Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

ΦΙΛΕ ΜΑΡΤΥΡΑ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ ΑΚΟΥΣΕ ΜΕ ΛΙΓΟ

Φίλε μάρτυρα του Ιεχωβά, ήρθε η σειρά να σου μιλήσω. Έρχομαι φιλικά σαν άνθρωπος και ελπίζω να με ακούσεις. Δεν ήρθα να σου κάνω κήρυγμα, αλλά να μιλήσουμε με την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη. Ξέρω ότι δεν συμμετέχεις στα κοινά σε ότι έχει να κάνει με πολιτικές πεποιθήσεις, γιατί έχεις αλλού το μυαλό σου. Βλέπεις όμως δεν ήρθα να σου κάνω πολιτική, αλλά να συζητήσουμε για ένα ζήτημα σοβαρό και  να σου πω, πως χρειαζόμαστε και την δική σου ψήφο. Γιατί και εσύ ζεις στην χώρα αυτή που λέγεται Ελλάδα και εσύ μεγαλώνεις τα παιδιά σου εδώ. Δεν είναι κρίμα να αφήνεις με την σιωπή σου να πεθαίνουν άνθρωποι, μαζί και η πατρίδα; Γιατί, αποχή από τα πολιτικά είναι βαριά σιωπή και ανοχή για το κάθε πολιτικό σύστημα, που έχουμε κατά καιρούς. Ο Θεός είπε να βοηθάμε αλλήλους, αλλά εσύ δεν βοηθάς με την αποχή σου, γιατί; Τώρα είναι η ώρα να δείξεις πως είσαι καλός και πως αγαπάς τους ανθρώπους και την πατρίδα μας. 

Είδες πως δεν ήρθα να σου μιλήσω για τις άλλες διαφορές που έχουμε, γιατί σε πολλά πράγματα είμαι αντίθετη, όπως το θέμα με την μετάγγιση, αλλά αυτό είναι καθαρά δικό σου θέμα, αφού δική σου είναι η ζωή. Όμως εδώ μιλάμε για χιλιάδες ζωές που κρέμονται από τα χέρια μας, εμείς καλούμαστε να αποφασίσουμε για το κοινό καλό. Αν δεν έρθεις σημαίνει ότι αδιαφορείς για τους άλλους και είσαι παρτάκιας και νομίζω πας ενάντια στην θέληση του Θεού. Έλα μαζί μας και δώσε δυναμικό παρόν, μην ακούς κανέναν που θα σου πει πως είναι αμαρτία και δεν κάνει. Εγώ θα σε περιμένω στις κάλπες, αν δεν φανείς τότε λες ψέμματα πως αγαπάς τον Θεό και πως προσπαθείς να σώσεις τους ανθρώπους. Δώσε δυναμικό παρόν και κάνε την διδασκαλία σου πράξη, δώσε αγάπη με την ψήφο σου βοήθησε μας. Ξέρω πως είσαι καλός άνθρωπος και πως θα πράξεις σωστά.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΡΕΛΑΘΗΚΕ

Ακρωτηριασμένη γυναίκα, που πας, τι κάνεις, έχεις τρελαθεί; Σου στερούν ότι πολυτιμότερο υπάρχει για μια γυναίκα. Με κοιτάς ταραγμένη, σαστισμένη σαν και δεν καταλαβαίνεις τι σου λέω ε; Δεν είσαι εσύ που αγανακτισμένη φωνάζεις, γιατί δεν έχεις την δυνατότητα  να κανείς ένα παιδί; δεν είσαι εσύ που σε τιμώρησαν γιατί έχεις κάνει παιδί και σε φορολογούν, διπλά γιαυτό; Στην ουσία σου ξερίζωσαν τα σωθικά και έβγαλαν  από πάνω σου έτσι βίαια, το πιο δημιουργικό όργανο σου, την μήτρα. Θέλουν να σε κάνουν να πιστέψεις πως το παιδί είναι τεκμήριο και είναι εγκληματικό να κάνεις παιδιά. Αλλά όμως σκοπός τους είναι και  να   σε φοβίσουν, να μην κάνεις άλλο. Δηλαδή να βγάλεις εκτός λειτουργίας αυτό που σε κάνει γυναίκα, την μητρότητα, αυτή δεν κατασπάραξαν όλοι αυτοί οι λύκοι; δεν σε ακρωτηρίασαν στην ουσία; 

Εσένα γυναίκα τρελή, δεν σου αφήνουν νηστικά τα παιδιά που ήδη υπάρχουν; Έχεις να τα ταΐσεις; να τα φωτίσεις με τις γνώσης το φως στέλνοντας τα σχολείο; ή μήπως μπορείς αν αρρωστήσουν να τα περίθαλψης με την ανύπαρκτη υγεία; Για πες μου, τι μπορείς να προσφέρεις έτσι άνεργη και κακομοίρα που σε κατάντησαν όλοι αυτοί; Αν συνεχίσεις έτσι με αυτό τον ρυθμό, φοβάμαι πως ο ακρωτηριασμός σου θα γίνει μόνιμος και δεν θα υπάρχει ελπίδα καμιά, θα πεθάνουμε όλοι μας και θα φταις εσύ γιαυτό.


