Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ

Μια φορά και ένα καιρό, σε μια μικρή πόλη, ζούσε μια τριμελής οικογένεια, η μητέρα,  ο πατέρας και η μικρούλα Ιφιγένεια. Η μικρούλα ήταν πολύ ευτυχισμένη και όλη μέρα έπαιζε ξένοιαστη με τα παιχνίδια που της αγόραζαν. Στο σπίτι μέσα κυριαρχούσε η χαρά, πήγαιναν, εκδρομές συχνά και γενικά ήταν πολύ δεμένοι όλοι μαζί. Έτσι περνούσε ο καιρός για το μικρό κοριτσάκι, ευχάριστα και ανέμελα. Δίπλα τους,  υπήρχε ένα ψηλό σπίτι, που ζούσε μια άλλη οικογένεια, πολύ παράξενη. Οι γείτονες  του διπλανού σπιτιού, ποτέ δεν γελούσαν και σαν τους αντίκριζε κάποιος, είχε την αίσθηση πως υπάρχει κάτι πολύ κακό μέσα τους. Η μικρούλα Ιφιγένεια, μέχρι τότε δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι υπήρχε εκεί μέσα και σαν μικρό παιδάκι ήταν λίγο περίεργο. Οι γονείς της που την ήξεραν και ήθελαν να την προφυλάξουν, της είπαν να μην πλησιάζει τον τοίχο που χώριζε τα δυό σπίτια, ούτε και να πιάσει ποτέ κουβέντα με αυτούς. 

Ένα απόγευμα όπως έπαιζε στον κήπο με το μικρό κουβαδάκι και το φτυαράκι της, ένιωσε δυο μάτια να την κοιτούν επίμονα. Τότε αν και μικρή ένα ρίγος φόβου κυρίευσε  το κορμάκι της, για πρώτη φορά ένιωσε τι θα πει τρόμος. Δεν πρόλαβε να συνέλθει από αυτό, όταν ξαφνικά, φλόγες τύλιξαν το σπίτι της. Η μικρή άρχιζε να ουρλιάζει, μέσα εκεί ήταν και οι δυο γονείς της. Έκλαιγε με αναφιλητά και φώναζε για βοήθεια, από την μάντρα που χώριζαν τα δυο σπίτια, ένα κεφάλι πετάχτηκε. Η μικρή γύρισε λίγο το κεφάλι της, και τότε είδε δυο πύρινα κατακόκκινα μάτια να κοιτούν την φωτιά με εκστασιασμό. Άρχισε να κλαίει πιο δυνατά, όταν ένιωσε να την αγκαλιάζουν δυο χέρια, γύρισε το κεφαλάκι της και είδε μια γυναίκα ψηλή, ντυμένη στα άσπρα να της χαμογελάει και να την καθησυχάζει. Ησύχασε μικρή μου, σε προσέχω εγώ μην φοβάσαι και συγχρόνως της πέρασε από το μικρό της κεφαλάκι, ένα κολιέ. Ήταν ένας ξύλινος μικρός σταυρός, η μικρή δεν ήξερε τι ήταν γιατί δεν το είχε ξαναδεί. οι γονείς της ήταν άθεοι και έτσι αγνοούσε τελείως την ύπαρξη και την σημασία του σταυρού. Αυτό Ιφιγένεια μου, της είπε η όμορφη καλοσυνάτη γυναίκα, που γνώριζε και το όνομα της, θα το φοράς πάντα, για να μπορώ να σε προσέχω, όπου και να βρίσκεσαι. Να θυμηθείς μόνο, συνέχισε να λέει η γυναίκα, όταν μεγαλώσεις να με αναζητήσεις και να ψάξεις να μάθεις, την σημασία του κολιέ που σου έβαλα. Αυτά της είπε η ασπροφόρα γυναίκα και εξαφανίστηκε έτσι ξαφνικά, όπως παρουσιάστηκε.


