Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

Ελένη Τοπαλούδη καλό σου ταξίδι

Σήμερα ένα νέο κορίτσι κηδεύτηκε, μαζί με τα ανεκπλήρωτα όνειρα του και τα τα νιάτα του. Σήμερα μια μάνα σπάραξε και με πόνο ψυχής, συνόδευσε το λατρεμένο της κοριτσάκι στην τελευταία του κατοικία, που το ανάγκασαν κάποια κτήνη να πάει πριν την ώρα της. Σήμερα ένας πατέρας θρηνεί και δεν μπορεί ακόμα να πιστέψει το κακό που τους βρήκε. Συγγενείς, γνωστοί και φίλοι της Ελένης δεν μπορούν να συγκρατήσουν, τον πόνο και την οργή τους. Ο κόσμος έχει εξοργιστεί τόσο πολύ και οργή λαού φωνή Θεού. Επίσης σήμερα είδαμε δηλώσεις υπεράσπισης από τους δικηγόρους των {ανθρώπων}που ομολόγησαν πως έστειλαν το κοριτσάκι στον τάφο. Λυπήθηκα πολύ που είδα πως υπάρχουν δικηγόροι να τους υπερασπίσουν. 

Κύριε Δημητριάδη θα αναφερθώ σε σένα επειδή σε γνωρίζω, με τι ψυχή θα υπερασπίσεις κάποιον που κατηγορείται για ένα τόσο μεγάλο και άδικο έγκλημα; Ξέρω την απάντηση, είναι η δουλειά σας αυτή, ναι ωραία. Αλλά τα λεφτά που θα πάρεις, μυρίζουν αίμα, πόνο, αδικία, αγανάκτηση και θυμό, θα μπορέσεις να κοιμάσαι ήσυχος τα βράδια; Σε γνώρισα δίκαιο άνθρωπο και ομολογώ πως αιφνιδιάστηκα όταν άκουσα το όνομα σου. Παραιτήσου για να έχεις ήσυχη την συνείδηση σου, υπάρχει και Θεός και το άδικο δεν το θέλει, μην βοηθήσεις να βγουν έξω στην κοινωνία τέτοια κτήνη, γιατί θα το ξανακάνουν.

Δεν θα αναφερθώ στους τιποτένιους εγκληματίες, απαξιώ να μιλήσω για σκουπίδια. Ένα μόνο θα πω, να ξέρετε όσο και να  ανασκευάσετε, όσο και αν αλλάξετε το σενάριο της δολοφονίας,  όσο και να το παίξετε τρελίτσα έχετε γραφτεί στις μνήμες των ανθρώπων και του Θεού. Καλό  ταξίδι στον κόσμο των αγγέλων Ελένη. Τα θερμά μου συλλυπητήρια στους γονείς, συγγενείς και φίλους-ες της Ελένης.

Μύριαμ Κ.Ρόδος

Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2018

Η νεραϊδοπαγίδα της αγάπης

Μια φορά και ένα καιρό σε ένα όμορφο μέρος ζούσαν οι νεραϊδούλες. Κανείς δεν τις έχει δει ποτέ, ούτε και γνώριζαν την ύπαρξη της νεραϊδοχώρας τους. Όμως, ούτε και αυτές είχαν φύγει ποτέ σε κάποιο μακρινό μέρος. Η μεγάλη νεράιδα, απαγόρευσε ρητά σε όλες τις νεραϊδούλες να απομακρυνθούν και να πάνε οπουδήποτε.  Δεν ήταν κακιά, ούτε τύραννος, απλά ήθελε να τις προστατέψει από τους ανθρώπους. Καμιά φορά, την ρωτούσαν οι νεραϊδούλες με απορία, μα γιατί  δεν μας επιτρέπεις, να πάμε λίγο παραπέρα από τον δικό μας τόπο; Τότε, εκείνη θύμωνε που δεν την εμπιστευόντουσαν, έπαιρνε ένα ύφος σαν να τους έλεγε, μα εγώ το κάνω για το καλό σας.