Σε βλέπω όμως αλαφιασμένη όση ώρα σου μιλώ, το  μάτι σου  γυαλίζει και γελάς νευρικά, τι συμβαίνει; Ίσως κάτι σου έταξαν και εσύ τους πίστεψες. Ίσως πάλι να έπαθες άμοιρη αμνησία, από τις κακουχίες  και στεναχώριες που περνάς και δεν θυμάσαι τι έχει συμβεί.  Δεν μπορώ να δώσω άλλη λογική εξήγηση γυναίκα, ξύπνα πριν είναι αργά, πιάσε το τιμόνι στα χέρια, γιατί σε λίγο όλα τελειώνουν. Όμως εξαιτίας της αναπηρίας που σου άφησαν η χώρα γερνάει, είναι άρρωστη βαριά.  Σε φωνάζει μα εσύ έχεις κλείσει με πείσμα τα αυτιά και δεν ακούς. Να ξέρεις, όταν βγάλεις τα χέρια από τα αυτιά, πατρίδα δεν θα υπάρχει γυναίκα τρελή, γιατί χωρίς μήτρα, είναι όλα τελειωμένα. Ξύπνα γυναίκα, ξύπνα και σύνελθε, να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε όλες μαζί.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

Ο ΘΕΟΣ Η ΓΙΑΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ

Μια μέρα ρώτησε ένα παιδί την γιαγιά του. Γιαγιάκα που είναι ο Θεός; και πως μπορούμε να φτάσουμε κοντά του; Η γιαγιά  έβαλε να καθίσει κοντά της το παιδί, πήρε ένα μικρό σκαμνάκι και κάθισε και εκείνη δίπλα του. Του έπιασε το χεράκι και άρχισε να του εξηγεί και να προσπαθεί, να του λύσει τις απορίες του.

Ο Θεός παιδί μου, άρχισε να λέει, κοντά του έχει αμέτρητους αγγέλους. Όμως για να φτάσει κάποιος να έχει την τιμή της θέσης αυτής, πρέπει να περάσει από ορισμένα στάδια ή δοκιμασίες να το πω καλύτερα, για να δείξει ότι την αξίζει. Υπάρχουν λοιπόν κάποιες αίθουσες αναμονής που περνούν από εκεί χιλιάδες άνθρωποι καθημερινά, λίγοι είναι αυτοί που θα τα καταφέρουν. Υπάρχει η πρώτη αίθουσα, που είναι σκοτεινή και εκεί θα περάσει κάποιος αρκετό καιρό, μέχρι να πάει στην δεύτερη αίθουσα που είναι φωτεινή και ευχάριστη. Στην δεύτερη αίθουσα όταν μπει κάποιος, θα μπορεί να πετάει και να πηγαίνει όπου θέλει, ακόμα και να φτάνει στον Θεό. Αλλά δεν θα μπορέσει να μείνει για πολύ, αν δεν περάσει την δοκιμασία και να τα καταφέρει με επιτυχία. Όταν πια φτάσει στην τρίτη αίθουσα όλα είναι ευχάριστα και τίποτα το άσχημο δεν θα υπάρχει. Θα κάθεται δίπλα του και θα χαίρεται τον παράδεισο του.

Όταν κάποιος είναι στην πρώτη αίθουσα την σκοτεινή, ο Θεός φροντίζει να τον ξαναστείλει στην γη. Έτσι θα έχει την ευκαιρία πάλι,  να δοκιμάσει να περάσει τα εμπόδια και τις δοκιμασίες που θα του βάλει. Αν  προσπαθήσει αρκετά και τα  καταφέρει, θα μπει στην δεύτερη φωτεινή αίθουσα. Και για να καταλάβεις τι λέω άκουσε την ιστορία με μεγάλη προσοχή. Το παιδί έσφιξε το γερασμένο χεράκι της γιαγιάς και της είπε, σε ακούω γιαγιά μου πες μου. Κάποτε ήταν τρεις άνθρωποι οι οποίοι κατάφεραν να μπουν στην δεύτερη αίθουσα και ήταν έτοιμοι να περάσουν για την πρώτη, εκεί δίπλα στον πανάγαθο Θεό μας. Ο Θεός τότε έστειλε και τους τρεις ξανά πίσω στην γη για να περάσουν την τελευταία δοκιμασία. Γεννήθηκαν λοιπόν την ίδια μέρα, από διαφορετικές μητέρες σε άλλους τόπους και σε άλλες συνθήκες, τρία όμορφα αγοράκια. Ο πρώτος άγγελος γεννήθηκε σε μια μεγάλη πόλη και είχε πλούσιους γονείς, το όνομα του πάνω στην γη ήταν Εμμανουήλ. Σε μια άλλη χώρα και σε μια πιο μικρή πόλη γεννήθηκε ο Ιωάννης και τέλος γεννήθηκε ο Παύλος, ένα μικρό, στρουμπουλό και όμορφο χωριατόπαιδο.

