Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2015

Πως θα λύσετε τα μάγια

 Στις μέρες μας όπου κυκλοφορεί η κακία και η ζηλοφθονία, πολλοί ασχολούνται με τις δαιμονικές ενέργειες όπως είναι τα μάγια για να κάνουν κακό σε κάποιον που εχθρεύονται ή ζηλεύουν. Έτσι αποφάσισα να σας γράψω πως να τα λύσετε μόνοι σας, αν για κάποιο λόγο δεν μπορείτε να απευθυνθείτε σε ιερέα.Τα μάγια μπορείτε να τα λύσετε έτσι όπως σας γράφω. Αγοράζετε σαράντα κεράκια αυτά τις εκκλησίας. Βάζετε σε ένα ποτήρι τρία  και διαβάζετε τρεις φορές την ευχή που θα δείτε στο βίντεο. Όπου λέει ο δούλος του Θεού θα βάζετε το όνομα που θέλετε να ελευθερώσετε από τα μάγια, πχ ο δούλος του Θεού Μαρία και συνεχίζετε την προσευχή και επαναλαμβάνετε κάθε φορά το όνομα που θα διαβάζετε ο δούλος του Θεού.

Το νερό στο ποτήρι παραμένει δεν το πετάμε, συνεχίζουμε πάλι με τρία κεράκια και διαβάζοντας ξανά τρεις φορές. Αυτό θα γίνει μέχρι να διαβάσετε σαράντα φορές την προσευχή και να χρησιμοποιήσετε και τα σαράντα κεριά. Αφού διαβάσετε σαράντα φορές, τότε παίρνετε το ποτήρι με το νερό και ραντίζετε το σπίτι που νομίζετε πως έχει δεχθεί κακή ενέργεια από μαγεία. Φυσικά ραντίζετε και το άτομο που διαβάσατε. Επειδή κάποιοι δεν μπορούν να πάνε στην εκκλησία που κανονικά θα έπρεπε να διαβαστεί από τον παπά, σας βάζω το βιντεάκι με την προσευχή που μας διαβάζει ο πατήρ Ιωάννης και τον ευχαριστούμε. Την προσευχή μπορείτε να την κάνετε κάθε μέρα, φτάνει να έχετε το ίδιο νερό που θα φυλάξετε και θα σκεπάσετε να μην εξατμιστεί.


Αυτή η προσευχή κάνει για όλα, γλωσσοφαγιά, καταλαλιά, βασκανία και κάθε επιρροή που ασκείτε πάνω μας, από τις δυνάμεις του κακού. Είναι το φυλαχτό μας γιαυτό καλό είναι να την διαβάζετε ή από το βιβλιαράκι του Κυπριανού ή να την ακούτε από τον πάτερ Ιωάννη καθημερινά. Ευχαριστώ για άλλη μια φορά τον πάτερ Ιωάννη, για την ευγενή καλοσύνη του να μας γράψει αυτό το βίντεο.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Φιλη πραγματικη

Η φιλία είναι τόσο δύσκολο πράγμα στην εποχή μας, μια και ξέφτισαν οι ανθρώπινες αξίες, και πάγωσαν των ανθρώπων οι καρδιές.  Τι είναι λοιπόν η λέξη φιλία και τι σημασία έχει για όλους εμάς. Φίλη θα πει να είσαι με κάποιαν που θα μπορείς να μοιραστείς όλα τα συναισθήματα, τον πόνο, την χαρά το γέλιο, τα όνειρα σου μικρά ή μεγάλα και αυτή να αισθάνεται ότι της λες σαν να είναι κομμάτι δικό σου. Φίλη είναι η προέκταση του εαυτού μας, που μπορούμε άνετα να της πούμε τα πάντα και να πάρουμε και κάποια συμβουλή αν χρειαστεί. Φιλία είναι αυτό το δέσιμο που υπάρχει στους ανθρώπους, η ανιδιοτελής σχέση. Είναι αυτό που λέμε πως έχουμε κάποιον ώμο να κλάψουμε αν χρειαστεί ή να γλεντήσουμε μια μεγάλη χαρά, και να την μοιραστούμε, μαζί με την φίλη μας. Θέλει μεγάλη προσοχή όμως, γιατί υπάρχει η λυκοφιλία πολύ καλά καλυμμένη, από ένα δήθεν ευγενικό και γλυκό χαμόγελο. Υπάρχουν αυτές οι φιλίες, που δίνουμε τα πάντα από τον εαυτό μας και είναι λάθος μεγάλο, γιατί μετά αν σε προδώσει,  θα χάσεις την εμπιστοσύνη σου στους ανθρώπους.

Δεν είναι και λίγες φορές που βλέπουμε μια δήθεν φίλη να μας κατηγορεί την κολλητή της και να μας αποκαλύπτει πράγματα για εκείνη, που έπρεπε να τα είχε σφραγίσει μέσα της. Η φίλη είναι σαν τον εξομολογητή, που ακούει, συμβουλεύει αν μπορεί, δίνει κουράγιο σε κάποιες δύσκολες καταστάσεις και είναι πάντα δίπλα σου όταν την χρειαστείς. Η φίλη φίδι διαφέρει πολύ από την καρδιακή σου φίλη, έχει μέσα της τον φθόνο και όταν σε δει να προοδεύεις ή να χαίρεσαι, λυσσάει  μέσα της και θέλει να στο χαλάσει αυτό. Είναι συχνό φαινόμενο η προδοσία από φίλη, που στην ουσία βέβαια δεν ήταν ποτέ φίλη, απλά έτσι νόμιζες εσύ.  Γιατί πιστεύεις, πως όλοι είναι καλοπροαίρετοι και ειλικρινείς, σαν εσένα. Όταν δείτε λοιπόν, άνθρωπο να σας κατηγορεί κάποιον άλλο άνθρωπο, που στην ουσία έχει δεσμό φιλίας, καλό είναι να την κάνετε με ελαφριά πηδηματάκια, όπως λέμε στην καθομιλουμένη. Φυσικά, είναι βέβαιο, πως τα ίδια και χειρότερα θα λέει και θα κάνει και σε  εσάς. Ίσως μάλιστα να σας χαλάσει και το σπίτι αν την βάζετε μέσα. Στο σπιτικό μας, να ξέρουμε, ποιαν βάζουμε και αν πρέπει να την βάζουμε, υπάρχουν και οι αντροχωρίστρες κορίτσια προσοχή, άπειρα τα παραδείγματα της ζωής.

Δεν χρειάζεται να έχεις φιλία με πολλά άτομα, μιλάω για στενή φιλία και όχι αυτή, του να πάω με κάποιαν για καφέ και να κάνω παρέα, αυτό είναι άλλη παράγραφος. Μπορείτε να κάνετε παρέα αλλά χωρίς να μοιράζεστε τα προσωπικά σας, μια τυπική φιλία θα την ονόμαζα, απλά για να περάσετε τον χρόνο σας για λίγο και να αλλάξετε παραστάσεις. Έτσι θα έχετε ήσυχο το κεφαλάκι σας, πως δεν θα φάτε προδοσία, ούτε από πίσω μαχαιρώματα και κυρίως δεν θα πονέσετε, από την ιερή λέξη φιλία.

Εγώ πρέπει να σας ομολογήσω, πως σε αυτό στάθηκα πολύ τυχερή, έχω πραγματικές φίλες, λίγες μπορώ να πω, έως μετρημένες, αλλά τις θεωρώ σαν αδελφές μου και δεν τις ξεχωρίζω από αυτές. Μπορεί να περάσει καιρός να βρεθώ με μια από τις φίλες μου, λόγω απόστασης, μα σαν βρεθούμε, λες και δεν έχει περάσει ούτε ένα λεπτό που χωριστήκαμε. Αγαπώ πολύ τις φίλες μου και ξέρω πως και αυτές το ίδιο αισθάνονται για μένα. Την φιλία εγώ την γεύτηκα  από την καλή πλευρά της, και είμαι προσεκτική να μην την γευτώ ούτε να την δω, από την κακή και ψυχρή πλευρά της. Προσέχουμε για να έχουμε, έτσι;

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

Είμαι γυναίκα

Είμαι γυναίκα, ε και; με λες αδύναμο φύλο άλλα δεν είμαι, γιατί δεν κλαψουρίζω σε κάθε αναποδιά, αλλά παλεύω να τα ισιώσω και  να σταθώ πάλι όρθια. Δεν είμαι δειλή να κρύβομαι στο καβούκι μου, επειδή μου έτυχε κάτι στραβό. Αγωνίζομαι με νύχια και με δόντια, αντίθετα από σένα που ζεις στα σκοτεινά, επειδή δεν ήρθαν όπως θα ήθελες κάποια πράγματα. Δεν μπορεί να με γονατίσει η ζωή, όσο και αν προσπαθεί,  και ας είμαι γυναίκα. Και αν  κάποιες φορές γονατίσω, βάζω τεράστια δύναμη, και αμέσως σηκώνομαι. Δεν μου αρέσει να με λες αδύνατο φύλο, γιατί είμαι ανθεκτική  στον βοριά, και δεν αφήνω να με ρίξει όπως  εσένα. Αντιστέκομαι και τα καταφέρνω καλά θαρρώ, γιατί έχω γερά ψυχικά  θεμέλια. Να είδες; εσύ κρύφτηκες πίσω από το πέπλο της κατάθλιψης, την άφησες να σε τυλίξει και τώρα φυλακίστηκες μέσα εκεί και απορώ, αν κάποτε καταφέρεις να ξεφύγεις από αυτό. 