 Η αρχηγός των νεράιδων, τους είχε επιτρέψει να πηγαίνουν σε ένα κοντινό δασάκι μόνο, που είχε πολλά ποτάμια. Επίσης τους είπε, όταν βλέπετε παιδιά, σας επιτρέπω να εμφανίζεστε μπροστά τους και αν θέλετε, να πιάνετε μαζί τους κουβέντα. Τα παιδιά, είναι αγνά είπε,  και δεν θα σας προδώσουν ποτέ. Μείνετε μακριά, από τους μεγάλους ανθρώπους όμως. Γιατί δεν ξέρετε με ποιον έχετε να κάνετε. Οι άνθρωποι, είναι παράξενοι, ύπουλοι και κακοί. Όχι όλοι, μα οι περισσότεροι είναι πανούργοι. Αυτό συμβαίνει, γιατί δεν μπορούν να δεχτούν ότι είμαστε διαφορετικά πλάσματα. Πέρασε ο καιρός και οι νεραϊδούλες βάδιζαν στους νόμους και τις συμβουλές της μεγάλης νεράιδας που ήταν σοφή.

Ένα πρωινό πέταξαν για την συνηθισμένη βόλτα τους, δυο μικρές νεραϊδούλες που ήταν  πολύ φίλες. Τους άρεσε, να πηγαίνουν κάθε πρωί στο δάσος και να κάθονται, στις όχθες ενός μικρού ποταμού. Πολλές φορές έβλεπαν τουρίστες να έρχονται και τότε γινόντουσαν αόρατες. Αν είχαν μαζί τους παιδιά περίμεναν καρτερικά να τα ξεμοναχιάσουν και να τους μιλήσουν. Τρελενόντουσαν να μιλάνε με αυτά τα αγνά και άκακα πλασματάκια. Τους άρεσε η παιδική αφέλεια, ο θαυμασμός προς αυτές και οι αφελείς ερωτήσεις τους. Πως μπορείτε και πετάτε; πως εξαφανίζεστε; γιατί δεν μπορεί να σας δει η μαμά μου; Αυτές, ήταν μερικές από τις ερωτήσεις, που τους έκαναν τα παιδιά. Όμως εκτός τις ερωτήσεις, πολλές φορές τους ζητούσαν να πραγματοποιήσουν τις ευχές τους. Οι νεράιδες αν περνάει από το χέρι τους πάντα πραγματοποιούν τις ευχές των παιδιών μα και των μεγάλων, φτάνει να είναι μέσα από την ψυχή τους και να είναι για καλό σκοπό.

Οι  νεραϊδούλες λοιπόν, πήγαν  στο δασάκι,  αλλά ήταν αόρατες για να μην τις δουν. Απλά έκαναν βόλτα και έπαιζαν μέσα στο δάσος. Ξαφνικά, βλέπουν έναν άνθρωπο να είναι ξαπλωμένος. Πλησίασαν γρήγορα, να δουν από κοντά, τι συμβαίνει. Τότε, είδαν ένα όμορφο νεαρό αγόρι, να κοιμάται του καλού καιρού. Οι νεραϊδούλες γέλασαν και αποφάσισαν να τον  πειράξουν για να γελάσουν. 

Μεταμορφώθηκαν σε έντομα και άρχισαν να τον τσιμπούν για να τον ξυπνήσουν. Εκείνος πράγματι ενοχλήθηκε από το ζουζούνισμα και έκανε γκριμάτσες δυσαρέσκειας, έκαναν πολύ γέλιο, τα ζουζουνιάρικα νεραϊδάκια. Από εκείνο το πρωινό, πήγαν αρκετές φορές και όταν τον συναντούσαν, τον πείραζαν με διάφορους τρόπους. Ώσπου μοιραία η μια νεραϊδούλα τον ερωτεύτηκε τρελά. Δεν μπορούσε να περάσει μια μέρα, που να μην τον δει. Έτσι κάποια στιγμή, παραβίασε τους κανόνες και εμφανίστηκε στον νεαρό.  Μίλησαν αρκετή ώρα και εκείνος έμοιαζε να γνώριζε την ύπαρξη της. Γιατί, δεν έδειξε να εκπλήσσεται καθόλου. Έτσι η μικρή και απονήρευτη νεράιδα, πήγαινε καθημερινά εκεί και αυτός επίσης δεν έχανε μέρα που να μην πάει. Η αγάπη της άρχισε να φουντώνει και να μην σκέφτεται τίποτα πια, παρά μόνο, πως να είναι μαζί του, περισσότερο χρόνο. Πες και πες λοιπόν, κατάφερε να την καλέσει στο χωριό του, για να της δείξει που μένει. 

