Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Η Χρυσούλα

Η Χρυσούλα ήταν μια κοπέλα τριάντα πέντε χρονών, παντρεμένη με δυο παιδιά. Η ζωή της ήταν κόλαση, καθημερινά ακούγαμε φωνές τρομαγμένες να εκλιπαρούν για βοήθεια. Ο άντρας της Χρυσούλας ήταν πολύ βάναυσος και την χτυπούσε αλύπητα, εκείνη για να γλυτώσει την οργή του έτρεχε μισόγυμνη στους δρόμους χαράματα, αναζητώντας κάποιον να την βοηθήσει. Ήμουν  μικρή τότε για να καταλάβω κάποια πράγματα, το μόνο που θυμάμαι ήταν μια βαθιά λύπη για την γυναίκα αυτή. Πέρασαν δυο με τρία χρόνια και η Χρυσούλα συνέχιζε την ίδια ζωή, ξύλο και φανεροί μώλωπες από την βάναυση μεταχείριση του άντρα της. Όπως έμαθα αργότερα, την κακοποιούσε και σεξουαλικά σαν κτήνος. 

Μετά από λίγο καιρό η Χρυσούλα άρχισε να ψάχνει την αγάπη και την στοργή στην αγκαλιά άλλου άντρα, μόνο που δεν είχε καθαρό μυαλό και σωστή κρίση, είχε αρχίσει να διαταράσσεται η ψυχική της υγεία. Σαν λύση βρήκε να ψάχνει τον έρωτα, από άλλους άντρες. Της έλειπε η αγάπη, ο σεβασμός και φυσικά η ηρεμία και έτσι άρχισε την αναζήτηση. Τα έφτιαξε με ένα φανταράκι, κατά πολύ μικρότερο της.  Είχε την ψευδαίσθηση πως την αγαπούσε και για λίγο καιρό, πετούσε στα ουράνια. Αφού  εκείνος της έταζε τον ουρανό με τα άστρα,  για να την εκμεταλλευτεί και να περνάει καλά.

Ο καιρός πέρασε και ο φαντάρος τέλειωσε τη θητεία του και εξαφανίστηκε χωρίς να της πει κουβέντα. Τότε εκείνη άρχισε να τον αναζητάει παντού και να κλαίει απελπισμένα, αλλά αυτός σαν να άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Πέρασε καλά στην θητεία του και μετά σιγά μην καθόταν μαζί της. Όμως οι βλακείες τις Χρυσούλας δεν σταμάτησαν εκεί, άρχισε να γίνεται επιθετική και μέχρι που έδιωξε τον άντρα της μαζί με τα παιδιά να φύγουν από το σπίτι της. Γιατί νόμιζε πως αυτός ήταν ο λόγος που δεν εμφανιζόταν ο έρωτας της. Βέβαια καλά έκανε που τον έδιωξε, αλλά τα παιδιά της έπρεπε να τα είχε κοντά της.

Από εκεί και πέρα, έπεσε σε βαριά κατάθλιψη και δεν έβγαινε έξω από το σπίτι της. Θυμάμαι οι πόρτες της ήταν ερμητικά κλειστές, ούτε παράθυρα άνοιγε και θα νομίζαμε πως έφυγε από την γειτονιά, αν δεν βλέπαμε την αδελφή της να της πηγαίνει ένα πιάτο φαγητό κάθε μέρα. Πέρασαν καμιά δεκαριά  χρόνια, άλλαξα γειτονιά και είχα χάσει την Χρυσούλα, σχεδόν την είχα ξεχάσει. Σε ένα από τα ταξίδια μου κάποια φορά, είδα μια γυναίκα γερασμένη και ξεμαλλιασμένη να κάθεται στην γωνία και να με κοιτάει. Εμένα δεν μου θύμιζε κάτι και συνέχισα να διαβάζω. Κάποια στιγμή την βλέπω να έρχεται προς εμένα. Τα ρούχα της ήταν άθλια, παλιά, λερωμένα και συνδυασμός  παντελονιού με φόρεμα μέχρι το γόνατο. Κατάλαβα πως κάτι δεν πάει καλά με αυτή την γυναίκα και λυπήθηκα. Όταν ήρθε κοντά μου, έκανα χώρο να καθίσει, αφού ήρθε και στάθηκε ακριβώς πάνω μου. Εσύ δεν είσαι η μικρούλα Μύριαμ που έμενες κοντά μου;  μου είπε. Τότε την κοίταξα καλά και προσπάθησα να θυμηθώ αν την ξέρω.  Είδα τα πελώρια γαλάζια μάτια της, που ακόμα διατηρούσαν το έντονο χρώμα, αν και θολά, σαν το μυαλό της, τα αναγνώρισα και της είπα, μήπως είσαι η Χρυσούλα; Ναιιι μου είπε και φωτίστηκαν τα μέχρι τώρα, σκοτεινά μάτια της. Έχω αρκετά χρόνια να σε δω, (δικαιολογήθηκα που δεν την γνώρισα)  άλλαξα γειτονιά και γιαυτό δεν σε θυμήθηκα. Της είπα αμέσως,  γιατί ένιωσα άσχημα που δεν την αναγνώρισα. 

