Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Η βασιλοπούλα και το φως του έρωτα



Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα παλάτι, ζούσε μια όμορφη βασιλοπούλα. Κάθε μέρα η βασιλοπούλα, έβγαινε στον κήπο του παλατιού και έκανε βόλτα, ανάμεσα στις όμορφες τριανταφυλλιές τους. Ένας μάγος όμως, εδώ και καιρό παρακολουθούσε το παλάτι, γιατί του άρεσε η βασιλοπούλα. Μια μέρα, όπως έκανε τον περίπατο της, την πλησίασε ένας νέος. Βέβαια ο νέος δεν ήταν άλλος από τον κακό μάγο, γιατί ο μάγος αυτός είχε την φήμη του κακού και όχι άδικα. Γεια σου βασιλοπούλα μου, της είπε με δυνατή φωνή, η βασιλοπούλα τρόμαξε από τον απρόσμενο επισκέπτη και τον κοίταξε απορημένη. Ποιος είσαι νεαρέ; και πως μπήκες μέσα στο παλάτι;τον ρώτησε η όμορφη βασιλοπούλα. Είμαι γείτονας σας της αποκρίθηκε, να κοίτα αυτόν τον πύργο εκεί ψηλά στο βουνό, είναι δικός μου και έγνεψε με το χέρι του κατά το βουνό. Έτσι άρχισαν να κάνουν παρέα και να συζητάνε διάφορα. Η βασιλοπούλα όμως τον έβλεπε μόνο σαν φίλο και δεν ήξερε τις σκέψεις που έκανε για εκείνην ο νεαρός. 



Κάποιο απόγευμα, όπως έκαναν την βόλτα συζητώντας, ο νεαρός της ζήτησε να την παντρευτεί. Η βασιλοπούλα όμως αρνήθηκε ευγενικά, αφού δεν ένιωθε ερωτευμένη μαζί του. Ο μάγος τότε νευρίασε πολύ και έφυγε θυμωμένος, δεν του είχε ξανατύχει να του αρνηθούν κάτι. Βλέπετε όλοι τον φοβόντουσαν και πάντα ναι του έλεγαν. Έτσι απομακρύνθηκε και χάθηκε για λίγο καιρό. Πέρασαν αρκετές μέρες και ένα απόγευμα, η βασιλοπούλα κάνοντας την βόλτα της στον κήπο, είδε ένα μικρό ελαφάκι. Τι όμορφο που είναι σκέφτηκε και έτρεξε να πάει κοντά του, εκείνο όμως απομακρύνθηκε και η βασιλοπούλα όλο και πήγαινε να το προφτάσει, μέχρι που βγήκε από το παλάτι χωρίς να το καταλάβει. Τότε το ελαφάκι μεταμορφώθηκε σε ένα άσχημο γέρο, ήταν ο μάγος που την ξεγέλασε, για να την βγάλει έξω από το παλάτι και έτσι την άρπαξε και την πήγε μακριά.




Η βασιλοπούλα ξαφνικά βρέθηκε σε ένα σκοτεινό δάσος, δεν υπήρχε φως από πουθενά, ο ήλιος είχε χαθεί τον έκρυψε ο μάγος. Η καημένη η βασιλοπούλα φοβόταν τόσο πολύ και άρχισε να κλαίει συνέχεια και να καλεί σε βοήθεια, μα κανείς δεν την άκουγε. Ένα αστέρι που την λυπήθηκε, τις έστελνε το λιγοστό του φως, ίσα που να βλέπει για να μην χτυπήσει. Και έτσι έμεινε εκεί στο σκοτεινό δάσος, να περιπλανιέται η φοβισμένη βασιλόπουλα. Ένα βράδυ, καθώς ήταν ξαπλωμένη σε ένα κουφάρι του δέντρου, για να προστατευτεί από τα αγρίμια, αλλά και για να μην κρυώνει, άκουσε ποδοβολητά αλόγου. Αμέσως μαζεύτηκε φοβισμένη, νομίζοντας πως ήταν πάλι ο κακός μάγος. Έκλεισε τα μάτια της σφικτά και κράτησε την αναπνοή της για να μην την βρει, όμως ένιωσε μια σκιά από πάνω της και άνοιξε τα μάτια, να δει τι ήταν αυτό. Ήταν σκοτεινά και δεν μπορούσε να διακρίνει καλά, όμως η μυρωδιά που της ήρθε στην μύτη ήταν από άλογο. Ναι την γνώριζε καλά αυτή την μυρωδιά, γιατί στο παλάτι είχαν πολλά άλογα και γιαυτό την αναγνώρισε και δεν έκανε λάθος.