Λίγα λεπτά μετά από την εξαφάνιση της μυστηριώδους γυναίκας, εμφανίστηκαν δυο πυροσβεστικά οχήματα, που άρχισαν να ρίχνουν νερό στα αποκαΐδια του σπιτιού. Έπειτα πήραν το κοριτσάκι και το έβαλαν σε ένα ορφανοτροφείο να μεγαλώσει, αφού οι γονείς της δεν ζούσαν πια.  Το κοριτσάκι περνούσε δύσκολα, δεν μπορούσε με τίποτα να προσαρμοστεί στο ψυχρό περιβάλλον του ορφανοτροφείου. Είχε γίνει πολύ απόμακρη και λιγομίλητη, δεν της άρεσε να παίζει πια με παιχνίδια, σαν  να είχε μεγαλώσει  ξαφνικά. Η υπεύθυνη του ορφανοτροφείου, συχνά την μάλωνε γιατί δεν υπάκουε όπως όλα τα άλλα παιδιά. Ήταν πολύ κακιά και το αυστηρό ντύσιμο της μαζί με τον κότσο που είχε πάντα, της έδινε ένα ύφος μέγαιρας και αυτό απωθούσε την Ιφιγένεια να την πλησιάσει και να υπακούσει στους κανόνες της, και έτσι πάντα την μάλωνε και κάποιες φορές την χτυπούσε, τάχα μου για να την συμμορφώσει. Η Ιφιγένεια κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί, έφερνε στο μυαλό της, τους γονείς της και την ασπροφορεμένη γυναίκα, τότε έσφιγγε το ξύλινο σταυρουδάκι και έκλαιγε με λυγμούς, ώσπου την έπαιρνε ο ύπνος.

Πέρασαν τα χρόνια και η Ιφιγένεια μεγάλωσε, έτσι έπρεπε να βγαίνει έξω από το ορφανοτροφείο για να εξασκεί το επάγγελμα που μάθαινε, της μοδίστρας. Ήταν καλοκαίρι και το κορίτσι γυρνούσε από την δουλεία για να πάει πίσω στα ψυχρά δωμάτια του ορφανοτροφείου. όμως έκανε πολύ ζέστη και κάθισε σε ένα παγκάκι να ξαποστάσει. Δίπλα, καθόταν ένας όμορφος νεαρός, φανερά προβληματισμένος. Η Ιφιγένεια κατάλαβε πως ο νεαρός είχε έντονο πρόβλημα και γύρισε να τον κοιτάξει, εκείνος δεν έδειξε να την πήρε είδηση, γιατί ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του. Γεια σου, του είπε δειλά, δειλά για να του πιάσει την κουβέντα. Αυτός τότε γύρισε και της ανταπέδωσε τον χαιρετισμό, όμως καθώς γύρισε να την δει, πρόσεξε πως και αυτός φορούσε, το ίδιο σταυρουδάκι με εκείνη. Τότε χωρίς να το σκεφτεί, άρχισε να τον ρωτάει, τι σημαίνει αυτό και που το βρήκε και διάφορες άλλες ερωτήσεις. Ο νεαρός άρχισε να της διηγείται τότε, μια παρόμοια ιστορία με την δική της, μόνο που εκείνος έχασε τους γονείς του σε κάποιο τροχαίο δυστύχημα, είχαν πολλά κοινά και οι δυο ιστορίες. όμως το εντυπωσιακό και που τους ένωνε ήταν η ασπροφορεμένη γυναίκα και το σταυρουδάκι που τους έδωσε.