Εκείνη με κοιτούσε εξεταστικά, ένιωσα τη ματιά  της να με διαπερνάει σαν να ήμουν κάτι περίεργο και ένιωσα άβολα. Γιατί με κοιτάς έτσι, της είπα για να βγάλω από πάνω μου, αυτό το επίμονο βλέμμα. Ξέρεις που πάω τώρα με ρώτησε; Όχι που θέλεις να ξέρω της απάντησα. Στην Λέρο στο ίδρυμα (ψυχιατρείο) είμαι και κατέβηκα με άδεια. Εκεί ήσουν χαμένη τόσο καιρό; ναι μου είπε, με έβαλε η αδελφή μου και μου πήρε το σπίτι. Δεν μίλησα και τι να πω δεν ήξερα αν ήταν αλήθεια η γέννημα της φαντασίας της και έτσι της άλλαξα κουβέντα. Τα παιδιά σου τα βλέπεις; καλά είναι; Όχι μου απάντησε και τα μάτια της βούρκωσαν, δεν με θέλουν. Μα εγώ κρύφτηκα και είδα την κόρη μου, συνέχισε να λέει και τα μάτια της φωτίστηκαν. Μεγάλωσε τόσο πολύ και είναι κούκλα, αλλά δεν θέλει ούτε να της μιλώ και ξανά βυθίστηκε στις σκέψεις της.

Έπειτα την ρώτησα αν θέλει καφέ και κάτι να φάει, μου είπε ναι, της αγόρασα κάτι, πήγα να της δώσω και λίγο χαρτζιλίκι μα δεν το δέχτηκε, είπε πως έχει. Έψαξα στην βαλίτσα μου και βρήκα ένα άρωμα και της το έδωσα, θυμήθηκα πως της άρεσαν πολύ, δεν έπεσα έξω έκανε σαν να της έδωσα θησαυρό. Στο ταξίδι αυτό, ήταν και η τελευταία φορά που είδα την Χρυσούλα, δεν ξέρω τι απέγινε, αν είναι καλά και που ζει. Όσο για το σπίτι της, αλήθεια έλεγε το πήρε η αδελφή της. Δεν ξέρω τον λόγο για να πω την γνώμη μου, αλλά αν εκμεταλλεύτηκε την ψυχική της διαταραχή και το πήρε, είναι κρίμα. Εύχομαι η Χρυσούλα να μπορέσει να βρει την γαλήνη στην ψυχή της και κάποια μέρα να την ξαναδώ, να είναι καλύτερα και κοντά στα παιδιά της.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Θαύματα υπάρχουν;

Ακούω πολλούς να μιλάνε και να είναι κατηγορηματικοί με τα θαύματα. Λένε πως δεν υπάρχουν θαύματα και πως όλα είναι φαντασία των ανθρώπων. Ποιοι όμως τα αμφισβητούν και γιατί. Συνήθως αυτοί που δεν πιστεύουν στον Θεό και  προσπαθούν πάνω σε αυτά να γελοιοποιήσουν την θαυμαστή ενέργεια των θαυμάτων. Μάλιστα τα παρουσιάζουν σαν κάτι τρελό,  εξωφρενικό και φυσικά ανύπαρκτο όπως ο Θεός, σύμφωνα με το σκεφτικό τους. 