Με λες αδύναμη, αλλά θα σε ρωτήσω και κάτι ακόμα, ποιος αντέχει καλύτερα τον πόνο; μήπως εσύ; είναι αστείο και μην το ξαναπείς. Εγώ αντέχω τον πόνο, γιατί γιαυτό είμαι πλασμένη, να πολεμάω τον πόνο και να νικώ. Και αν κάποιες φορές θα δεις τα δάκρυα μου, δεν είναι από αδυναμία, αλλά γιατί είμαι δυνατή, Θέλω να τα αφήσω να κυλήσουν για να μου γιατρέψουν την ψυχή από τον πόνο, και δεν ντρέπομαι γιαυτό. Εγώ έτσι πολεμάω τον πόνο, ενώ αντίθετα εσύ τον κρύβεις γερά μέσα σου και ντρέπεσαι να κλάψεις, μην τυχών και παρεξηγηθείς.  Είδες; ακόμα και εδώ έχω τόλμη.  Ναι κλαίω όταν μου τύχει, γιατί εξαγνίζω την ψυχή μου, διώχνοντας μακρυά μου το κακό.

Είμαι γυναίκα και να με σέβεσαι, γιατί το δικό μου χέρι θα ζητήσεις να σηκωθείς (γερέ) άντρα μην το ξεχνάς ποτέ αυτό. Μπορεί με άλλη μορφή, όπως αυτή της μητέρας, της αγάπης, της φίλης ή αδελφής, μια φορά γυναίκας χέρι θα ζητήσεις. Και ποτέ, μην θεωρήσεις πως  η μυική δύναμη σε κάνει δυνατότερο από εμένα. Γιατί η δύναμη της ψυχής, είναι ανώτερη από κάθε άλλη δύναμη.  Μια βόλτα στον καθρέφτη σου, την ώρα που θα σου συμβεί κάτι κακό,  θα σε πείσει. Κοιτάξου πως κάνεις και πως αντιδράς, καημένε δυνατέ μου άντρα. Αυτά (δυνατό φύλο) σου απαντώ, μελέτησε τα καλά και έπειτα αν σου βαστάει, ξανά πες με αδύναμο φύλο. 


Μύριαμ Κ. Ρόδος

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΙΦΙΓΕΝΕΙΑΣ

Μια φορά και ένα καιρό, σε μια μικρή πόλη, ζούσε μια τριμελής οικογένεια, η μητέρα,  ο πατέρας και η μικρούλα Ιφιγένεια. Η μικρούλα ήταν πολύ ευτυχισμένη και όλη μέρα έπαιζε ξένοιαστη με τα παιχνίδια που της αγόραζαν. Στο σπίτι μέσα κυριαρχούσε η χαρά, πήγαιναν, εκδρομές συχνά και γενικά ήταν πολύ δεμένοι όλοι μαζί. Έτσι περνούσε ο καιρός για το μικρό κοριτσάκι, ευχάριστα και ανέμελα. Δίπλα τους,  υπήρχε ένα ψηλό σπίτι, που ζούσε μια άλλη οικογένεια, πολύ παράξενη. Οι γείτονες  του διπλανού σπιτιού, ποτέ δεν γελούσαν και σαν τους αντίκριζε κάποιος, είχε την αίσθηση πως υπάρχει κάτι πολύ κακό μέσα τους. Η μικρούλα Ιφιγένεια, μέχρι τότε δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι υπήρχε εκεί μέσα και σαν μικρό παιδάκι ήταν λίγο περίεργο. Οι γονείς της που την ήξεραν και ήθελαν να την προφυλάξουν, της είπαν να μην πλησιάζει τον τοίχο που χώριζε τα δυό σπίτια, ούτε και να πιάσει ποτέ κουβέντα με αυτούς. 

Ένα απόγευμα όπως έπαιζε στον κήπο με το μικρό κουβαδάκι και το φτυαράκι της, ένιωσε δυο μάτια να την κοιτούν επίμονα. Τότε αν και μικρή ένα ρίγος φόβου κυρίευσε  το κορμάκι της, για πρώτη φορά ένιωσε τι θα πει τρόμος. Δεν πρόλαβε να συνέλθει από αυτό, όταν ξαφνικά, φλόγες τύλιξαν το σπίτι της. Η μικρή άρχιζε να ουρλιάζει, μέσα εκεί ήταν και οι δυο γονείς της. Έκλαιγε με αναφιλητά και φώναζε για βοήθεια, από την μάντρα που χώριζαν τα δυο σπίτια, ένα κεφάλι πετάχτηκε. Η μικρή γύρισε λίγο το κεφάλι της, και τότε είδε δυο πύρινα κατακόκκινα μάτια να κοιτούν την φωτιά με εκστασιασμό. Άρχισε να κλαίει πιο δυνατά, όταν ένιωσε να την αγκαλιάζουν δυο χέρια, γύρισε το κεφαλάκι της και είδε μια γυναίκα ψηλή, ντυμένη στα άσπρα να της χαμογελάει και να την καθησυχάζει. Ησύχασε μικρή μου, σε προσέχω εγώ μην φοβάσαι και συγχρόνως της πέρασε από το μικρό της κεφαλάκι, ένα κολιέ. Ήταν ένας ξύλινος μικρός σταυρός, η μικρή δεν ήξερε τι ήταν γιατί δεν το είχε ξαναδεί. οι γονείς της ήταν άθεοι και έτσι αγνοούσε τελείως την ύπαρξη και την σημασία του σταυρού. Αυτό Ιφιγένεια μου, της είπε η όμορφη καλοσυνάτη γυναίκα, που γνώριζε και το όνομα της, θα το φοράς πάντα, για να μπορώ να σε προσέχω, όπου και να βρίσκεσαι. Να θυμηθείς μόνο, συνέχισε να λέει η γυναίκα, όταν μεγαλώσεις να με αναζητήσεις και να ψάξεις να μάθεις, την σημασία του κολιέ που σου έβαλα. Αυτά της είπε η ασπροφόρα γυναίκα και εξαφανίστηκε έτσι ξαφνικά, όπως παρουσιάστηκε.


Λίγα λεπτά μετά από την εξαφάνιση της μυστηριώδους γυναίκας, εμφανίστηκαν δυο πυροσβεστικά οχήματα, που άρχισαν να ρίχνουν νερό στα αποκαΐδια του σπιτιού. Έπειτα πήραν το κοριτσάκι και το έβαλαν σε ένα ορφανοτροφείο να μεγαλώσει, αφού οι γονείς της δεν ζούσαν πια.  Το κοριτσάκι περνούσε δύσκολα, δεν μπορούσε με τίποτα να προσαρμοστεί στο ψυχρό περιβάλλον του ορφανοτροφείου. Είχε γίνει πολύ απόμακρη και λιγομίλητη, δεν της άρεσε να παίζει πια με παιχνίδια, σαν  να είχε μεγαλώσει  ξαφνικά. Η υπεύθυνη του ορφανοτροφείου, συχνά την μάλωνε γιατί δεν υπάκουε όπως όλα τα άλλα παιδιά. Ήταν πολύ κακιά και το αυστηρό ντύσιμο της μαζί με τον κότσο που είχε πάντα, της έδινε ένα ύφος μέγαιρας και αυτό απωθούσε την Ιφιγένεια να την πλησιάσει και να υπακούσει στους κανόνες της, και έτσι πάντα την μάλωνε και κάποιες φορές την χτυπούσε, τάχα μου για να την συμμορφώσει. Η Ιφιγένεια κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί, έφερνε στο μυαλό της, τους γονείς της και την ασπροφορεμένη γυναίκα, τότε έσφιγγε το ξύλινο σταυρουδάκι και έκλαιγε με λυγμούς, ώσπου την έπαιρνε ο ύπνος.