Έτσι τα δυο παιδιά, άρχισαν να αναζητούν μαζί για να μάθουν τι σήμαινε ο σταυρός και ποια θα μπορούσε να είναι η γυναίκα με τα άσπρα που τους γνώριζε. Η Ιφιγένεια κάποια στιγμή,  θυμήθηκε ένα γέροντα που γνώρισε σε κάποια επίσκεψη του ορφανοτροφείου, στο γηροκομείο.  Μάλιστα θυμάται χαρακτηριστικά να της λέει, αν θέλεις να σου εξηγήσω τι συμβολίζει αυτό που φοράς, έλα να με βρεις. Τότε όμως είχαν φύγει βιαστικά και δεν πρόλαβε να ρωτήσει, και έτσι το είχε ξεχάσει, έως τώρα. Αφού είπε στον νέο την κουβέντα που είχε με τον γέροντα, ξεκίνησαν αμέσως να το βρουν. Ο γέροντας όμως ήταν στο νοσοκομείο σε σοβαρή κατάσταση, έτσι τους πληροφόρησαν. Αυτοί,  δεν έχασαν καιρό και έτρεξαν γρήγορα, μπας και τον προλάβουν. Έφτασαν στο νοσοκομείο και άρχισαν να τον αναζητούν σε όλα τα δωμάτια, και επιτέλους τον βρήκαν. Ήταν σε ένα θάλαμο γεμάτος με ορούς και κάτι μηχανήματα. Πλησίασαν κοντά του και κοντοσταμάτησαν, δεν ήξεραν αν θα μπορούσε να μιλήσει, για να τους δώσει τις πληροφορίες που χρειάζοντουσαν. Ο γέροντας που αντιλήφθηκε την παρουσία τους όμως, άνοιξε τα μάτια του. Καλώς τους, είπε σαν να τους περίμενε.

Σε λίγα ώρα μέσα, τους είπε ολόκληρη την ιστορία του Θεού και την θυσία του πάνω στον σταυρό, για να σώσει τους ανθρώπους από τις αμαρτίες. Η Ιφιγένεια, όλη αυτή την ώρα, της αφήγησης του γέροντα, έκλαιγε χωρίς να ξέρει γιατί. Να ήταν από την λύπη της που οι δικοί της δεν γνώριζαν τον Σωτήρα του κόσμου; ή να ήταν επειδή αξιώθηκε έστω και τώρα να μάθει την αλήθεια και να μπορέσει να ακολουθήσει τον δρόμο του Θεού; Όταν τέλειωσε ο γέροντας, τους ρώτησε αν ήθελαν να ρωτήσουν κάτι άλλο, γιατί έπρεπε να φύγει, η αποστολή του σήμερα, είχε τελειώσει. Ναι είπε ο νέος, γέροντα μου, ποια ήταν η γυναίκα που μας έδωσε τον σταυρό και που μας προστάτεψε από το μεγάλο κακό; Ο γέροντας τότε, γύρισε το κεφάλι του αριστερά και έγνεψε προς τον τοίχο. Εκεί ήταν η εικόνα της Παναγιάς, που κρατούσε στα χέρια της τον υιό της, τον Σωτήρα όλων των ανθρώπων. Τα δυο παιδιά, γονάτισαν και άρχισαν να κάνουν τον σταυρό τους, έτσι όπως τους έδειξε πριν λίγα λεπτά ο γέροντας. Θα κάθισαν ίσα με μισή ώρα έτσι γονατιστοί, ώσπου σηκώθηκαν να ευχαριστήσουν τον γέροντα και να φύγουν. Ο γέροντας όμως κοιμήθηκε για πάντα, βλέπετε η αποστολή του είχε τελειώσει. Έδωσε το φως του στα δυο νέα παιδιά και έφυγε ευτυχισμένος από την ζωή. Το χαμόγελο όμως υπήρχε ακόμα στα χείλη του, και έτσι θα τον θυμούνται πάντα. 

Τα δυο παιδιά όταν μεγάλωσαν και άλλο, παντρεύτηκαν και έζησαν ευτυχισμένα στον δρόμο του Θεού, που τους χάρισε και τρία υπέροχα παιδάκια.

Και έτσι, έζησαν αυτοί καλά, που βρήκαν επιτέλους τον δρόμο του Θεού και είναι ευτυχισμένοι, και εμείς καλύτερα που διδαχτήκαμε πως χωρίς Θεό, όλα είναι μάταια και κινδυνεύεις από το κακό κάθε στιγμή.

Μύριαμ Κ. Ρόδος 

Δεν υπάρχουν σχόλια: