Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

Ο κακός μάγος και η πεντάμορφη

Μια φορά και ένα καιρό, σε ένα όμορφο παραθαλάσσιο νησί, ζούσε μια πεντάμορφη κοπέλα. Ήταν τόσο απλή, χαρούμενη και γεμάτο κέφι για την ζωή. Κάθε πρωί πήγαινε στην θάλασσα και μάζευε πετραδάκια, της άρεσε να κάνει διάφορα πράγματα με αυτά. Οι γονείς της την λάτρευαν καθώς και όλοι στο νησί,  είχαν να πουν μόνο καλά λόγια για το κορίτσι αυτό.  Η πεντάμορφη χαμογελαστή νησιωτοπούλα,  ξυπνούσε  πάντα με  καλή διάθεση και άρχιζε το τραγούδι. Τραγουδώντας, έκανε όλες τις δουλειές του σπιτιού. Όταν έβγαινε να ποτίσει τις τριανταφυλλιές της, όλη η γειτονιά καμάρωνε την όμορφη αηδόνα. Γιατί είχε τόσο όμορφη και μελωδική φωνή,  που καθόντουσαν με τις ώρες να την ακούσουν. 

Ένα πρωινό, τέλειωσε τις δουλειές της και κίνησε πάλι για την θάλασσα, για κακή της τύχη όμως, ένας κακός μάγος μόλις ήρθε στο νησί. Αυτός λοιπόν ο κακός μάγος, είχε ακούσει τόσα πολλά, για την ομορφιά της,  που ήθελε να την γνωρίσει. Έτσι έφτασε στο νησί για να την αντικρίσει. Μεταμορφώθηκε σε έναν όμορφο νέο και πέρασε από δίπλα της. Γεια σου κοπέλα μου, είπε και προσπάθησε να γίνει καλοσυνάτος. Η κοπέλα, έστρεψε το κεφάλι να δει ποιος την χαιρέτισε. Όταν όμως τον αντίκρισε, ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί της και τρόμαξε. Την είχε τρομάξει η κακιά του και ας ήταν καμουφλαρισμένη, εκείνη δεν μπόρεσε να την ξεγελάσει. Του ανταπόδωσε όσο πιο ευγενικά μπορούσε τον χαιρετισμό, και έφυγε με βιαστικά βήματα. Ο μάγος θύμωσε, μα γιατί δεν την θάμπωσα με την ομορφιά μου; αναρωτήθηκε.  Την άλλη μέρα, μεταμορφώνεται σε ένα ψαρά και κάθισε να την περιμένει. Όταν φάνηκε η πεντάμορφη, πήγε κοντά της και την ρώτησε, έρχεσαι κάθε μέρα εδώ κοπέλα μου; Μα η αντίδραση πάλι της κοπέλας ήταν ίδια, ρίγος και ένας αόρατος φόβος. Σχεδόν κάθε μέρα, του είπε και απομακρίνθηκε το ίδιο βιαστικά. Ο μάγος άρχισε να θυμώνει, τι στο καλό παθαίνει κάθε φορά που με βλέπει και φεύγει σαν κυνηγημένη;

Άφησε να περάσουν λίγες μέρες και αυτή την φορά εμφανίστηκε σαν ένα μικρό παιδί. Αυτό σκέφτηκε, δεν θα την τρομάξει. Όταν είδε την κοπέλα να έρχεται, πάει τρεχάτος κοντά της κρατώντας μια μπάλα. Θέλεις να παίξουμε μπάλα; καμώθηκε τάχα τον αφελή πιτσιρικά. Η κοπέλα κοντοσταμάτησε αφού είδε ένα παιδί και πήγε πιο κοντά του. Αυτό που αντίκρισε όμως την έκανε να τρομάξει περισσότερο. Ήταν ένα παιδί με διαβολικά μάτια, γιατί τα παιδιά σε αυτή την ηλικία έχουν πολύ αγνά αισθήματα και το βλέμμα τους είναι αθώο, αντίθετα με αυτό το παιδί που στεκόταν κοντά της. Μα τι είσαι εσύ; φώναξε τρομαγμένη η κοπέλα και άρχισε να τρέχει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Τότε ο κακός μάγος θύμωσε τόσο πολύ, που πήρε την δική του μορφή και μένα σάλτο, την έπιασε από το χέρι. Θέλω να σε κάνω δική μου είπε και θα σε κάνω, θα με παντρευτείς και θα φύγουμε στην χώρα μου. Η κοπέλα άρχισε να κλαίει και να τον παρακαλάει να την  αφήσει ήσυχη, αλλά αυτός δεν άκουγε τίποτα. Την πήρε με το ζόρι και την έκρυψε σε μια σπηλιά. Αν δεν πεις το ναι, εδώ θα σε αφήσω είπε να πεθάνεις.

Πέρασαν πολλές μέρες, η πεντάμορφη κοπέλα, δεν έλεγε να σταματήσει το κλάμα και αυτό νευρίασε τον κακό μάγο. Ένα πρωί της λέει, ήρθε η ώρα μου να φύγω, θα με ακολουθήσεις; Όχι ποτέ, του απάντησε εκείνη με δάκρυα στα μάτια. Προτιμώ να πεθάνω, παρά να έρθω μαζί σου. Άστραψε και βρόντηξε από τις φωνές, ο κακός μάγος. Αφού δεν θέλεις να έρθεις, σε μεταμορφώνω σε έναν άψυχο βράχο, θα παραμείνεις έτσι, σε όλη σου την ζωή, είπε και χάθηκε. Η κοπέλα έγινε ένας βράχος σε κάποιο απόκρημνο σημείο και έτσι την έχασαν όλοι οι δικοί της, που μάταια την έψαχναν. Πέρασαν έτσι πέντε χρόνια, και η κοπέλα παρέμεινε φυλακισμένη σε ένα βράχο, με μόνη παρέα τον αέρα που φυσούσε κάποιες φορές δυνατά, τον ήλιο και κανένα άγριο πουλί, που ερχόταν να κουρνιάσει στην αγκαλιά του βράχου.

Ένα πρωί, μόλις βγήκε ο ήλιος και άρχισε να ρίχνει τις ακτίνες του, στο πρόσωπο της πεντάμορφης, ακούστηκε ένας χτύπος. Μπα τι να είναι αυτό άραγε; αναρωτήθηκε η κοπέλα, σε λίγο άρχισαν να πυκνώνουν τα χτυπήματα και να δυναμώνουν. Κρίμα όμως γιατί δεν μπορούσε να γυρίσει, ούτε να σκύψει για να δει, τι ήταν αυτός ο επίμονος χτύπος. Σε λίγα λεπτά, ένιωσε ένα μεγάλο πόνο στον λαιμό, μα δεν μπορούσε να φωνάξει. Ένας άνδρας ανέβαινε στο κορμί της και σε λίγο έφτασε στο λαιμό της, όπου και την κάρφωσε βαθιά στον λαιμό. Το αίμα άρχισε να τρέχει και ο νέος τρόμαξε, μα τι στο καλό είναι τούτα; Χάιδεψε τρυφερά τον βράχο γιατί ένιωσε πως τον πόνεσε. Και τότε ξαφνικά, άρχισε να σχηματίζεται το πρόσωπο της κοπέλας. Ο νέος τάχασε, μα τι μου συμβαίνει; μήπως με πείραξε το υψόμετρο και έχω παραισθήσεις; Άρχισε να μιλάει και να απολογείται στον βράχο, συγνώμη για τον τραυματισμό, ήθελα μόνο να φτάσω στην κορυφή. Αφού χάζεψε για λίγο την κοπέλα, δάκρυα του ήρθαν στα μάτια, σαν έβλεπε το πονεμένο πρόσωπο στον βράχο. Έκλαιγε σαν μικρό παιδί, όταν άκουσε μια γυναικεία φωνή να του λέει, βγάλε με σε παρακαλώ από εδώ.