Πέρασαν τα χρόνια και η Ιφιγένεια μεγάλωσε, έτσι έπρεπε να βγαίνει έξω από το ορφανοτροφείο για να εξασκεί το επάγγελμα που μάθαινε, της μοδίστρας. Ήταν καλοκαίρι και το κορίτσι γυρνούσε από την δουλεία για να πάει πίσω στα ψυχρά δωμάτια του ορφανοτροφείου. όμως έκανε πολύ ζέστη και κάθισε σε ένα παγκάκι να ξαποστάσει. Δίπλα, καθόταν ένας όμορφος νεαρός, φανερά προβληματισμένος. Η Ιφιγένεια κατάλαβε πως ο νεαρός είχε έντονο πρόβλημα και γύρισε να τον κοιτάξει, εκείνος δεν έδειξε να την πήρε είδηση, γιατί ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του. Γεια σου, του είπε δειλά, δειλά για να του πιάσει την κουβέντα. Αυτός τότε γύρισε και της ανταπέδωσε τον χαιρετισμό, όμως καθώς γύρισε να την δει, πρόσεξε πως και αυτός φορούσε, το ίδιο σταυρουδάκι με εκείνη. Τότε χωρίς να το σκεφτεί, άρχισε να τον ρωτάει, τι σημαίνει αυτό και που το βρήκε και διάφορες άλλες ερωτήσεις. Ο νεαρός άρχισε να της διηγείται τότε, μια παρόμοια ιστορία με την δική της, μόνο που εκείνος έχασε τους γονείς του σε κάποιο τροχαίο δυστύχημα, είχαν πολλά κοινά και οι δυο ιστορίες. όμως το εντυπωσιακό και που τους ένωνε ήταν η ασπροφορεμένη γυναίκα και το σταυρουδάκι που τους έδωσε.

Έτσι τα δυο παιδιά, άρχισαν να αναζητούν μαζί για να μάθουν τι σήμαινε ο σταυρός και ποια θα μπορούσε να είναι η γυναίκα με τα άσπρα που τους γνώριζε. Η Ιφιγένεια κάποια στιγμή,  θυμήθηκε ένα γέροντα που γνώρισε σε κάποια επίσκεψη του ορφανοτροφείου, στο γηροκομείο.  Μάλιστα θυμάται χαρακτηριστικά να της λέει, αν θέλεις να σου εξηγήσω τι συμβολίζει αυτό που φοράς, έλα να με βρεις. Τότε όμως είχαν φύγει βιαστικά και δεν πρόλαβε να ρωτήσει, και έτσι το είχε ξεχάσει, έως τώρα. Αφού είπε στον νέο την κουβέντα που είχε με τον γέροντα, ξεκίνησαν αμέσως να το βρουν. Ο γέροντας όμως ήταν στο νοσοκομείο σε σοβαρή κατάσταση, έτσι τους πληροφόρησαν. Αυτοί,  δεν έχασαν καιρό και έτρεξαν γρήγορα, μπας και τον προλάβουν. Έφτασαν στο νοσοκομείο και άρχισαν να τον αναζητούν σε όλα τα δωμάτια, και επιτέλους τον βρήκαν. Ήταν σε ένα θάλαμο γεμάτος με ορούς και κάτι μηχανήματα. Πλησίασαν κοντά του και κοντοσταμάτησαν, δεν ήξεραν αν θα μπορούσε να μιλήσει, για να τους δώσει τις πληροφορίες που χρειάζοντουσαν. Ο γέροντας που αντιλήφθηκε την παρουσία τους όμως, άνοιξε τα μάτια του. Καλώς τους, είπε σαν να τους περίμενε.

Σε λίγα ώρα μέσα, τους είπε ολόκληρη την ιστορία του Θεού και την θυσία του πάνω στον σταυρό, για να σώσει τους ανθρώπους από τις αμαρτίες. Η Ιφιγένεια, όλη αυτή την ώρα, της αφήγησης του γέροντα, έκλαιγε χωρίς να ξέρει γιατί. Να ήταν από την λύπη της που οι δικοί της δεν γνώριζαν τον Σωτήρα του κόσμου; ή να ήταν επειδή αξιώθηκε έστω και τώρα να μάθει την αλήθεια και να μπορέσει να ακολουθήσει τον δρόμο του Θεού; Όταν τέλειωσε ο γέροντας, τους ρώτησε αν ήθελαν να ρωτήσουν κάτι άλλο, γιατί έπρεπε να φύγει, η αποστολή του σήμερα, είχε τελειώσει. Ναι είπε ο νέος, γέροντα μου, ποια ήταν η γυναίκα που μας έδωσε τον σταυρό και που μας προστάτεψε από το μεγάλο κακό; Ο γέροντας τότε, γύρισε το κεφάλι του αριστερά και έγνεψε προς τον τοίχο. Εκεί ήταν η εικόνα της Παναγιάς, που κρατούσε στα χέρια της τον υιό της, τον Σωτήρα όλων των ανθρώπων. Τα δυο παιδιά, γονάτισαν και άρχισαν να κάνουν τον σταυρό τους, έτσι όπως τους έδειξε πριν λίγα λεπτά ο γέροντας. Θα κάθισαν ίσα με μισή ώρα έτσι γονατιστοί, ώσπου σηκώθηκαν να ευχαριστήσουν τον γέροντα και να φύγουν. Ο γέροντας όμως κοιμήθηκε για πάντα, βλέπετε η αποστολή του είχε τελειώσει. Έδωσε το φως του στα δυο νέα παιδιά και έφυγε ευτυχισμένος από την ζωή. Το χαμόγελο όμως υπήρχε ακόμα στα χείλη του, και έτσι θα τον θυμούνται πάντα. 

Τα δυο παιδιά όταν μεγάλωσαν και άλλο, παντρεύτηκαν και έζησαν ευτυχισμένα στον δρόμο του Θεού, που τους χάρισε και τρία υπέροχα παιδάκια.

Και έτσι, έζησαν αυτοί καλά, που βρήκαν επιτέλους τον δρόμο του Θεού και είναι ευτυχισμένοι, και εμείς καλύτερα που διδαχτήκαμε πως χωρίς Θεό, όλα είναι μάταια και κινδυνεύεις από το κακό κάθε στιγμή.

Μύριαμ Κ. Ρόδος 

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015

Ο θλιμμένος πρίγκηπας και τα ξωτικά (β) μέρος

Μια φορά και έναν καιρό που λέτε, ήταν ένας ευγενικός πρίγκιπας που τον ζήλευαν όλοι, επειδή δεν μπορούσαν να του μοιάσουν. Όπως διαβάσαμε και στο προηγούμενο παραμυθάκι μας, μετά από ταλαιπωρία και βάσανα βρέθηκε τελικά νεκρός. Ο κόσμος θύμωσε και άρχισε να αναζητάει την αλήθεια. Οι τσιφλικάδες τότε, έπρεπε να δώσουν μια καλή απάντηση για να καθησυχάσουν τον κόσμο.  Αλλά ποια απάντηση θα ήταν πιστευτή; 

Μαζεύτηκαν τότε γύρω από ένα τραπέζι, για να κάνουν σύσκεψη. Στα χέρια τους κρατούσαν μαγκούρες και μια άσχημη μυρωδιά πλημμύρισε το δωμάτιο.  Ο  αρχηγός, ένας κακάσχημος κοιλαράς,  άρχισε να ξύνει την καράφλα του με δύναμη, μέχρι που την μάτωσε. Γιατί ήταν φανερά εκνευρισμένος, με την επιμονή του κόσμου, να αποδοθεί δικαιοσύνη. Είχε βλέπετε εκτεθεί πολύ άσχημα και έπρεπε να καλύψει την όλη υπόθεση. Τότε, φώναξε όλα τα καλικαντζαράκια που ήξερε, και τους είπε. Θέλω να πάτε στον τόπο που βρήκανε τον πρίγκιπα και  να εξαφανίσετε μαγικά, κάθε ίχνος. Τα καλικαντζαράκια έτριψαν με ευχαρίστηση τα χέρια τους. Γιατί τους άρεσαν πολύ να χώνονται σε βρώμικες και ύπουλες δουλειές.

Τράβηξαν λοιπόν εκεί στον τόπο στον τόπο που τους έστειλαν και άρχισαν με την μαγική τους σκούπα να καθαρίζουν τα αίματα. Έβαλαν καινούριο χώμα καθαρό  και καθώς έκαναν τον καθαρισμό της περιοχής, βλέπουν δυο μπουκάλια άδεια ρακί. Τρέχουν γρήγορα τα μαζεύουν, ρουφάνε και τις τελευταίες σταγόνες που είχαν μέσα και μετά τα πήραν σε ένα άλλο δάσος, να τα θάψουν. Τα έθαψαν πολύ καλά και έτσι δεν τα βρήκαν οι άνθρωποι που έψαχναν να βρουν κάποιο στοιχείο. 