Σηκώθηκε αμέσως πάνω και άπλωσε το χέρι να πιάσει το άλογο, όταν άκουσε μια φωνή να της λέει, τι κάνεις εσύ κοπέλα μου μόνη στην ερημιά; Αμέσως με την φωνή το αστεράκι που την  φώτιζε τόσο καιρό, δυνάμωσε την φλόγα, για να μπορεί η βασιλοπούλα να διακρίνει τον καβαλάρη. Ευτυχώς δεν ήταν ο κακός μάγος, σκέφτηκε ανακουφισμένη. Πάρε με από εδώ, σε παρακαλώ πολύ του είπε και άρχισε να κλαίει. Ο καβαλάρης τότε με μια κίνηση ανέβασε την κοπέλα στο άλογο και άρχισε να τρέχει σαν τον άνεμο. Στην διαδρομή, η βασιλοπούλα εξιστόρισε με όλες τις λεπτομέρειες τι είχε συμβεί. Το άλογο συνέχισε να τρέχει ασταμάτητα χωρίς καθόλου να κουράζεται, έδειχνε να κατάλαβε και εκείνο την ιστορία της και ήθελε να την βοηθήσει.



Αφού πέρασαν ώρες πολλές, μπορεί και μέρες κανείς δεν ξέρει αφού ήλιος δεν υπήρχε, άρχισε ξαφνικά να ξημερώνει και να φαίνεται το φως. Η βασιλοπούλα έκλεισε τα ματιά της, γιατί την τύφλωσε το φως του ήλιου, που είχε τόσο καιρό να δει. Μα να! ξαφνικά το άλογο σταμάτησε και ο καβαλάρης πήρε την βασιλοπούλα στην αγκαλιά του και την κατέβασε απαλά στην γη. Άνοιξε τα μάτια σου να χαρείς τον ήλιο, ο κίνδυνος πέρασε πια και τώρα είσαι στην γη του ήλιου και του φωτός. Εκείνη άνοιξε σιγά σιγά τα μάτια της και για πρώτη φορά, αντίκρισε το πρόσωπο του ανθρώπου, που την έσωσε. Ήταν ένας όμορφος νέος, μελαχρινός με μεγάλα μάτια και ένα λακάκι στο πιγούνι, που του πρόσθετε γοητεία. Έμοιαζε σαν άγγελος, που ήρθε την κατάλληλη στιγμή για να την σώσει, Της βασιλοπούλας η καρδιά, για πρώτη φορά χτύπησε δυνατά από έρωτα.




Έτσι αφού τα είπαν αρκετά τράβηξαν για το παλάτι. Εκεί μόλις την είδαν τάχασαν, την είχαν για πεθαμένη. Αφού είχε πέρασε τόσος καιρός, που δεν είχαν νέα της. Είχαν ψάξει παντού, μα δεν μπορούσαν πουθενά να την βρουν και ο βασιλιάς είχε πέσει σε βαριά κατάθλιψη. Μόλις όμως είδε την μονάκριβη θυγατέρα του, έγινε καλά και άρχισε ένα γλέντι που κράτησε δέκα μερόνυχτα. 

Ο νέος συνέχιζε να κάνει παρέα με την βασιλοπούλα και η αγάπη τους φούντωνε μέρα με την ημέρα. Ο βασιλιάς που το κατάλαβε, τον φώναξε μια μέρα στο παλάτι και του είπε, νέε μου βλέπω πως η κόρη μου σε αγαπάει και πως όταν είστε μαζί είναι πολύ χαρούμενη. Αν την αγαπάς και εσύ, συνέχισε να λέει, τότε θα σας παντρέψω. Γιατί σε έχω μέσα στην καρδιά μου. Βασιλιά μου, του απάντησε εκείνος, εγώ είμαι ένας φτωχός εργάτης, πως θα παντρευτώ μια βασιλοπούλα; Α δεν ακούω κουβέντα και ούτε με νοιάζει αν είσαι φτωχός, γιατί η καρδιά σου είναι πλούσια από αγάπη και αυτό είναι το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο. Ο νέος, τα έχασε για μια στιγμή με την πρόταση του βασιλιά, αλλά ήταν τόσο μεγάλη η αγάπη που είχε για την καλή του και είπε το ναι, προτού  αλλάξει γνώμη ο βασιλιάς. Μέσα σε λίγες μέρες,  έγινε ο γάμος και όλοι ήταν τρισευτυχισμένοι. Και έτσι έζησαν καλά και εμείς καλύτερα.



Μύριαμ Κ. Ρόδος