 
Τα χαράματα η  Ερατώ, έτσι την έλεγαν, το έσκασε από την μεγάλη νεράιδα και πήγε να βρει τον καλό της. Εκεί όμως την περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Όταν έφτασε στα σύνορα του χωριού, βρέθηκε να είναι κολλημένη σε κάτι περίεργα, ηλεκτρικά καλώδια. Το παράξενο ήταν πως δεν πέθαινε, απλά δεν μπορούσε ούτε να μεταμορφωθεί αλλά ούτε και να φύγει. Το πλέγμα από τα καλώδια, έγινε η φυλακή της. Εκείνη άρχισε να κλαίει, αυτό ήταν έλεγε, εδώ θα πεθάνω. Πάει έλεγε το όνειρο της αγάπης χάθηκε με τέτοια προδοσία και άρχισε να κλαίει με αναφιλητά. Ο νεαρός, γελούσε ικανοποιημένος που πέτυχε τον σκοπό του. Γιατί αυτός ήταν ο στόχος του, να την κάνει να τον αγαπήσει και να την παγιδεύσει.

Η καλή της φίλη της όμως, είχε καταλάβει τι έτρεχε, μεταξύ της φιλενάδας της και του νεαρού. Όταν είδε ότι νύχτωσε και δεν φάνηκε, άρχισαν να την ζώνουν τα φίδια.  Άλλα ούτε και η μεγάλη νεράιδα ήταν ήσυχη, κάτι την έτρωγε εδώ και καιρό. Σαν είδε πως η νεραϊδούλα δεν φάνηκε, άρχισε να ανησυχεί και να λέει στις φίλες της, να ψάξουν να την βρουν. Η φίλη της νεραϊδούλας κάποια φορά κρυφάκουσε και άκουσε τον νέο να λέει, προς τα που είναι το χωριό του και χωρίς κανένα δισταγμό,  ξεκίνησε να την  βρει. 

Όταν έφτασε κοντά στο χωριό, άκουσε τις απελπισμένες κραυγές της. Βοήθεια, βοήθεια, τρέχει αμέσως  να την βοηθήσει και χωρίς να καταλάβει τι γίνεται κολλάει και αυτή στο συρματόπλεγμα. Σε λίγη ώρα, εμφανίστηκε ένας γέρος, με καμπούρα και γαμψή μύτη, κρατούσε ένα μπαστούνι και κούτσαινε ελαφρά, ήταν μαζί με τον νεαρό. Να εδώ είναι, είπε στον γέρο ο νεαρός και κοίταξε πάνω στο συρματόπλεγμα. Α!!!! έβγαλε ένα επιφώνημα χαράς, σαν  είδε και την δεύτερη νεράιδα, πρέπει να μου δώσεις τα διπλά από αυτά που συμφωνήσαμε, γιατί σου έχω δυο νεράιδες για το τσίρκο σου. Έτσι, πότε ψιθυρίζοντας  και πότε μιλώντας μεγαλόφωνα, έφυγαν για λίγο, παζαρεύοντας την ελευθερία τους. 

Η Ερατώ δεν σταμάτησε να κλαίει και να καλεί σε βοήθεια. Ώσπου πάνω στην ταραχή της και στην προσπάθεια της να ελευθερωθεί, έσπασε το αριστερό της φτερό. Η φίλη της την κοιτούσε ανήμπορη, δεν μπορούσε να την  βοηθήσει. Το μόνο που τις έλεγε ήταν,  μην κουνιέσαι Ερατώ θα τραυματιστείς. Η Ερατώ φανερά εξαντλημένη και απογοητευμένη, λιποθύμησε. Η άλλη νεράιδα όμως, σκεφτόταν όλη αυτή την ώρα, πως θα ελευθερωθούν και ξαφνικά, τα μάτια της έλαμψαν από χαρά. Το βρήκα το βρήκα είπε, η Ερατώ άνοιξε για λίγο τα μάτια, αλλά δεν είχε κουράγιο ούτε να μιλήσει. 