Αφού τα έκαναν όλα αυτά πήγαν στον καραφλό αρχηγό χοροπηδώντας, να τους πληρώσει. Ο καραφλός ικανοποιημένος, έβγαλε το σακουλάκι του και μέτρησε τριάκοντα αργύρια και τους τα μοίρασε. Τα καλικαντζαράκια, έφυγαν ευχαριστημένα και πήγαν πάλι στον βρωμερό βάλτο τους να κρυφτούν, μέχρι να τα ξαναφωνάξουν.

Και έτσι πάλι τέλειωσε το παραμυθάκι μας με τα καλικαντζαρακια και τον Ναστραντίν Χοτζα. Και μην με ρωτάτε τι δουλειά έχει ο Χότζας και τα καλικαντζαρακια, έτσι; Γιατί τότε θα πρέπει να ρωτήσετε και που βρήκαν τα μπουκάλια, που τα έκρυψαν, πότε ήπιε, που πήγε το αίμα, πότε έγινε η τομή, πως αφού έγινε σχολαστική έρευνα στην περιοχή, δεν τον είδαν,  (ίσως να ήταν αόρατος). Επίσης τι άγρια ζώα υπάρχουν στην περιοχή, μην είναι λύκοι; μην είναι η κακιά κοκκινοσκουφίτσα; μήπως είναι τα όρνεα τα μεγάλα που κατασπαράζουν επιλεκτικά κάποιο κοκκαλάκι του λαιμού; Γιατί υπάρχουν και τέτοια όρνεα, είναι λίγο προϊστορικά αλλά δεν μας νοιάζει, μια φορά υπάρχουν, μας το είπαν και αυτό. Και  ξέρω, αν ρωτήσετε για όλα αυτά, δεν θα σας δώσουν απαντήσεις, και θα νευριάσετε τον καραφλό αρχηγό. 

Εγώ μόνο το παραμυθάκι με τον πρίγκιπα συνέχισα . Για τα υπόλοιπα ερωτήματα σας, στον Ναστραντίν Χότζα να απευθυνθείτε. Πάντως για όλα αυτά τα περίεργα που συμβαίνουν, τα καλικαντζαράκια φταίνε παιδιά,  αλήθεια είναι.  Όλοι οι άλλοι εμπλεκόμενοι,  αθώοι είναι. Και έτσι τα καλικάντζαράκια μας ζήσανε καλά μέσα στην βρωμιά τους και εμείς αποσβωλομένοι και θυμωμένοι με τις εξελίξεις  χειρότερα. ΑΜΗΝ 
Υ.Σ. για την ώρα τέλειωσε το παραμύθι μας, γιατί ίσως σύντομα να έχουμε συνέχεια.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Ο ΘΛΙΜΜΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ

Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα όμορφο νησί γεννήθηκε ένας πρίγκηπας. Από μικρός ήταν πολύ ευγενικό και καλό παιδί και όλοι τον αγαπούσαν. Η βασίλισσα, φρόντιζε να μεγαλώνει όμορφα και με σωστές αρχές. Του είχε μάθει πως να φέρεται, πως να αγαπάει τους ανθρώπους και πως να μην κάνει κακό σε κανένα. Το μόνο που δεν είχε μάθει ο Βαγγέλης (έτσι έλεγαν το πριγκιπόπουλο), ήταν πως να φυλάγεται από τους κακούς λύκους. Μεγαλώνοντας έπαιζε με τα αδελφάκια του, που αγαπούσε πολύ και έκαναν μαζί διάφορες δραστηριότητες, όπως αρμόζουν στα πριγκιπόπουλα.

Σαν μεγάλωσε, αποφάσισε να πάρει ένα χαρτί από την πόλη, για να μπορέσει αργότερα, να διοικήσει το παλάτι. Ξεκίνησε με όνειρα πολλά και με αισιοδοξία, πως γυρίζοντας θα είχε πετύχει τον στόχο του, και θα συνέχιζε την όμορφη ζωή του. Πέρασαν μέρες πολλές περπατώντας με το άσπρο άλογο του, μέσα από ένα καταπράσινο δάσος. Όμως, όσο περπατούσε εκεί, διαπίστωνε  πως το δάσος είναι μαγεμένο και υπήρχε κάτι πολύ κακό εκεί μέσα και ένιωσε, ένα ρίγος να τον διαπερνά. Καθώς περπατούσε καβάλα στο άλογο του, είδε μια πηγή. Τότε σταματήσει να πιει νερό το άλογο του, για να ξεδιψάσει, αλλά και να ξεκουραστεί.

Άρχισε να νυχτώνει και ο πρίγκηπας, που εντωμεταξύ είχε ξαπλώσει σε ένα δέντρο να ξαποστάσει, σηκώθηκε να συνεχίσει τον δρόμο του. Αλλά τότε, συνέβη  ένα πολύ άσχημο συμβάν, που του άλλαξε όλη την ζωή. Γύρω από το άλογο και τον ίδιο, είχαν μαζευτεί άγριοι λύκοι έτοιμοι να τους κατασπαράξουν. Ο καημένος, δεν είχε δει ποτέ λύκους και αφελέστατα ρώτησε, ποιοι είστε; και τι θέλετε από μένα; Τότε ο αρχηγός της αγέλης των λύκων, έβαλε ένα ψεύτικο χαμόγελο, έριξε και μια κάπα από γούνα αρνιού και του λέει, είμαστε αρνάκια (φίλοι) και ήρθαμε να σε βοηθήσουμε, να βρεις τον δρόμο σου. Οι άλλοι λύκοι, άρχισαν να γελούν και να ψιθυρίζουν. Οι φωνές τους , έμοιαζαν με όχλο που φωνάζει σε αρένα και τρόμαξε λιγάκι. Όμως ο αρχηγός με την τεχνική της προσποίησης, τον έπεισε πως ήθελε να τον βοηθήσει, και έτσι εκείνος δέχτηκε την βοήθεια του. 

Περπατούσαν πολλές μέρες, αργότερα μήνες και το πριγκιπόπουλο κατάλαβε, πως κάτι δεν πάει καλά. Γιατί άρχισαν να του συμπεριφέρονται με βια και να τον κοροϊδεύουν. Κάπου μέσα στο δάσος, υπήρχαν και άλλα ζώα που έβλεπαν παθητικά την πορεία προς την πόλη, που έκανε ο Βαγγέλης με τους λύκους. Μάλιστα μερικά από τα ζώα αυτά ήταν μεγαλόσωμα και αν ήθελαν, μπορούσαν να ενωθούν και να ελευθερώσουν το παιδί από την ομηρία που είχε πια στα χέρια τους αφεθεί. Αλλά δεν έκαναν τίποτα, γιατί δεν τους αφορούσε η ζωή ενός πρίγκηπα.  Ένας άνθρωπος που ήταν εκεί κοντά, ο Νικόλας και κατάλαβε τι συμβαίνει, προσπάθησε να τον σώσει, πήγε στο δασαρχείο και είπε το  τι γινόταν και πως το παιδί κινδύνευε. Ο δασάρχης τότε έστειλε τον Βαγγέλη από έναν άλλο δρόμο να πάει, αλλά δεν φρόντισε να τιμωρήσει και να διώξει τους λύκους και έτσι πάλι συνεχίστηκε,  η οδύσσεια του παιδιού.

Ο πρίγκηπας περνούσε όλα τα βασανιστήρια βουβός, ήταν γαλαζοαίματος βλέπετε και πολύ γενναίος, ήθελε μόνος του ξεπεράσει το πρόβλημα. Είχε όμως χάσει το γέλιο του πάνω στην προσπάθεια να κρατηθεί πρίγκηπας και τα ματάκια του πάντα ήταν θλιμμένα. Η μελαγχολία είχε ριζώσει στην καρδιά του παιδιού, και ένα τεράστιο γιατί, στροβίλιζε στο μυαλό του. Μα γιατί το κάνουν αυτό; σε τι τους έχω πειράξει; έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του, που είχε πια παραδοθεί στους βρωμερούς λύκους. Και έτσι μια μέρα ο πρίγκηπας χάθηκε και κανένας δεν ήξερε, που πήγε και τι έκανε. Οι δικοί του άνθρωποι άρχισαν να τον ψάχνουν  απελπισμένα, έπειτα όλος ο κόσμος με αγωνιά συμμετείχε στις έρευνες. Το αξιοσημείωτο ήταν που σε λίγες μέρες έγινε πανδημία η εύρεση του Βαγγέλη και όλοι τον λάτρεψαν και είχαν την  ίδια αγωνιά, να ψάξουν να τον βρουν.