Ο νέος τότε άρχισε να ανεβαίνει γρήγορα, όχι για να φύγει, αλλά για να βρει τρόπο να βοηθήσει το παράξενο πλάσμα του βράχου. Περίμενε λέει θα ανέβω πάνω και θα σκεφτώ, να με περιμένεις θα γυρίσω να σε πάρω μαζί μου. Έτσι άρχισε να ανεβαίνει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Όταν έφτασε στην κορυφή, μια μεγάλη έκπληξη τον περίμενε. Η πεντάμορφη κοπέλα που είδε στον βράχο, στεκόταν εκεί, με σάρκα και οστά. Επιτέλους τα μάγια έλυσαν και ελευθερώθηκε χάρη στον καλόκαρδο νέο. Σε ευχαριστώ πολύ του είπε και άρχισε να του εξηγεί τι έχει συμβεί, για να καταλάβει και εκείνος τι γίνεται. Πέρασαν μερικές ώρες και άρχισε να σουρουπώνει, τα δυο παιδιά βρέθηκαν να είναι αγκαλιασμένα. Μέσα στην μεγάλη  δυστυχία, άρχισε να γεννιέται ο μεγάλος έρωτας. Κράτα με σφιχτά, του έλεγε όλη την ώρα, η πεντάμορφη νησιωτοπούλα. Γιατί φοβάμαι, πως είναι όνειρο η λύτρωση μου.

Έλα σήκω να πάμε σπίτι, θα βραδιάσει και δεν θα βλέπουμε να γυρίσουμε. Έτσι πέρασαν από ένα στενό δρομάκι, που ήταν εκεί κοντά και γύρισαν σπίτι του νέου. Όταν ξημέρωσε η καινούρια μέρα, έτρεξαν αμέσως στο σπίτι της κοπέλας. Μόλις έφτασαν εκεί, είδαν τα λουλούδια του κήπου μαραμένα, τα παντζούρια του σπιτιού, κλειδαμπαρωμένα. Τότε η καρδιά της  σφίχτηκε σαν κόμπος από τον φόβο. Παναγιά μου φώναξε, κάτι έπαθαν οι γονείς μου και έτρεξε γρήγορα στην πόρτα. Χτυπούσε τόσο δυνατά, που όλη η γειτονιά βγήκε έξω. Μαμά, πατερούλη, φώναζε και ξαναφώναζε. Τότε άνοιξε η πόρτα και δυο γουρλωμένα μάτια την κοίταξαν. Μια μαυροφορεμένη, ταλαιπωρημένη γυναίκα, στεκόταν μπροστά της. Φανερά αδύνατη, ο πόνος και ο χρόνος, είχαν αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά της. Εκείνη όμως, την αναγνώρισε αμέσως. Ήταν η γλυκιά μανούλα της, που αδυνατούσε να πιστέψει σε αυτό το θαύμα.  Μαμά μου, εγώ είμαι η κορούλα σου, η γυναίκα δεν άντεξε τόση χαρά και σωριάστηκε κάτω. Όταν συνήλθε, νόμιζε πως είχε δει όνειρο και κοίταζε σαστισμένη γύρω της. Εκεί κοντά της ήταν και ο άντρας της, τον οποίο έτρεξαν στη δουλειά του, για να του πουν τα καλά μαντάτα,  οι γείτονες. 

Η κοπέλα έσφιξε στην αγκαλιά της τους γονείς της και τους είπε με κάθε λεπτομέρεια, τι είχε συμβεί. Μετά, φώναξε τον νέο που της έλυσε τα μάγια με την καλοσύνη του, για να τον γνωρίσει στους γονείς της. Από την άλλη μέρα, το σπίτι,  ζωντάνεψε πάλι και άρχισε να φυτεύει τα αγαπημένα τριαντάφυλλα της, από την αρχή. Τα παράθυρα διάπλατα να μπαίνει το φως και η μητέρα τρισευτυχισμένη να καμαρώνει το βλαστάρι της. Όταν παντρεύτηκε η κόρη της, έμεινε μαζί με τους γονείς της, γιατί ήθελαν να αναπληρώσουν, τα χρόνια που έχασαν. Δεν πέρασε και πολύς καιρός από την επιστροφή της πεντάμορφης, και μια μέρα της λέει, μάνα,  έλα θέλω κάτι να σου πω. Τι είναι κόρη μου πες μου, ετοιμάσου για εγγονάκι. Τρελάθηκε από την χαρά της η γυναίκα και άρχισε πάλι να κλαίει,  από χαρά. Όταν σχόλασε ο άντρας της, μαζί με τον γαμπρό τους, έκαναν ένα γλέντι που κράτησε τρεις μέρες. Και έτσι ευτυχισμένοι, έζησαν αυτοί καλά και εμείς που μάθαμε το ευτυχισμένο τέλος, καλύτερα.

Μύριαμ Κ. Ρόδος