Θυμάσαι, συνέχισε να λέει η φίλη της Ερατώς, το ξόρκι κινδύνου που μας έμαθε η μεγάλη νεράιδα; Η Ερατώ άνοιξε διάπλατα τα μάτια της, που έλαμψαν από ελπίδα. Ναι το θυμάμαι, της απάντησε. Άκου, θα κλείσουμε τα μάτια μας για να συγκεντρωθούμε και θα μετρήσω μέχρι το τρία και τότε θα αρχίσουμε να το λέμε ταυτόχρονα. Έτσι άρχισαν να μετράνε και να να λένε δυνατά το ξόρκι. Σαν τέλειωσαν, άνοιξαν γρήγορα τα μάτια τους και τότε είδαν έναν πυκνό κόκκινο καπνό, να στροβιλίζεται γύρω τους και να σηκώνεται ως τον ουρανό. 

Η μεγάλη νεράιδα, είδε αμέσως τον καπνό και κατάλαβε πως κινδύνευαν τα κορίτσια της. Φώναξε γρήγορα κοντά της, όλες τις νεραϊδούλες και πέταξαν να τις βρουν. Μόλις έφτασαν κοντά και είδε τι συμβαίνει, είπε στις υπόλοιπες νεράιδες να σταματήσουν εκεί, γιατί υπήρχε νεραϊδοπαγίδα. Τότε πλησίασε  εκείνη μόνη της,  έβγαλε ένα μικρό ροζ μπουκαλάκι και άρχισε να ψεκάζει το πλέγμα, λέγοντας συγχρόνως και τα μαγικά λόγια. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, τα κορίτσια ελευθερώθηκαν. Η Ερατώ μόνο έπεσε κάτω, γιατί είχε χάσει το ένα φτερό της στην προσπάθεια της να ελευθερωθεί. Όμως με την βοήθεια των άλλων νεραϊδών πέταξαν μακριά από αυτό το καταραμένο μέρος. 

Αφού έφτασαν με ασφάλεια στην νεραϊδοχώρα, η μεγάλη νεράιδα, φανερά ανακουφισμένη που έσωσε τα κορίτσια της, τους είπε. Βλέπετε τώρα τον λόγο που σας απαγόρευσα να πετάτε μακρυά από εδώ; θυμάστε που σας είπα, να μην έχετε εμπιστοσύνη στους μεγάλους ανθρώπους; Η Ερατώ έκλαιγε συνέχεια, για την ανοησία της να αγαπήσει έναν άνθρωπο, αλλά και που έσπασε το φτερό της και δεν θα μπορούσε να πετάξει πια. Η μεγάλη νεράιδα, πήγε κοντά της και την αγκάλιασε. Σώπα, μην κλαις τέλειωσε, τώρα είσαι ασφαλής μαζί μας. Όσο για το φτερό σου, μην ανησυχείς, για λίγο καιρό μόνο δεν θα πετάς, γιατί σύντομα θα βγάλεις άλλο. Από εκείνη την ημέρα και μετά, καμιά νεραϊδούλα δεν  παραπονέθηκε στην μεγάλη νεράιδα, γιατί κατάλαβαν πόσο τις αγαπούσε και πως ήθελε μόνο το καλό τους. Και έτσι έζησαν καλά οι νεραϊδούλες μακρυά από τους κακούς ανθρώπους και εμείς καλύτερα που κατάφεραν να σωθούν.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Τρίτη, 31 Ιουλίου 2018

Μάτι οι νεκροί ζητούν δικαίωση



Ποιος είσαι εσύ που στέρησες τις ζωές τόσων ανθρώπων; Που χώρισες έτσι βίαια τους γονείς από τα παιδιά τους; τα παιδιά από τους γονείς τους; τα αδέλφια, τους φίλους.  Ποιος είσαι εσύ που έντυσες στα μαύρα ολόκληρη την Ελλάδα και που πενθεί ένας ολόκληρος πλανήτης για τις ζωές αυτές. Ποιος είσαι εσύ που έγινες αιτία να κατασπαράξουν οι πύρινες φλόγες τα κορμάκια αθώων παιδιών και μεγάλων ανθρώπων; Έγινες αιτία να κλαίνε οι ζωντανοί και τους γέμισες με εφιάλτες τα όνειρα, για την υπόλοιπη ζωή τους. Ποιος είσαι εσύ που έσπειρες τόσο πόνο και τόσο μεγάλη καταστροφή; Άδειασες τόσες αγκαλιές και στέρησες για πάντα, ότι πιο όμορφο είχαν στη ζωή. 