Ένα πρωινό βρέθηκε ο πρίγκηπας, αλλά δυστυχώς νεκρός. Κανείς δεν έμαθε τι είχε συμβεί εκείνη την τραγική μέρα. Όλη η χώρα έχει βυθιστεί σε μεγάλο πένθος για το γαλαζοαίματο και σπάνιο πριγκιπόπουλο, που τόσο πολύ αγάπησε. Το άσχημο είναι, πως ακόμα και σήμερα φοβούνται πέντε παλιολύκους και δεν μιλούν. Αλλά ξέρουμε πως η αλήθεια θα λάμψει και πως θα δικαιωθεί η ψυχούλα του Βαγγέλη.  Και έτσι έζησαν οι λύκοι και οι κηφήνες καλά προς το παρόν, και εμείς με την ελπίδα πως θα βγει η αλήθεια και θα τιμωρηθούν, καλύτερα.

Βαγγελάκι μου ένα μικρό δωράκι για την γιορτή σου και για την μνήμη σου, από μένα. Υ.Γ το άσπρο άλογο είναι τα όνειρα που έκανε ο Βαγγέλης για το μέλλον του, που δυστυχώς δεν πρόλαβε να εκπληρώσει.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Οργή λαού φωνή Θεού

Αυτό που συμβαίνει όλες αυτές τις ημέρες, είναι πρωτόγνωρο για τα Ελληνικά δεδομένα. Μια ολόκληρη χώρα αγωνιούσε για έναν νέο που χάθηκε, τον έχουν αγαπήσει σαν δικό τους παιδί και περίμεναν μάταια κάπου να βρεθεί ζωντανό. Στην πορεία βγήκαν φρικτά πράγματα στην επιφάνεια. Μιλάνε για ξυλοδαρμούς, εξευτελισμούς, και γενικά για βιασμό ψυχής  και άγρια βια, στο πρόσωπο του Βαγγέλη. Όταν χτες βγήκε η είδηση πως το παιδί βρέθηκε νεκρό, όλοι πάγωσαν και έκλαψαν. Αργότερα όμως βγήκε μια απίστευτη οργή από όλους τους Έλληνες. Οργή γι"αυτούς που βασάνιζαν και πίκραναν τόσο το παιδί, οργή για τους εκπαιδευτικούς που δεν πρόβλεψαν ενώ ήξεραν και γενικά έριξαν ευθύνες εκεί που τους αναλογούν και όχι άδικα. 

Παρακολουθώντας όλη την πορεία και τα στάδια της εξαφάνισης, έκανα τις εξής διαπιστώσεις:
α) Κανείς δεν δέχεται πως έχει ευθύνη
β) Οι γονείς των νταήδων αντί να κρυφτούν από ντροπή, φοβερίζουν Θεούς και δαίμονες πως θα κάνουν μηνύσεις σε όποιον διαβάλλει τα τερατάκια τους.
γ) Ο εξευτελισμός, ο βιασμός του Βαγγέλη συνεχίζεται από κάποιο ηλίθιο μπλοκ, που βρίζει και βεβηλώνει την ψυχούλα του Βαγγέλη.
δ) Ακόμα δεν άνοιξαν τα στόματα για να πουν τι ακριβώς έγινε και να τιμωρηθούν οι ένοχοι. 
ε) Κανείς από όλους αυτούς δεν βγήκε να ζητήσει συγνώμη, από τους γονείς και από την ψυχή του αδικοχαμένου Βαγγέλη.

Και τώρα σύμφωνα με όλα αυτά, εγώ πρέπει να σας πω, ότι θα ντρέπομαι που είμαι άνθρωπος, αφού όλα αυτά έγιναν από (ανθρώπους). Δεν μπορώ να διανοηθώ πως ανάμεσα μας κυκλοφορούν τέτοια καθυστερημένα κτήνη, που έχουν τον τίτλο άνθρωποι. Αυτοί κανονικά έπρεπε να είναι σε ένα κλουβί και να βρίσκονται στο τσίρκο με τα άγρια θηρία, τουλάχιστον θα ξέραμε που θα τους βρούμε. Η μικροψυχία και η κακία που τους διακρίνει,  με τρομάζει. Όταν χτες μπήκα να διαβάσω αυτό το μπλοκ έμεινα άναυδη. Μιλούσαν σαν να πέθανε ένα γατάκι, που και αυτό λογικά θα ήταν ένα θλιβερό γεγονός, αλλά ας προχωρήσω παρακάτω. Έλεγαν λοιπόν, καλό ψόφο Βαγγέλη και γελούσαν σαν ηλίθια καθυστερημένα και έβριζαν με χυδαία λόγια τον άγγελο αυτό. Θέλω να πω σε αυτούς πως όσο τον βρίζετε του βάζετε φωτοστέφανο και εμείς θα τον αγαπάμε ακόμα περισσότερο, γιατί συνεχίζετε να βιάζετε ψυχές. Ακόμα θα ήθελα να πω σε αυτούς που φταίνε για αυτή την κατάληξη, γιατί έδειξαν συνοχή με την σιωπή τους ή σε αυτούς που τον βασάνισαν για να γελάσουν, πως ο Θεός είναι μεγάλος. Μπορεί να  έφυγε ο Βαγγέλης μας, αλλά θα είναι στην αγκαλιά του τώρα και εσείς να περιμένετε την απολαβή σας ή το δωράκι αν θέλετε, από τον Θεό που θα σας στείλει. Σας θυμίζω το γνωστό ρητό, οργή λαού φωνή Θεού, τίποτα δεν μένει ατιμώρητο γρήγορα θα σας χτυπήσει την πόρτα και θα σας δώσει το δωράκι που σας αναλογεί.



Βαγγέλη παλικάρι μας, σε σένα θέλω να πω, καλή ανάπαυση και να ηρεμήσει επιτέλους η ψυχούλα σου. Τώρα πια δεν θα φοβάσαι κανέναν, είσαι εσύ απάνω και αυτοί από κάτω. Ήρθε η σειρά σου, να γελάσεις επιτέλους με τα θρασύδειλα ανθρωπάκια, που κρύφτηκαν πίσω από τα φουστάνακια της μαμάς τους. Καλό ταξίδι πρίγκηπα μου πάντα θα σε θυμόμαστε. Συλλυπητήρια και στην μανούλα σου και σε όλους τους δικούς σου ανθρώπους που πονάνε, κουράγιο είναι στα χεριά του Θεού, ήρεμος πια.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

Μυστήριο στην υποθεση Βαγγέλη Γιακουμάκη

Μέρες τώρα παρακολουθώ την εξέλιξη σχετικά με την εξαφάνιση ενός νέου, του Βαγγέλη Γιακουμάκη. Ζούμε σε μια κοινωνία περίεργη, η αλλοτρίωση έχει κάνει την ζημιά στους ανθρώπους για τα καλά. Που είναι ο Βαγγέλης; γιατί έφυγε; είναι καλά ή κάτι πολύ άσχημο έχει συμβεί; Όλα αυτά τα ερωτηματικά τριγυρνούν στο μυαλό κάθε ανθρώπου, με αισθήματα και αγάπη για τον συνάνθρωπό του. Η αγωνία χτύπησε κόκκινο και τα στόματα ερμητικά κλεισμένα, λες και φοβούνται μην χάσουν την μιλιά τους. Αν κάποια παιδιά συμπονούσαν τον Βαγγέλη και ερχόταν για ένα λεπτό στην θέση του, ίσως τώρα να μιλούσαν. Αν πάλι ερχόντουσαν στην θέση των δικών του ανθρώπων και ζούσαν την αγωνία, πάλι θα μιλούσαν. Όμως κυριαρχεί ο φόβος και η απουσία της ευθύνης, του να είσαι άνθρωπος. 

Μυστήριο πέπλο σκεπάζει την υπόθεση, λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Όλοι ξέρουν και όλοι σιωπούν. Τι άλλο άραγε να κρύβεται πίσω από αυτή την εξαφάνιση; και γιατί αυτός ο φόβος; Όμως εγώ σαν  άτομο αισιόδοξο, σκέφτομαι πάντα θετικά. Λέω λοιπόν πως ο Βαγγέλης ίσως να βρίσκεται εκεί έξω στον κόσμο.  Κάπου ανάμεσα μας δηλαδή και να υποφέρει. Σκέφτηκε κανείς αν έχει πάρει τον ομματιών του που λέμε και έφυγε, πόσο άσχημα ψυχολογικά θα είναι; Σίγουρα χρειάζεται ένα χέρι να τον βοηθήσει. Κάντε το,  απλώστε το χέρι σας σε αυτό το παιδί και σίγουρα δεν θα μετανιώσετε. Αντίθετα θα νιώσετε ανακούφιση και θα κοιμάστε ήσυχοι πως πράξατε το σωστό. Τώρα είναι η ευκαιρία να κάνετε την καλύτερη πράξη της ζωής σας. Ελάτε να ενωθούμε και να φωνάξουμε. Γιατί ο Βαγγέλης δεν είναι σκυλί, αλλά άνθρωπος, και μάλιστα μια ευγενική ψυχούλα που ταλαιπώρησαν κάποιοι όπως λέγεται, πολύ άσχημα.

