Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

ΤΟ ΣΚΟΥΛΗΚΙ ΔΗΜΑΡΧΟΣ

Μια φορά και ένα καιρό, μέσα στα λασπόνερα ζούσε ένα σκουλήκι. Αυτό διέφερε από όλα τα άλλα σκουλήκια γιατί είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Όλη μέρα σερνόταν μέσα στην λάσπη και προσπαθούσε να σκεφτεί τι πράγμα θα έκανε που θα εντυπωσίαζε τα άλλα σκουλήκια. Ήταν πολύ σνομπ και δεν μιλούσε σε κανένα σκουλήκι. Μάλιστα  ήθελε να το παίζει αρχηγός πάντα και αυτό τα εκνεύριζε, ώσπου τον έκαναν πέρα. 

Μια μέρα πέρασε από εκεί ένας άνθρωπος με κουστούμι και γραβάτα και όμως εκείνο το φαντασμένο σκουλήκι, τον κοίταξε με περιφρόνηση. Ξαφνικά όμως, τα μάτια του σκουληκιού άστραψαν, του ήρθε μια τρελή ιδέα και ακολούθησε τον άνθρωπο. Ο κύριος αυτός, προχώρησε αρκετά και κάποια στιγμή, σταμάτησε σε μια λιμνούλα. Έκανε ζέστη και ο ιδρώτας κυλούσε από το μέτωπό του,  έτσι σκέφτηκε να κάνει ένα μπάνιο στην λιμνούλα για να δροσιστεί. Έβγαλε λοιπόν τα ρούχα του και τα τοποθέτησε προσεκτικά στα κλαδιά ενός δέντρου, που υπήρχε εκεί κοντά και μετά, βούτηξε στο νερό. Το σκουλήκι δεν έχασε την ευκαιρία και έκλεψε τα ρούχα του, τα φόρεσε και τράβηξε για ένα χωριουδάκι εκεί κοντά. Μόλις έφτασε εκεί οι χωριάτες τον υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό, ένας κουστουμάτος κύριος δεν περνούσε από εκεί απαρατήρητος. Η αφέλεια τους ήταν τόσο μεγάλη που μετά από λίγο καιρό τον έκαναν δήμαρχο. Το πολύξερο και βρώμικο σκουλήκι, έκανε τα πάντα να τους εντυπωσιάσει και τα κατάφερε. 

Όταν όμως κάθισε στην καρέκλα, άλλαξε και έδειξε το πρόσωπό του. Ήταν πολύ σκληρός με τους ανθρώπους, αλλά αυτοί δε καταλάβαιναν τίποτα, τους αρκούσε που είχαν έναν σπουδαίο κουστουμάτο δήμαρχο. Ο σκουλικοδήμαρχος κατάκλεψε το χωριό, δεν άφησε σχεδόν τίποτα στους χωρικούς, αλλά αυτοί χαμπάρι δεν πήραν, καθώς τους τα μπάλωνε μια χαρά. Θα σας κάνω δρόμο, γέφυρες, καλύτερα σπίτια και κάτι τέτοια τους έλεγε, για να τους τα μαζεύει χοντρά. 

Ένας γέροντας όμως που είχε πολύ καθαρό μυαλό και σωστή κρίση, δεν εντυπωσιάστηκε ούτε από τα λόγια του, ούτε από το κουστούμι του. Αντίθετα τον κοιτούσε από την αρχή, με καχυποψία και επιφύλαξη. Άρχισε λοιπόν να τον παρακολουθεί στενά και ένα βράδυ, τον είδε να πετάει το κουστούμι του και να σέρνεται πάλι στην γη. Βλέπετε, τα σκουλήκια δεν μπορούν να περπατήσουν, είναι γεννημένα να σέρνονται πάντα στην γη και η προσπάθεια να περπατήσει, το κούραζε αφάνταστα. Σαν έμενε μόνο λοιπόν το σκουλήκι πετούσε τα ρούχα και σερνόταν και έτσι ο σοφός  γέροντας, τον ανακάλυψε. Έτρεξε τότε στο χωριό και φώναξε τους συγχωριανούς του.


Ελάτε όλοι μαζί μου για να δείτε τι ανεβάσατε στην εξουσία, άμυαλοι. Οι χωριάτες από περιέργεια έτρεξαν αμέσως στο σπίτι του σκουλικοδημάρχου, άνοιξαν την πόρτα και τι να δουν; ένα σκουλήκι βρωμερό να σέρνεται στην γη. Όλοι τα έχασαν με την αποκάλυψη και δεν ήξεραν τι να πουν, μόνο ένα παιδάκι είπε με δυνατή φωνή. Ααα! σκουλήκι είσαι; γιαυτό μύριζαν τόσο απαίσια  τα ρούχα σου και δεν μπορούσα να σε πλησιάσω; Το σκουλήκι έφυγε κακήν κακώς από το χωριό που ήταν έτοιμοι να το λιντσάρουν και  γύρισε πάλι στα λασπόνερα να σέρνεται για την υπόλοιπη ζωή του. Και έτσι οι άνθρωποι στο χωριό έζησαν καλά χωρίς την παρουσία του σκουληκιού και εμείς καλύτερα που γλύτωσαν οι χωρικοί.

Ηθικό δίδαγμα: (1) Τα σκουλήκια πάντα θα σέρνονται στην γη ότι και να κάνουν (2) εμείς σαν άνθρωποι με μυαλό να μην εντυπωσιαζόμαστε ποτέ, ούτε με φανταχτερά λόγια αλλά ούτε από μεταξωτές κορδέλες και να ανοίξουμε τα μάτια μας.

Μύριαμ Κ. Ρόδος