Πες μου πως κοιμάσαι; δεν νιώθεις τύψεις καθόλου; Δεν πονάς; Τι κατάλαβες τώρα που χάθηκαν τόσοι άνθρωποι; Κατέστρεψες δέντρα, σκότωσες ζωάκια, περιουσίες μιας ολόκληρης ζωής εξανεμίστηκαν και ξεκλήρισες ολόκληρες οικογένειες. Πραγματικά θα ήθελα να σε κοιτούσα στα μάτια και να σε ρωτήσω ΓΙΑΤΙ; Πως άφησες να γίνει τέτοιο μεγάλο κακό; Αναρωτιέμαι πραγματικά, ποιος είσαι εσύ; και με ποιο δικαίωμα, προξένησες τόσο μεγάλο πόνο στους ανθρώπους. 

Θα σε βρουν οι νεκροί να είσαι σίγουρος, από αυτούς δεν θα γλυτώσεις, τον μαρτυρικό θάνατο που τους υποχρέωσες να υποστούν, θα στον ανταποδώσουν. Γιατί ζητούν δικαίωση, δεν ήταν η ώρα τους να φύγουν, τους υποχρέωσες με την βία, να φύγουν από αυτή την ζωή. Όπου και να είσαι θα σε βρουν, γιαυτό ετοιμάσου. Όμως σε ψάχνουν και οι ζωντανοί, αυτοί που πονάνε, γιατί τους στέρησες ότι πολυτιμότερο είχαν. Η αδικία είναι μεγάλη και το αίμα πολύ, που θα γίνει ποτάμι να σε πνίξει. Εύχομαι να στοιχειώσουν τα όνειρα σου και να μην μπορέσεις ποτέ να βρεις γαλήνη και προπάντων να μην μπορέσεις, να ξανακάνεις κακό σε κανέναν άνθρωπο πια.

Καλό σας ταξίδι αγγελούδια μου και εύχομαι εκεί που θα πάτε, να είναι δροσερά και ήρεμα. 

Ακόμα θα ήθελα να δώσω, θερμά συλλυπητήρια και μια ευχή, να  δώσει ο Θεός υπομονή σε όλους όσους έμειναν πίσω και θρηνούν τους δικούς τους ανθρώπους.  Δεν υπάρχουν λόγια παρηγοριάς να πω στους γονείς που έχασαν τα παιδιά τους, μόνο ένα μεγάλο συγνώμη από όλη την κοινωνία που ήταν ανήμπορη να τα προστατέψει.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2018

Η άσπρη λύκαινα



Μια φορά και έναν καιρό, μέσα  στο δάσος, ζούσε μια ευτυχισμένη πενταμελής οικογένεια. Ο πατέρας η μητέρα και τα τρία παιδάκια τους. Κάθε μέρα, η μητέρα πήγαινε στο δάσος για να βοηθήσει τον άντρα της,  να μαζέψει ξύλα για να ανάψουν φωτιά, να μαγειρέψουν  και να ζεστάνουν τα παιδιά τους. Οι γονείς, τα φρόντιζαν με αγάπη και στοργή και έτσι μεγάλωναν πολύ ευτυχισμένα.



Μια κακιά στιγμή όμως, ήρθε να ανατρέψει αυτή την ευτυχία και να γεμίσει με δυστυχία και απόγνωση τα παιδιά. Εκείνο το απόγευμα, ο ήλιος είχε κρυφτεί και ο ουρανός ήταν  κατάμαυρος, σαν να προμήνυε την δυστυχία που ερχόταν.  Ξεκίνησαν λίγο νωρίτερα, γιατί φοβήθηκαν για βροχή. Η ομίχλη, δυσκόλευε τον πατέρα να οδηγήσει και κάθε λίγο σταματούσε να ελέγξει το δρόμο. Η υγρασία είχε μουσκέψει τα πάντα και οι ρόδες πήγαιναν πέρα δώθε. Το μικρό, σαραβαλιασμένο αμάξι του ζευγαριού, δεν άντεξε την ολισθηρότητα και σε κάποια στροφή,  έπεσε πάνω σε ένα δέντρο και άρπαξε αμέσως φωτιά. Οι γονείς, κάηκαν μέσα σε λίγα λεπτά, εγκλωβισμένοι και αβοήθητοι. Ένα μαύρο σύννεφο σκέπασε το δάσος, τρομακτικά ουρλιαχτά ακούστηκαν παντού, για λίγα λεπτά και μετά σιωπή. 