Παίρνω πάντα την εκδοχή πως ο Βαγγέλης είναι ζωντανός και λέω, βοηθήστε ρε παιδιά να βρεθεί. Μιλήστε, η τύχη του κρέμεται από εσάς. Αλλά και στην έσχατη περίπτωση και πάλι μιλήστε. Δεν είναι δυνατόν να συγκαλύπτουμε μια άσχημη πράξη, για οποιονδήποτε λόγο. Ευχή όλων εμάς που αγαπήσαμε τον Βαγγέλη και τον κάναμε δικό μας άνθρωπο, έστω και αν δεν τον είδαμε ποτέ από κοντά, είναι να βρεθεί το συντομότερο και να πάρει  τέλος η οδύσσεια του.

Δεν θα γράψω κάτι άλλο, ούτε θα υποδείξω, ένοχους και αιτίες, θα αρκεστώ μόνο να σας παρακαλέσω να μιλήσετε. Για τα άλλα ελπίζω να αποφανθεί η δικαιοσύνη και ο Θεός.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Η Χρυσούλα

Η Χρυσούλα ήταν μια κοπέλα τριάντα πέντε χρονών, παντρεμένη με δυο παιδιά. Η ζωή της ήταν κόλαση, καθημερινά ακούγαμε φωνές τρομαγμένες να εκλιπαρούν για βοήθεια. Ο άντρας της Χρυσούλας ήταν πολύ βάναυσος και την χτυπούσε αλύπητα, εκείνη για να γλυτώσει την οργή του έτρεχε μισόγυμνη στους δρόμους χαράματα, αναζητώντας κάποιον να την βοηθήσει. Ήμουν  μικρή τότε για να καταλάβω κάποια πράγματα, το μόνο που θυμάμαι ήταν μια βαθιά λύπη για την γυναίκα αυτή. Πέρασαν δυο με τρία χρόνια και η Χρυσούλα συνέχιζε την ίδια ζωή, ξύλο και φανεροί μώλωπες από την βάναυση μεταχείριση του άντρα της. Όπως έμαθα αργότερα, την κακοποιούσε και σεξουαλικά σαν κτήνος. 

Μετά από λίγο καιρό η Χρυσούλα άρχισε να ψάχνει την αγάπη και την στοργή στην αγκαλιά άλλου άντρα, μόνο που δεν είχε καθαρό μυαλό και σωστή κρίση, είχε αρχίσει να διαταράσσεται η ψυχική της υγεία. Σαν λύση βρήκε να ψάχνει τον έρωτα, από άλλους άντρες. Της έλειπε η αγάπη, ο σεβασμός και φυσικά η ηρεμία και έτσι άρχισε την αναζήτηση. Τα έφτιαξε με ένα φανταράκι, κατά πολύ μικρότερο της.  Είχε την ψευδαίσθηση πως την αγαπούσε και για λίγο καιρό, πετούσε στα ουράνια. Αφού  εκείνος της έταζε τον ουρανό με τα άστρα,  για να την εκμεταλλευτεί και να περνάει καλά.

Ο καιρός πέρασε και ο φαντάρος τέλειωσε τη θητεία του και εξαφανίστηκε χωρίς να της πει κουβέντα. Τότε εκείνη άρχισε να τον αναζητάει παντού και να κλαίει απελπισμένα, αλλά αυτός σαν να άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Πέρασε καλά στην θητεία του και μετά σιγά μην καθόταν μαζί της. Όμως οι βλακείες τις Χρυσούλας δεν σταμάτησαν εκεί, άρχισε να γίνεται επιθετική και μέχρι που έδιωξε τον άντρα της μαζί με τα παιδιά να φύγουν από το σπίτι της. Γιατί νόμιζε πως αυτός ήταν ο λόγος που δεν εμφανιζόταν ο έρωτας της. Βέβαια καλά έκανε που τον έδιωξε, αλλά τα παιδιά της έπρεπε να τα είχε κοντά της.

Από εκεί και πέρα, έπεσε σε βαριά κατάθλιψη και δεν έβγαινε έξω από το σπίτι της. Θυμάμαι οι πόρτες της ήταν ερμητικά κλειστές, ούτε παράθυρα άνοιγε και θα νομίζαμε πως έφυγε από την γειτονιά, αν δεν βλέπαμε την αδελφή της να της πηγαίνει ένα πιάτο φαγητό κάθε μέρα. Πέρασαν καμιά δεκαριά  χρόνια, άλλαξα γειτονιά και είχα χάσει την Χρυσούλα, σχεδόν την είχα ξεχάσει. Σε ένα από τα ταξίδια μου κάποια φορά, είδα μια γυναίκα γερασμένη και ξεμαλλιασμένη να κάθεται στην γωνία και να με κοιτάει. Εμένα δεν μου θύμιζε κάτι και συνέχισα να διαβάζω. Κάποια στιγμή την βλέπω να έρχεται προς εμένα. Τα ρούχα της ήταν άθλια, παλιά, λερωμένα και συνδυασμός  παντελονιού με φόρεμα μέχρι το γόνατο. Κατάλαβα πως κάτι δεν πάει καλά με αυτή την γυναίκα και λυπήθηκα. Όταν ήρθε κοντά μου, έκανα χώρο να καθίσει, αφού ήρθε και στάθηκε ακριβώς πάνω μου. Εσύ δεν είσαι η μικρούλα Μύριαμ που έμενες κοντά μου;  μου είπε. Τότε την κοίταξα καλά και προσπάθησα να θυμηθώ αν την ξέρω.  Είδα τα πελώρια γαλάζια μάτια της, που ακόμα διατηρούσαν το έντονο χρώμα, αν και θολά, σαν το μυαλό της, τα αναγνώρισα και της είπα, μήπως είσαι η Χρυσούλα; Ναιιι μου είπε και φωτίστηκαν τα μέχρι τώρα, σκοτεινά μάτια της. Έχω αρκετά χρόνια να σε δω, (δικαιολογήθηκα που δεν την γνώρισα)  άλλαξα γειτονιά και γιαυτό δεν σε θυμήθηκα. Της είπα αμέσως,  γιατί ένιωσα άσχημα που δεν την αναγνώρισα. 

Εκείνη με κοιτούσε εξεταστικά, ένιωσα τη ματιά  της να με διαπερνάει σαν να ήμουν κάτι περίεργο και ένιωσα άβολα. Γιατί με κοιτάς έτσι, της είπα για να βγάλω από πάνω μου, αυτό το επίμονο βλέμμα. Ξέρεις που πάω τώρα με ρώτησε; Όχι που θέλεις να ξέρω της απάντησα. Στην Λέρο στο ίδρυμα (ψυχιατρείο) είμαι και κατέβηκα με άδεια. Εκεί ήσουν χαμένη τόσο καιρό; ναι μου είπε, με έβαλε η αδελφή μου και μου πήρε το σπίτι. Δεν μίλησα και τι να πω δεν ήξερα αν ήταν αλήθεια η γέννημα της φαντασίας της και έτσι της άλλαξα κουβέντα. Τα παιδιά σου τα βλέπεις; καλά είναι; Όχι μου απάντησε και τα μάτια της βούρκωσαν, δεν με θέλουν. Μα εγώ κρύφτηκα και είδα την κόρη μου, συνέχισε να λέει και τα μάτια της φωτίστηκαν. Μεγάλωσε τόσο πολύ και είναι κούκλα, αλλά δεν θέλει ούτε να της μιλώ και ξανά βυθίστηκε στις σκέψεις της.

Έπειτα την ρώτησα αν θέλει καφέ και κάτι να φάει, μου είπε ναι, της αγόρασα κάτι, πήγα να της δώσω και λίγο χαρτζιλίκι μα δεν το δέχτηκε, είπε πως έχει. Έψαξα στην βαλίτσα μου και βρήκα ένα άρωμα και της το έδωσα, θυμήθηκα πως της άρεσαν πολύ, δεν έπεσα έξω έκανε σαν να της έδωσα θησαυρό. Στο ταξίδι αυτό, ήταν και η τελευταία φορά που είδα την Χρυσούλα, δεν ξέρω τι απέγινε, αν είναι καλά και που ζει. Όσο για το σπίτι της, αλήθεια έλεγε το πήρε η αδελφή της. Δεν ξέρω τον λόγο για να πω την γνώμη μου, αλλά αν εκμεταλλεύτηκε την ψυχική της διαταραχή και το πήρε, είναι κρίμα. Εύχομαι η Χρυσούλα να μπορέσει να βρει την γαλήνη στην ψυχή της και κάποια μέρα να την ξαναδώ, να είναι καλύτερα και κοντά στα παιδιά της.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Θαύματα υπάρχουν;

Ακούω πολλούς να μιλάνε και να είναι κατηγορηματικοί με τα θαύματα. Λένε πως δεν υπάρχουν θαύματα και πως όλα είναι φαντασία των ανθρώπων. Ποιοι όμως τα αμφισβητούν και γιατί. Συνήθως αυτοί που δεν πιστεύουν στον Θεό και  προσπαθούν πάνω σε αυτά να γελοιοποιήσουν την θαυμαστή ενέργεια των θαυμάτων. Μάλιστα τα παρουσιάζουν σαν κάτι τρελό,  εξωφρενικό και φυσικά ανύπαρκτο όπως ο Θεός, σύμφωνα με το σκεφτικό τους. 