Οι άνθρωποι ότι δεν καταλαβαίνουν προσπαθούν να το εξηγήσουν με την δική τους λογική. Eντάξει, όμως το θέμα είναι πως δεν αρκούνται σε αυτό, αλλά μιλάνε τελεσίδικα για το συμπέρασμα τους. Το άλλο που κάνουν, είναι να λένε πως εγώ δεν είδα κανένα θαύμα, άρα δεν υπάρχει Θεός. Ε πως να δεις φίλε-η μου αφού δεν πιστεύεις; Αν και έπρεπε να ανοίξεις τα μάτια σου και να κοιτάξεις τον κόσμο, την φύση και το στερέωμα, αυτό δεν είναι ένα θαύμα, που μέχρι τώρα επιστήμονες και μελετητές ψάχνουν να βρουν; Να σε πληροφορήσω, πως θαύμα δεν είναι να δεις ένα κατσικάκι να μεταμορφώνεται σε λύκο, ούτε ένα γουρουνάκι σε γατούλα, αυτά είναι μόνο στην φαντασία και στα παραμυθάκια. Θαύμα είναι να παρακαλάς και να ζητάς μέσα από την καρδιά σου, κάτι τον  Θεό και εκείνος με τις ενέργειές του, να σου εκπληρώνει την επιθυμία σου. Αν συντρέχει σοβαρός  λόγος, που πρέπει να επέμβει, φυσικά.

Ο περισσότερος κόσμος έχει χάσει την πίστη του και στρέφει τα μάτια του στον Θεό, μόνο στην μεγάλη ανάγκη. Του ζητάει με επιπόλαιο τρόπο να τον βοηθήσει και αν δεν γίνει αυτό που ζητάει, τότε θυμώνει και αποστρέφεται για πάντα τον Θεό. Για να ζητήσεις όμως κάτι από τον Θεό, θα πρέπει να γίνει με πολύ πίστη και αγάπη προς εκείνον για να σε ακούσει. Κάποιες φορές που υπάρχει η δυνατή πίστη σε έναν άνθρωπο, ο Θεός κάνει θαύματα και επεμβαίνει για να διορθώσει κάτι και να τον βοηθήσει. Ο Θεός δεν είναι επιδειξίας και ούτε έχει ανάγκη να προβληθεί, μας θέλει με πλήρη συνείδηση κοντά του και γιαυτό άλλωστε, μας έδωσε την ελεύθερη βούληση. Τα θαύματα είναι μια πράξη ενεργειών που κάνει για να βοηθήσει κάποιον και που αν είναι κοντά του, θα τα καταλάβει. Μην περιμένετε από κάποιον που δεν πιστεύει και που δεν ξέρει καλά καλά από που προήλθε, να πιστέψει σε ένα θαύμα.

Θαύματα λοιπόν υπάρχουν άπειρα και τα μόνα ορατά είναι τα δημιουργήματα του, πάνω και έξω από την γη. Αν σηκώσετε ψηλά το κεφάλι θα τα δείτε και αν γυρίσετε το κεφάλι,  και ψάξετε τον κόσμο μας, πάλι θα δείτε. Αν θέλετε να τα κοιτάξετε πιο καθαρά, τότε θα πρέπει να μείνετε κοντά του, να προσεύχεστε με ταπείνωση και αληθινή αγάπη προς εκείνον και όλους τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά σας. Ο Θεός το μόνο που ζήτησε είναι η αγάπη, ακολουθείστε την και που ξέρετε, ίσως να έχετε την τύχη να δείτε και εσείς το δικό σας θαύμα και να πειστείτε.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