Τα παιδιά, που εντωμεταξύ είχαν μείνει μόνα τους για αρκετή ώρα, άρχισαν να φοβούνται. Σκοτείνιασε  και μέσα στο δάσος, η νύχτα ήταν τρομακτική, για τα μικρά παιδιά. Οι διάφοροι ήχοι, από τα ζώα και τον αέρα, τα τρόμαζε ακόμα περισσότερο και δεν είχαν συνηθίσει το βράδυ να μένουν μόνα. Το μικρούλι ο Μάριος, άρχισε να κλαίει γοερά, γιατί πεινούσε πολύ. Το μεγαλύτερο παιδί, ο Κωνσταντής δέκα χρονών, προσπάθησε να καθησυχάσει τα αδελφάκια του, αγκαλιάζοντας τα τρυφερά. Πέρασε έτσι όλο το βράδυ και τα παιδιά, αποκοιμήθηκαν αγκαλιασμένα, φοβισμένα και νηστικά. 



Η μητέρα, που τα έβλεπε από τον ουρανό ψηλά, άρχισε να κλαίει και παρακάλεσε τον Θεό, να την αφήσει να γυρίσει κοντά τους. Ο Θεός όμως της είπε, πως δεν μπορεί να γίνει αυτό. Εκείνη, άρχισε να κλαίει και να τον θερμοπαρακαλεί. Ο Θεός τότε της είπε, ωραία θα σε αφήσω να πας κοντά τους, αλλά όχι σαν άνθρωπος, γιατί αυτό είναι αδύνατον. Τα μάτια της γυναίκας άστραψαν από χαρά. Δεν πειράζει, στείλε με με όποια μορφή θέλεις, εγώ θα βρω τρόπο, να φροντίσω τα παιδιά μου, του είπε. 



Την άλλη μέρα το πρωί, τα παιδιά άκουσαν ένα παράξενο γρύλισμα στην πόρτα τους. Ο Μάριος άρχισε να κλαίει φοβισμένα, ο μεγάλος αδελφός, νίκησε τον φόβο του και έπιασε στην αγκαλιά του, το αδελφάκι του. Σώπα, μην φοβάσαι του είπε, δεν είναι τίποτα, κάποιο ζωάκι θα πεινάει. Τα ουρλιαχτά, δεν σταματούσαν όμως και άρχισε και εκείνος, να τρέμει από τον φόβο του. Ξαφνικά, άκουσαν μια γυναικεία φωνή να τους λέει, παιδιά μην φοβάστε, ανοίξτε μου την πόρτα για να μπω. Ο Κωνσταντής, άφησε τον μικρούλη από την αγκαλιά του και μισάνοιξε την πόρτα για να δει ποια μιλούσε, μα τρόμαξε και την ξανάκλεισε αμέσως. Ήταν μια τεράστια, λευκή λύκαινα. Άνοιξε μου Κωσταντή, δεν θα σας πειράξω, το υπόσχομαι. Το παιδί, ξαφνιάστηκε πολύ που άκουσε την λύκαινα να μιλάει, ήξερε πως τα ζώα δεν μιλούν. Η αδελφούλα του η Μαρία, έδειχνε να μην φοβάται καθόλου και τον παρότρυνε, να την αφήσει να περάσει στο σπίτι. Άνοιξε μου σε παρακαλώ, θέλω να σας φροντίσω, είπε πάλι η λύκαινα. Ο Κωνσταντής, δειλά-δειλά, άνοιξε την πόρτα. 



Σαν μπήκε η λύκαινα μέσα, πλησίασε τον μικρούλη, που έκανε χαρές μόλις την είδε, γιατί του φάνηκε σαν παιχνίδι. Μπουσούλισε και εκείνο κοντά της και την κοιτούσε περίεργα. Τότε, φώναξε η λύκαινα την Μαρία και της είπε, έλα να με βοηθήσεις να τον ταΐσω γάλα. Η Μαρία ακολούθησε τις οδηγίες της και με τα μικρά της χεράκια σήκωσε τον Μάριο και τον έβαλε στην κοιλία της, εκείνο άρχισε να θηλάζει αχόρταγα. Αφού έφαγε και χόρτασε, η λύκαινα φώναξε τον Κωσταντή και του είπε να τον βάλει στο κρεβατάκι του. Έπειτα εκείνη έφυγε, άλλα τους είπε πως θα επιστρέψει αμέσως. 