Οι άνθρωποι ότι δεν καταλαβαίνουν προσπαθούν να το εξηγήσουν με την δική τους λογική. Eντάξει, όμως το θέμα είναι πως δεν αρκούνται σε αυτό, αλλά μιλάνε τελεσίδικα για το συμπέρασμα τους. Το άλλο που κάνουν, είναι να λένε πως εγώ δεν είδα κανένα θαύμα, άρα δεν υπάρχει Θεός. Ε πως να δεις φίλε-η μου αφού δεν πιστεύεις; Αν και έπρεπε να ανοίξεις τα μάτια σου και να κοιτάξεις τον κόσμο, την φύση και το στερέωμα, αυτό δεν είναι ένα θαύμα, που μέχρι τώρα επιστήμονες και μελετητές ψάχνουν να βρουν; Να σε πληροφορήσω, πως θαύμα δεν είναι να δεις ένα κατσικάκι να μεταμορφώνεται σε λύκο, ούτε ένα γουρουνάκι σε γατούλα, αυτά είναι μόνο στην φαντασία και στα παραμυθάκια. Θαύμα είναι να παρακαλάς και να ζητάς μέσα από την καρδιά σου, κάτι τον  Θεό και εκείνος με τις ενέργειές του, να σου εκπληρώνει την επιθυμία σου. Αν συντρέχει σοβαρός  λόγος, που πρέπει να επέμβει, φυσικά.

Ο περισσότερος κόσμος έχει χάσει την πίστη του και στρέφει τα μάτια του στον Θεό, μόνο στην μεγάλη ανάγκη. Του ζητάει με επιπόλαιο τρόπο να τον βοηθήσει και αν δεν γίνει αυτό που ζητάει, τότε θυμώνει και αποστρέφεται για πάντα τον Θεό. Για να ζητήσεις όμως κάτι από τον Θεό, θα πρέπει να γίνει με πολύ πίστη και αγάπη προς εκείνον για να σε ακούσει. Κάποιες φορές που υπάρχει η δυνατή πίστη σε έναν άνθρωπο, ο Θεός κάνει θαύματα και επεμβαίνει για να διορθώσει κάτι και να τον βοηθήσει. Ο Θεός δεν είναι επιδειξίας και ούτε έχει ανάγκη να προβληθεί, μας θέλει με πλήρη συνείδηση κοντά του και γιαυτό άλλωστε, μας έδωσε την ελεύθερη βούληση. Τα θαύματα είναι μια πράξη ενεργειών που κάνει για να βοηθήσει κάποιον και που αν είναι κοντά του, θα τα καταλάβει. Μην περιμένετε από κάποιον που δεν πιστεύει και που δεν ξέρει καλά καλά από που προήλθε, να πιστέψει σε ένα θαύμα.

Θαύματα λοιπόν υπάρχουν άπειρα και τα μόνα ορατά είναι τα δημιουργήματα του, πάνω και έξω από την γη. Αν σηκώσετε ψηλά το κεφάλι θα τα δείτε και αν γυρίσετε το κεφάλι,  και ψάξετε τον κόσμο μας, πάλι θα δείτε. Αν θέλετε να τα κοιτάξετε πιο καθαρά, τότε θα πρέπει να μείνετε κοντά του, να προσεύχεστε με ταπείνωση και αληθινή αγάπη προς εκείνον και όλους τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά σας. Ο Θεός το μόνο που ζήτησε είναι η αγάπη, ακολουθείστε την και που ξέρετε, ίσως να έχετε την τύχη να δείτε και εσείς το δικό σας θαύμα και να πειστείτε.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

Η τσιγγάνα και η Βουλγάρα

Θυμάμαι πριν λίγο καιρό, που ταξίδευα με το πλοίο της γραμμής, ένα περιστατικό που με προβλημάτισε λιγάκι. Καθόμουν στο σαλόνι του πλοίου, είχα πάρει ένα καφέ και έπινα χαζεύοντας τον κόσμο, που πηγαινοερχόταν. Δίπλα μου ήρθε να καθίσει μια γυναίκα, γύρω στα εξήντα. Ήταν αδύνατη, καστανή και κρατούσε δυο σακούλες νάιλον και την τσάντα στον ώμο της. Ήρθε δίπλα μου και στρογγυλοκάθησε, από την ώρα εκείνη άρχισε να φλυαρεί ακατάπαυστα. Μέσα σε λίγη ώρα έμαθα πως την λένε, ότι είναι Βουλγάρα, πως δούλευε στη Ρόδο σε ένα σπίτι και πως έχει δυο μεγάλους γιους. Δεν ξέρω σε τι θα με ενδιέφεραν εμένα αυτές οι πληροφορίες, μα από ευγένεια απαντούσα που και που μονολεκτικά. Παραδίπλα μας και δίπλα από την Βουλγάρα καθόταν μια όμορφη τσιγγάνα. Ήταν ατημέλητη όπως συνηθίζουν να είναι, αλλά είχε ένα πλατύ χαμόγελο και φαινόταν καλόκαρδη. Κάποιες στιγμές, μου χαμογελούσε σαν να καταλάβαινε πως δυσανασχετούσα με την πολυλογία της διπλανής μου.

Η Ελπίδα, έτσι έλεγαν την Βουλγάρα κύρια, ενοχλήθηκε με την παρουσία της τσιγγάνας και μου ψιθύρισε, αυτή βρωμάει πολύ. Εγώ δεν απάντησα και εκείνη συνέχισε πάλι τις  ιστορίες της. Το πλοίο εκείνη την ημέρα, ήταν γεμάτο από Αθίγγανους, κάποια παιδιά έτρεχαν μέσα ξυπόλυτα κάνοντας θόρυβο και η Ελπίδα φανερά ενοχλημένη, έκανε πάλι κριτική. Μα είναι πράγματα αυτά να κυκλοφορούν ξυπόλυτα μέσα στο πλοίο; Η τσιγγανοπούλα με κοίταξε και χαμογέλασε, διέκρινα μια πικρία, αλλά δεν είπε κάτι. Η Βουλγάρα κάποια στιγμή την ρωτά, είναι συγγενείς σου αυτοί εκεί; και έδειξε μια παρέα τσιγγάνων, όχι της απάντησε εκείνη ευγενικά, απλά γνωστοί μου είναι.

Σε κάποια στιγμή, είδαμε μια μικρούλα τσιγγανοπούλα να έχει λουστεί στις τουαλέτες του πλοίου και να έχει πιάσει πρόχειρα τα μαλλιά χωρίς να τα χτενίσει, σε ένα είδος κότσου. Η Βουλγάρα γέλασε υποτιμητικά και λέει, αυτοί δεν πλένονται και μόλις βρουν ευκαιρία θα πλυθούν όπου να είναι. Εγώ πάλι δεν μίλησα, μα αισθάνθηκα άσχημα που μιλούσε έτσι και την άκουγε η τσιγγανοπούλα. Μετά από λίγα λεπτά,  ήθελε να πάει να καπνίσει έξω και μου λέει, βλέπε τα πράγματα μου να μην μου τα κλέψουν θα βγω λιγάκι έξω. Βγήκε πράγματι έξω και σε λίγο γύρισε και μου χαμογέλασε. Η Ελπίδα ξέχασα να σας πω, ότι της έλειπαν δυο δόντια πάνω αριστερά και άλλα δυο κάτω δεξιά και όταν έκλεινε το στόμα της ήταν σαν να σφράγιζε η μπουκαπόρτα του πλοίου.