Η τσιγγάνα και η Βουλγάρα

Θυμάμαι πριν λίγο καιρό, που ταξίδευα με το πλοίο της γραμμής, ένα περιστατικό που με προβλημάτισε λιγάκι. Καθόμουν στο σαλόνι του πλοίου, είχα πάρει ένα καφέ και έπινα χαζεύοντας τον κόσμο, που πηγαινοερχόταν. Δίπλα μου ήρθε να καθίσει μια γυναίκα, γύρω στα εξήντα. Ήταν αδύνατη, καστανή και κρατούσε δυο σακούλες νάιλον και την τσάντα στον ώμο της. Ήρθε δίπλα μου και στρογγυλοκάθησε, από την ώρα εκείνη άρχισε να φλυαρεί ακατάπαυστα. Μέσα σε λίγη ώρα έμαθα πως την λένε, ότι είναι Βουλγάρα, πως δούλευε στη Ρόδο σε ένα σπίτι και πως έχει δυο μεγάλους γιους. Δεν ξέρω σε τι θα με ενδιέφεραν εμένα αυτές οι πληροφορίες, μα από ευγένεια απαντούσα που και που μονολεκτικά. Παραδίπλα μας και δίπλα από την Βουλγάρα καθόταν μια όμορφη τσιγγάνα. Ήταν ατημέλητη όπως συνηθίζουν να είναι, αλλά είχε ένα πλατύ χαμόγελο και φαινόταν καλόκαρδη. Κάποιες στιγμές, μου χαμογελούσε σαν να καταλάβαινε πως δυσανασχετούσα με την πολυλογία της διπλανής μου.

Η Ελπίδα, έτσι έλεγαν την Βουλγάρα κύρια, ενοχλήθηκε με την παρουσία της τσιγγάνας και μου ψιθύρισε, αυτή βρωμάει πολύ. Εγώ δεν απάντησα και εκείνη συνέχισε πάλι τις  ιστορίες της. Το πλοίο εκείνη την ημέρα, ήταν γεμάτο από Αθίγγανους, κάποια παιδιά έτρεχαν μέσα ξυπόλυτα κάνοντας θόρυβο και η Ελπίδα φανερά ενοχλημένη, έκανε πάλι κριτική. Μα είναι πράγματα αυτά να κυκλοφορούν ξυπόλυτα μέσα στο πλοίο; Η τσιγγανοπούλα με κοίταξε και χαμογέλασε, διέκρινα μια πικρία, αλλά δεν είπε κάτι. Η Βουλγάρα κάποια στιγμή την ρωτά, είναι συγγενείς σου αυτοί εκεί; και έδειξε μια παρέα τσιγγάνων, όχι της απάντησε εκείνη ευγενικά, απλά γνωστοί μου είναι.

Σε κάποια στιγμή, είδαμε μια μικρούλα τσιγγανοπούλα να έχει λουστεί στις τουαλέτες του πλοίου και να έχει πιάσει πρόχειρα τα μαλλιά χωρίς να τα χτενίσει, σε ένα είδος κότσου. Η Βουλγάρα γέλασε υποτιμητικά και λέει, αυτοί δεν πλένονται και μόλις βρουν ευκαιρία θα πλυθούν όπου να είναι. Εγώ πάλι δεν μίλησα, μα αισθάνθηκα άσχημα που μιλούσε έτσι και την άκουγε η τσιγγανοπούλα. Μετά από λίγα λεπτά,  ήθελε να πάει να καπνίσει έξω και μου λέει, βλέπε τα πράγματα μου να μην μου τα κλέψουν θα βγω λιγάκι έξω. Βγήκε πράγματι έξω και σε λίγο γύρισε και μου χαμογέλασε. Η Ελπίδα ξέχασα να σας πω, ότι της έλειπαν δυο δόντια πάνω αριστερά και άλλα δυο κάτω δεξιά και όταν έκλεινε το στόμα της ήταν σαν να σφράγιζε η μπουκαπόρτα του πλοίου.