Αφού πέρασε λίγη ώρα, χτύπησε ξανά η πόρτα και η ίδια γνώριμη φωνή, που τους καλούσε να ανοίξουν για να μπει μέσα. Στο στόμα της κρατούσε ένα αυτοσχέδιο πανέρι, που ήταν γεμάτο φρούτα. Τα παιδιά χάρηκαν πολύ και κάθισαν αμέσως να φάνε, όσο περισσότερα μπορούσαν. Αυτό γινόταν κάθε μέρα και τα παιδιά είχαν αρχίσει να δένονται πολύ μαζί της. Εκείνη δεν αρκέστηκε να κουβαλάει μόνο τροφή, αλλά βάλθηκε να τους μάθει τα πάντα. Έτσι όταν έφερνε κανένα άγριο κουνέλι ή καμιά κοτούλα, τους έδινε οδηγίες πως να το καθαρίσουν και πως να το μαγειρέψουν. Καθώς περνούσε ο καιρός, και μεγάλωναν τα παιδιά, έπαιρνε τον Κωσταντή μαζί της για να τον μάθει να κυνηγάει και να μαζεύει χόρτα και φρούτα. Η Μαρία, πήρε την φροντίδα του μικρού, τον τάιζε και τον άλλαζε μόνη της. 



Πέρασαν έτσι τα χρόνια και τα παιδιά μεγάλωσαν αρκετά. Ο Κωνσταντής,  πήγε στο κοντινό χωριό και βρήκε δουλειά σε ένα τσαγκαράδικο. Δεν έπαιρνε πολλά λεφτά, μα τώρα μπορούσε να αγοράσει πράγματα που τους είχαν λείψει. Δούλευε ως το απόγευμα και μετά γυρνούσε πάλι, πίσω στο δάσος στα αδέλφια του. Η λύκαινα όλο αυτό τον καιρό, μάθαινε στα παιδιά ότι ήξερε, τους έδινε γνώση και πολύτιμες συμβουλές. Ήθελε να γίνουν, σωστοί και δίκαιοι, άνθρωποι. Μάλιστα είχε αρχίσει να αραιώνει τις επισκέψεις της αφού τα κατάφερναν μια χαρά.



Ένα απόγευμα καθώς γυρνούσε από την δουλειά ο Κωνσταντής, άκουσε κλάματα. Άνοιξε το βήμα του για να δει τι συμβαίνει και καθώς πλησίασε, ένας κόμπος δέθηκε στον λαιμό του. Η αγαπημένη τους λύκαινα, ήταν αιμόφυρτη,  ξαπλωμένη ανάσκελα και με μισόκλειστα τα μάτια. Τρέχει γρήγορα κοντά της, τι έπαθες καλή μου λύκαινα; ποιος σου το κανε αυτό; Ένας κυνηγός, του είπε εκείνη με δυσκολία, μάλλον φοβήθηκε που με είδε και μου έριξε δυο τουφεκιές. Τα μάτια του Κωσταντή άρχισαν να γεμίζουν δάκρυα, γιατί κατάλαβε πως θα την έχανε. Μην στεναχωριέσαι για μένα αγόρι μου, είπε πάλι με αδύναμη  φωνή. Εμένα, το χρέος μου τελείωσε εδώ, τώρα ξέρω πως θα τα καταφέρετε και θα φύγω ευτυχισμένη, είπε και έκλεισε τα μάτια. Ο Κωνσταντής έκλαιγε απαρηγόρητος, έχασαν ένα σπουδαίο μέλος της οικογενείας τους. 



Σαν πήγε σπίτι είπε το κακό μαντάτο στα αδέλφια του και όλα μαζί, πήγαν να της πουν το τελευταίο αντίο. Την έθαψαν σε μια βελανιδιά από κάτω και κάθε μέρα της έπαιρναν λουλούδια. Μάλιστα σε εκείνο το σημείο βγήκε μια όμορφη τριανταφυλλιά και η Μαρία έκοβε ένα κάθε φορά και το στόλιζε στο σπίτι για να νιώθουν την παρουσία της, έστω και με αυτό τον τρόπο. Και έτσι έζησαν τα παιδιά καλά, συνεχίζοντας την ζωή τους και εμείς καλύτερα, που μάθαμε πόσο δυνατή είναι η αγάπη της μάνας και πως χάρη σε αυτή, κατάφεραν να επιβιώσουν. 


Μύριαμ Κ. Ρόδος