευτυχία, που θέλει κάθε άνθρωπος σε αυτό τον κόσμο. Η κυρία Σοφία, βγήκε νικήτρια, από αυτή την μεγάλη περιπέτεια του καρκίνου. Ναι τον νίκησε, γιατί είχε μεγάλο πείσμα και αγάπη για τα παιδιά και την ζωή. Γιαυτό, τον κάθε χρόνο, τον γιόρταζαν με μεγάλη χαρά και ευγνωμοσύνη στο Θεό.

Μακάρι όλοι οι άνθρωποι να βγαίνουν νικητές και να απολαμβάνουν την οικογενειακή θαλπωρή των αγαπημένων τους προσώπων, που τόσο πολύ αγαπούν, και τους θέλουν κοντά τους. 

Καλή χρονιά, με υγεία πάνω από όλα και ευτυχία.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Τέρμα τα ανέκδοτα με τον Τοτό

Ο Τοτός πέθανε και την θέση του πήρε επάξια ο Έλληνας, που ήταν πολύ καλύτερος του. Το γιατί πήρε την θέση του, θα σας πω το παρακάτω ανέκδοτο και θα καταλάβετε και εσείς. Ήταν ένας Έλληνας που δυστυχούσε από πεινά, φτώχια και μιζέρια. Αποφάσισε λοιπόν να πάει στον πρωθυπουργό και να του διαμαρτυρηθεί. Άρχοντα μου, τα παιδιά μου πεινάνε, δεν έχω χρήματα να τα ντύσω, να τα ταΐσω και να τα στείλω στο σχολείο. Να κοίτα σήμερα έσπασα έναν κουμπαρά, δέκα χρονών, και βρήκα μόνο είκοσι ευρώ. Αυτά είναι όλο μου το βιος.

 Ο πρωθυπουργός τον άκουσε προσεκτικά, έξυσε την γενειάδα του και αφού σκέφτηκε τάχα μου για λίγο, του είπε. Πάρε αυτό το κουπόνι των 10 ευρώ να πας να αγοράσεις τρόφιμα. Από εδώ και στο εξής, κάθε δύο μήνες, θα λαμβάνεις αυτό το κουπόνι. Όσο για την ένδυση και τη μόρφωση των παιδιών σου, στο μέλλον ΘΑ τα έχεις και αυτά. Προς το παρόν, επειδή έχουμε  πολλά μνημόνια, κανε λίγο υπομονή και δώσε μου τα είκοσι ευρώ, για να τα ενισχύσουμε και να ξεχρεωθούμε. Αμέσως ο Έλληνας δίχως δεύτερη κουβέντα, του έδωσε με ευχαρίστηση το εικοσάρικο.  Χάρηκε τόσο πολύ με τα ψίχουλα και τις κίβδηλες υποσχέσεις, που έπεσε στα γόνατα και φίλησε τα ποδιά του πρωθυπουργού. 

Και έτσι έφυγε πολύ ευχαριστημένος από το μέγαρο του, παίρνοντας μαζί, το κουπόνι και ένα σάκο όνειρα. Μάλιστα όπου πήγαινε, έμπλεκε χρυσοστέφανο του πρωθυπουργού και έλεγε πως ήταν, ο πιο κάλος άνθρωπος του κόσμου. Ο πρωθυπουργός, ακόμα γελάει με την αφέλεια του Έλληνα και την διηγείται στους ξένους υπουργούς και πρωθυπουργούς, με καμάρι. Όπως καταλαβαίνετε ο Τοτός δεν μας χρειάζεται πια. Έπειτα από αυτό το συμβάν, αυτοκτόνησε. Γιατί δεν άντεξε τον ανταγωνισμό του Έλληνα.

Εμένα προσωπικά μου άρεσε ο Τοτός, γιατί με τις γκάφες του, μας έβγαζε γέλιο. Ενώ ο Έλληνας, με νευριάζει πάρα πολύ, και με κάνει να θυμώνω, με την τόση βλακεία του. 

Μύριαμ Κ. Ρόδος