Όταν γύρισε εγώ για να γλιτώσω άνοιξα τον υπολογιστή μου και άρχισα να παίζω, για λίγο σταμάτησε και νόμιζα πως γλίτωσα. Πείνασα μου λέει, εκεί απέναντι της είπα και της έδειξα το μπαρ έχει τοστ πήγαινε να πάρεις. Μπα μου είπε, θα περιμένω το εστιατόριο να ανοίξει. Βλέπετε μου το έπαιζε φραγκάτη, αφού μου είπε πως πληρωνόταν καλά από μια γιαγιά που έβλεπε. Σε λίγο έγινε ανακοίνωση πως άνοιξε το εστιατόριο, αλλά αυτή δεν κουνήθηκε. Πέρασαν είκοσι λεπτά, όταν ξανάρχισε να λέει, πείνασα δεν έχω φάει από το πρωί, και τότε η τσιγγανοπούλα που ήταν δίπλα της την ρώτησε, δεν έχεις λεφτά να φας; Δεν είδα αν της έγνεψε καταφατικά, αλλά αμέσως συνέχισε να της λέει, έχω μακαρόνια με κρέας θέλεις να σου βάλω; και πόσο κάνει; ρώτησε η Ελπίδα. Τίποτα καλέ δεν κάνει και σηκώθηκε αμέσως, να της φέρει φαγητό. Σε λίγα λεπτά έφερε ένα πιάτο μακαρόνια με κρέας, από την  γιαγιά της. Η Ελπίδα στρώθηκε στο φαγητό και εγώ αναρωτήθηκα, τώρα δεν σιχαίνεται την βρωμιάρα, όπως την έλεγε; Μα μέσα σε αυτή την σκέψη μου, ένιωσα και θαυμασμό για την γενναιοδωρία της τσιγγανοπούλας, που έτρεξε αμέσως να της φέρει να φάει, παρόλο που δέχτηκε τόσες προσβολές εν μέρει, από την Βουλγάρα.


Ηθικό δίδαγμα: Ποτέ μην υποτιμάτε και σνομπάρετε κανέναν, γιατί από εκεί που δεν το περιμένετε  έρχεται η βοήθεια, και η καλοσύνη δεν έχει να κάνει με τα ωραία ρούχα, αλλά με την ωραία καρδιά.


Μύριαμ Κ. Ρόδος

Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

Κίνημα σαλιγκαριών (καραβόλων)

Σήμερα θα μιλήσουμε για τα κόμματα που προβληματίζουν πιστεύω όλους τους Έλληνες. Τι είναι λοιπόν τα κόμματα και οι κομματικές παρατάξεις; Εγώ θα τα παρομοίαζα με σκουλικαντέρες, αλλά είπα να σοβαρευτώ λιγάκι και να  
κοιτάξουμε στα ίσια να δούμε τι ακριβώς είναι. 

Θα έλεγα λοιπόν πως μοιάζουν με τα σαλιγκάρια,  που είναι σε λήθαργο το καλοκαίρι και τον χειμώνα ξυπνάνε. Βέβαια με τα κόμματα δεν συμβαίνει ακριβώς έτσι, αυτοί κοιμούνται τέσσερα χρόνια και ξυπνούν μόνο όταν είναι να μας φλομώσουν στις υποσχέσεις. Ο ύπνος τους βέβαια έχει να κάνει μόνο με το κομμάτι που πρέπει να κοιτάξουν τους πολίτες γιατί κατά τα άλλα είναι ανοιχτομάτες  και μακρυχέρηδες και το μόνο που κάνουν είναι να μας σουφρώνουν τα λιγοστά χρήματα που μας δίνουν με το κόλπο του φπα και άλλα τρικ δικά τους. Έτσι αποφάσισα και εγώ να έρθω στην αντεπίθεση και να κάνω δικό μου κόμμα σαλιγκαριών ή αλλιώς καραβόλων που λέμε και στο νησί μου.

Το δικό μας κόμμα δεν υστερεί σε τίποτα από τα άλλα. όμως έχει μια ιδιαιτερότητα, έχει καινούρια υπουργεία και αυστηρούς υπουργούς.
Γιαυτό θα σας πω να μας επιλέξετε με την ψήφο σας, να μας εμπιστευτείτε και δεν θα χάσετε. Τώρα θα σας παρουσιάσω τους υποψήφιους υπουργούς και υφυπουργούς για να δείτε τι διαμάντια έχει το κόμμα μας. 

Υποψήφιος Πρωθυπουργός: Μύριαμ η δωδεκανήσια.
Υπουργός: για εγκεφαλικά που θα πάθουν οι πολιτικοί και κάθε είδους ιατρικά από το ξύλο, Ρουβήμ ο Ροδοσυλλέκτης και αυτός από την Ρόδο.
Υπουργός: παρά τον πρωθυπουργό Μίνα η γλωσσοκοπάνα, αυτή αναλαμβάνει το βήμα στην βουλή και όποιον πάρει ο χάρος.
Υπουργός δικαιοσύνης: Κική Λεκάκη και υφυπουργός, Κατερίνακι  Κατερίνα και μην σας ξεγελάει το ότι είναι γυναίκες γιατί είναι πολύ άγριες όταν χρειαστεί.
Υπουργός τσιφτεντελιού: Σοφία Τουλκερίδου και υφυπουργός Μανώλης Βασιλακάκης που θα κρατάει το ντέφι. Αυτοί θα διασκεδάζουν την βουλή όταν πρόκειται να πάρει σοβαρές αποφάσεις.
Υπουργός φτυσίματος σε καιρό ανομβρίας. Κώστας Μπέσκος: έχει αναλάβει να ποτίσει, τους παλιούς υπουργούς της βουλής και νομίζω θα τα καταφέρει άψογα.