Όταν γύρισε εγώ για να γλιτώσω άνοιξα τον υπολογιστή μου και άρχισα να παίζω, για λίγο σταμάτησε και νόμιζα πως γλίτωσα. Πείνασα μου λέει, εκεί απέναντι της είπα και της έδειξα το μπαρ έχει τοστ πήγαινε να πάρεις. Μπα μου είπε, θα περιμένω το εστιατόριο να ανοίξει. Βλέπετε μου το έπαιζε φραγκάτη, αφού μου είπε πως πληρωνόταν καλά από μια γιαγιά που έβλεπε. Σε λίγο έγινε ανακοίνωση πως άνοιξε το εστιατόριο, αλλά αυτή δεν κουνήθηκε. Πέρασαν είκοσι λεπτά, όταν ξανάρχισε να λέει, πείνασα δεν έχω φάει από το πρωί, και τότε η τσιγγανοπούλα που ήταν δίπλα της την ρώτησε, δεν έχεις λεφτά να φας; Δεν είδα αν της έγνεψε καταφατικά, αλλά αμέσως συνέχισε να της λέει, έχω μακαρόνια με κρέας θέλεις να σου βάλω; και πόσο κάνει; ρώτησε η Ελπίδα. Τίποτα καλέ δεν κάνει και σηκώθηκε αμέσως, να της φέρει φαγητό. Σε λίγα λεπτά έφερε ένα πιάτο μακαρόνια με κρέας, από την  γιαγιά της. Η Ελπίδα στρώθηκε στο φαγητό και εγώ αναρωτήθηκα, τώρα δεν σιχαίνεται την βρωμιάρα, όπως την έλεγε; Μα μέσα σε αυτή την σκέψη μου, ένιωσα και θαυμασμό για την γενναιοδωρία της τσιγγανοπούλας, που έτρεξε αμέσως να της φέρει να φάει, παρόλο που δέχτηκε τόσες προσβολές εν μέρει, από την Βουλγάρα.


Ηθικό δίδαγμα: Ποτέ μην υποτιμάτε και σνομπάρετε κανέναν, γιατί από εκεί που δεν το περιμένετε  έρχεται η βοήθεια, και η καλοσύνη δεν έχει να κάνει με τα ωραία ρούχα, αλλά με την ωραία καρδιά.


Μύριαμ Κ. Ρόδος

Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

Κίνημα σαλιγκαριών (καραβόλων)

Σήμερα θα μιλήσουμε για τα κόμματα που προβληματίζουν πιστεύω όλους τους Έλληνες. Τι είναι λοιπόν τα κόμματα και οι κομματικές παρατάξεις; Εγώ θα τα παρομοίαζα με σκουλικαντέρες, αλλά είπα να σοβαρευτώ λιγάκι και να  
κοιτάξουμε στα ίσια να δούμε τι ακριβώς είναι. 

Θα έλεγα λοιπόν πως μοιάζουν με τα σαλιγκάρια,  που είναι σε λήθαργο το καλοκαίρι και τον χειμώνα ξυπνάνε. Βέβαια με τα κόμματα δεν συμβαίνει ακριβώς έτσι, αυτοί κοιμούνται τέσσερα χρόνια και ξυπνούν μόνο όταν είναι να μας φλομώσουν στις υποσχέσεις. Ο ύπνος τους βέβαια έχει να κάνει μόνο με το κομμάτι που πρέπει να κοιτάξουν τους πολίτες γιατί κατά τα άλλα είναι ανοιχτομάτες  και μακρυχέρηδες και το μόνο που κάνουν είναι να μας σουφρώνουν τα λιγοστά χρήματα που μας δίνουν με το κόλπο του φπα και άλλα τρικ δικά τους. Έτσι αποφάσισα και εγώ να έρθω στην αντεπίθεση και να κάνω δικό μου κόμμα σαλιγκαριών ή αλλιώς καραβόλων που λέμε και στο νησί μου.

Το δικό μας κόμμα δεν υστερεί σε τίποτα από τα άλλα. όμως έχει μια ιδιαιτερότητα, έχει καινούρια υπουργεία και αυστηρούς υπουργούς.
Γιαυτό θα σας πω να μας επιλέξετε με την ψήφο σας, να μας εμπιστευτείτε και δεν θα χάσετε. Τώρα θα σας παρουσιάσω τους υποψήφιους υπουργούς και υφυπουργούς για να δείτε τι διαμάντια έχει το κόμμα μας. 

Υποψήφιος Πρωθυπουργός: Μύριαμ η δωδεκανήσια.
Υπουργός: για εγκεφαλικά που θα πάθουν οι πολιτικοί και κάθε είδους ιατρικά από το ξύλο, Ρουβήμ ο Ροδοσυλλέκτης και αυτός από την Ρόδο.
Υπουργός: παρά τον πρωθυπουργό Μίνα η γλωσσοκοπάνα, αυτή αναλαμβάνει το βήμα στην βουλή και όποιον πάρει ο χάρος.
Υπουργός δικαιοσύνης: Κική Λεκάκη και υφυπουργός, Κατερίνακι  Κατερίνα και μην σας ξεγελάει το ότι είναι γυναίκες γιατί είναι πολύ άγριες όταν χρειαστεί.
Υπουργός τσιφτεντελιού: Σοφία Τουλκερίδου και υφυπουργός Μανώλης Βασιλακάκης που θα κρατάει το ντέφι. Αυτοί θα διασκεδάζουν την βουλή όταν πρόκειται να πάρει σοβαρές αποφάσεις.
Υπουργός φτυσίματος σε καιρό ανομβρίας. Κώστας Μπέσκος: έχει αναλάβει να ποτίσει, τους παλιούς υπουργούς της βουλής και νομίζω θα τα καταφέρει άψογα.

Υπουργός μαγειρικής και συσσιτίου στους άπορους που άφησαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις. Βάσω Κούλα,  Αλίκη Βαλονάση, Νούλα Λαουτίδη και Μαίρη Λαμπρινού. Είναι έμπειρες μαγείρισσες και χειρίζονται άψογα την κουτάλα, γιαυτό να μην τους κολλάτε γιατί είναι κομματάκι άγριες.
 Υφυπουργός κυνηγών ζώων και όχι μόνο, Σάββας Βουτσάς αναλαμβάνει ακόμα και την Βίκυ Σταμάτη να κυνηγήσει μπας και την γιατρέψει.

Υπουργός δημόσιας τάξης:Γεωργία Θεοδοσοπούλου που είναι έτοιμη για όλα
Υφυπουργός  χασάπικου στην βουλή: Δέσποινα Χασάπη και Σταμάτης Καρέλης, αυτοί οι δυο θα σας σερβίρουν τα κρέατα που περισσεύουν στην βουλή και θα κυνηγάνε με τις μαχαίρες όσους έχουν απομείνει μέσα.

Υπουργός μαντινάδας και διασκέδασης, Μηνάς από Κρήτη, έχει μαντινάδες για όλα τα γούστα σταυρώστε τον.
Υφυπουργός παραπόνων, Δημήτρης Μητσόπουλος και υπουργός χωρίς χαρτοφυλάκιο γεμάτο, Γιάννης Ρούσος ο άγριος και Κουκ ο ξινός.
Υπουργός καλλωπισμού: Βάγια Κωστή και Λέτα Μασούτη. Αυτές θα σας πηγαίνουν στα καλύτερα ινστιτούτα και θα σας κάνουν να μοιάζετε σαν την Κλεοπάτρα.
Υπουργοί για τον πολιτισμό θα είναι: Λίνα Πα και  Κική Καλογεράκου δυο σε ένα για να μην πληρώνετε έξτρα υπουργεία. 
Υπουργός Γκρίνιας ο ποιος Θανάσης, τώρα μην ψάχνετε και εσείς ποιος είναι θα τον δείτε στα ψηφοδέλτια μας,
Υπουργός κακουργημάτων και ασφάλειας της χώρας, Τρόμος τρομάρας και Σπύρος Λιόσης.


Υφυπουργοί υπεύθυνοι για το στιλ σας Μαρίνα Ψιμοπούλου, Χριστίνα Ντίλη και Στέλλα Σαράντη, θα σας έχουν τις καλύτερες στιλιστικές προτάσεις και τύφλα νάχει ο Γαβαλάς. 
  Υπουργός και υφυπουργός που θα κυνηγάνε του κλέφτες που μας τα έφαγαν θα είναι: Νίκος Παπαδόπουλος Γιάννης Χρυσανθέας και Νικόλαος Γαλιάτσης. 
Και τελευταίος ο υποψήφιος βουλευτής Κωσταντίνος Γλυνός που θα πάρει το υπουργείο πίσω και σας έφαγα και θα κυνηγήσει όλα τα λαμόγια. 

Αυτό είναι το κίνημα μας και πιστεύω να μας ψηφίσετε. Αν δεν μας ψηφίσετε πάλι δεν πειράζει, εμείς θα σας προσφέρουμε από ένα πιάτο σαλιγκάρια να χορτάσατε. Αν όμως μας ψηφίσετε θα σας δώσουμε δωρεάν μια κρέμα ανάπλασης με βάση τα σάλια του καραβόλα, είναι θαυματουργή μην γελάτε και μετά θα σας πάμε και στο Παρίσι για αναψυχή. Το σκέφτεστε ακόμα;



Μας έχει μείνει ένα υπουργείο περιποίηση της Μέρκελ όποιος θέλει να δηλώσει 
συμμετοχή.





Μύριαμ Κ. Ρόδος