Υπουργός μαγειρικής και συσσιτίου στους άπορους που άφησαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Βάσω Κούλα,  Αλίκη Βαλονάση, Νούλα Λαουτίδη και Μαίρη Λαμπρινού. Είναι έμπειρες μαγείρισσες και χειρίζονται άψογα την κουτάλα, γιαυτό να μην τους κολλάτε γιατί είναι κομματάκι άγριες.
 Υφυπουργός κυνηγών ζώων και όχι μόνο, Σάββας Βουτσάς αναλαμβάνει ακόμα και την Βίκυ Σταμάτη να κυνηγήσει μπας και την γιατρέψει.

Υπουργός δημόσιας τάξης:Γεωργία Θεοδοσοπούλου που είναι έτοιμη για όλα
Υφυπουργός  χασάπικου στην βουλή: Δέσποινα Χασάπη και Σταμάτης Καρέλης, αυτοί οι δυο θα σας σερβίρουν τα κρέατα που περισσεύουν στην βουλή και θα κυνηγάνε με τις μαχαίρες όσους έχουν απομείνει μέσα.

Υπουργός μαντινάδας και διασκέδασης, Μηνάς από Κρήτη, έχει μαντινάδες για όλα τα γούστα σταυρώστε τον.
Υφυπουργός παραπόνων, Δημήτρης Μητσόπουλος και υπουργός χωρίς χαρτοφυλάκιο γεμάτο, Γιάννης Ρούσος ο άγριος και Κουκ ο ξινός.
Υπουργός καλλωπισμού: Βάγια Κωστή και Λέτα Μασούτη. Αυτές θα σας πηγαίνουν στα καλύτερα ινστιτούτα και θα σας κάνουν να μοιάζετε σαν την Κλεοπάτρα.
Υπουργοί για τον πολιτισμό θα είναι: Λίνα Πα και  Κική Καλογεράκου δυο σε ένα για να μην πληρώνετε έξτρα υπουργεία. 
Υπουργός Γκρίνιας ο ποιος Θανάσης, τώρα μην ψάχνετε και εσείς ποιος είναι θα τον δείτε στα ψηφοδέλτια μας,
Υπουργός κακουργημάτων και ασφάλειας της χώρας, Τρόμος τρομάρας και Σπύρος Λιόσης.


Υφυπουργοί υπεύθυνοι για το στιλ σας Μαρίνα Ψιμοπούλου, Χριστίνα Ντίλη και Στέλλα Σαράντη, θα σας έχουν τις καλύτερες στιλιστικές προτάσεις και τύφλα νάχει ο Γαβαλάς. 
  Υπουργός και υφυπουργός που θα κυνηγάνε του κλέφτες που μας τα έφαγαν θα είναι: Νίκος Παπαδόπουλος Γιάννης Χρυσανθέας και Νικόλαος Γαλιάτσης. 
Και τελευταίος ο υποψήφιος βουλευτής Κωσταντίνος Γλυνός που θα πάρει το υπουργείο πίσω και σας έφαγα και θα κυνηγήσει όλα τα λαμόγια. 

Αυτό είναι το κίνημα μας και πιστεύω να μας ψηφίσετε. Αν δεν μας ψηφίσετε πάλι δεν πειράζει, εμείς θα σας προσφέρουμε από ένα πιάτο σαλιγκάρια να χορτάσατε. Αν όμως μας ψηφίσετε θα σας δώσουμε δωρεάν μια κρέμα ανάπλασης με βάση τα σάλια του καραβόλα, είναι θαυματουργή μην γελάτε και μετά θα σας πάμε και στο Παρίσι για αναψυχή. Το σκέφτεστε ακόμα;



Μας έχει μείνει ένα υπουργείο περιποίηση της Μέρκελ όποιος θέλει να δηλώσει 
συμμετοχή.





Μύριαμ Κ. Ρόδος



Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

Προσευχή για να σε βοηθήσει ο Θεός



Όταν είσαι απελπισμένος-η και δεν ξέρεις τι να κάνεις. Όταν έχεις να αντιμετωπίσεις μια δυσκολία, όπως αρρώστια ή μια πολύ δύσκολη κατάσταση, απευθύνσου στον Θεό. Εκείνος έχει την δύναμη αν το ζητήσεις μέσα από την καρδιά σου, να σε βοηθήσει. 

ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ.

Ψαλ. 12,2 Ἕως πότε, Κύριε, ἐπιλήσῃ μου εἰς τέλος; ἕως πότε ἀποστρέψεις τὸ πρόσωπόν σου ἀπ᾿ ἐμοῦ;

Ψαλ. 12,2 Εως πότε, Κυριε, θα με λησμονής εντελώς; Εως πότε θα αποστρέφης, σα να αδιαφορής δια την θλίψιν μου, το πρόσωπόν σου από εμέ;


Ψαλ. 12,3 ἕως τίνος θήσομαι βουλὰς ἐν ψυχῇ μου, ὀδύνας ἐν καρδίᾳ μου ἡμέρας καὶ νυκτός; ἕως πότε ὑψωθήσεται ὁ ἐχθρός μου ἐπ᾿ ἐμέ;

Ψαλ. 12,3 Εως πότε, Κυριε, θα καταρτίζω μέσα μου σχέδια λυτρώσεώς μου από τους εχθρούς μου, και όμως θα δοκιμάζη ημέραν και νύκτα η καρδία μου οδύνας, διότι θα βλέπη αυτά να ναυαγούν, ώστε να μένω έτσι εκτεθειμένος εις κινδύνους; Εως πότε θα υψώνεται απειλητικός και θα θριαμβεύη εναντίον μου ο εχθρός;

Ψαλ. 12,4 ἐπίβλεψον, εἰσάκουσόν μου, Κύριε ὁ Θεός μου· φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον,


Ψαλ. 12,4 Ρίψε ένα βλέμμα συμπαθείας προς εμέ, και άκουσε την προσευχήν μου Κυριε, ο Θεός μου. Αναζωογόνησε το φως των οφθαλμών μου, το οποίον από το βάρος των μεγάλων και πολυαρίθμων θλίψεων πρόκειται να σβήση. Μη επιτρέψης να κλείσουν οριστικώς τα μάτια μου και κοιμηθώ τον ύπνον του θανάτου·


Ψαλ. 12,5 μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου· ἴσχυσα πρὸς αὐτόν· οἱ θλίβοντές με ἀγαλλιάσονται, ἐὰν σαλευθῶ.

Ψαλ. 12,5 δια να μη είπη με πολλήν χαιρεκακίαν ο εχθρός μου· “υπερίσχυσα εναντίον του και τον ενίκησα”. Οι εχθροί μου, που με θλίβουν, θα χαρούν πάρα πολύ, εάν κλονισθώ και πέσω.


Ψαλ. 12,6 ἐγὼ δὲ ἐπὶ τῷ ἐλέει σου ἤλπισα, ἀγαλλιάσεται ἡ καρδία μου ἐπὶ τῷ σωτηρίῳ σου· ᾄσω τῷ Κυρίῳ τῷ εὐεργετήσαντί με καὶ ψαλῶ τῷ ὀνόματι Κυρίου τοῦ Ὑψίστου.

Ψαλ. 12,6 Εγώ όμως έχω στηρίξει την ελπίδα μου εις σέ. Η καρδία μου θα αισθανθή απερίγραπτον χαράν, όταν συ ευδοκήσης και μου στείλης την ποθητήν σωτηρίαν. Τοτε εγώ θα τραγουδώ ύμνους ευχαριστίας προς σε τον ευεργέτην και Κυριον μου, και θα συνθέσω ύμνους δοξολογίας εις δόξαν του ονόματος Κυρίου του Υψίστου.

Μύριαμ Κ. Ρόδος