Ο Εμμανουήλ μεγάλωνε χωρίς να του λείπει τίποτα, ήταν μοναχοπαίδι και δεν του χαλούσαν ποτέ χατήρι οι γονείς του και έτσι του έδιναν ότι ζητούσε. Ο Εμμανουήλ μεγαλώνοντας, έγινε πολύ κακομαθημένος, δεν έδινε σημασία στους ανθρώπους και περηφανευόταν που είχε χρήματα. Όταν μεγάλωσε, έγινε επιχειρηματίας στις δουλείες του πατέρα του. Μια μέρα, ήρθε ένας φτωχός κουρελής να του ζητήσει δουλειά, εκείνος τον κοίταξε με περιφρόνηση και του είπε, φύγε δεν παίρνουμε ζητιάνους στην δουλειά. Μα δεν είμαι ζητιάνος, είπε με δάκρυα στα μάτια ο φτωχός άνθρωπος. Δουλειά γυρεύω, να ζήσω τα πέντε μου παιδιά. Ο Εμμανουήλ όμως, δεν άκουγε κουβέντα και τον πέταξε έξω με τις κλωτσιές Έτσι ήταν πέρασε όλη του την ζωή φαντασμένα και με έναν σκληρό τρόπο αντιμετώπισης στους φτωχούς ανθρώπους.  Για αυτόν, τα πλούτη και το χρήμα είχε μόνο σημασία και τον έκανε ευτυχισμένο.

Ο Ιωάννης πάλι, προερχόταν από φτωχούς γονείς, που δούλευαν σκληρά για να μεγαλώσουν αυτόν και τα άλλα δυο αδέλφια του. Σαν μεγάλωσε και ο ίδιος, άρχισε να δουλεύει σκληρά και να συνεισφέρει, στο σπίτι. Του άρεσε όμως να βοηθάει και άλλους ανθρώπους, έστω και με τα ψίχουλα που έπαιρνε, αυτό τον ανακούφιζε και τον έκανε ευτυχισμένο. Ο Ιωάννης δεν ξεχνούσε ποτέ, να ευχαριστεί τον Κύριο και να τον δοξάζει. Φυσικά και οι τρεις άγγελοι δεν θυμόντουσαν την αποστολή τους στην γη, απλά ο Ιωάννης αγαπούσε τον Θεό και έκανε πάντα το θέλημα του. Ο Ιωάννης παντρεύτηκε μια  βοσκοπούλα και έκανε ένα γλυκύτατο  κοριτσάκι, αλλά μετά λίγους μήνες, αρρώστησε και πέθανε. Ο πόνος του ήταν μεγάλος, μα ποτέ δεν ξέχασε τον Θεό ούτε βαρυγκώμησε. Αντίθετα οι προσευχές του πλήθυναν και μέσα από αυτές, του ζητούσε να το έχει κοντά του και να το προστατεύει. Σαν  πέρασε λίγος καιρός, απόκτησε δυο όμορφα δίδυμα παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Ήταν σαν θείο δώρο αυτά τα παιδάκια και έμοιαζε ο Θεός να ήθελε να τον ξεχρεώσει με αυτή την διπλή χαρά, επειδή  πόνεσε τόσο. Και έτσι ο Ιωάννης, συνέχισε την ζωή του ευχαριστώντας τον Θεό που ποτέ δεν ξέχασε.

Ο τρίτος άγγελος ο Παύλος, γεννήθηκε με μια σπάνια ασθένεια που τον καθήλωσε σε αναπηρικό καροτσάκι. Ο Παύλος όταν ήταν μικρός, παραπονιόταν συχνά για την κατάστασή του.  Γιατί εκτός το γεγονός ότι δεν μπορούσε να περπατήσει, είχε και φριχτούς πόνους στα κόκκαλα. Όμως ούτε αυτός τα έβαλε με τον Θεό, αντίθετα τον παρακαλούσε να του πάρει για λίγο τους πόνους. Όταν μεγάλωσε και έγινε άντρας πια, τις ώρες που δεν πονούσε, άρχισε να κάνει πράγματα δημιουργικά. Έγραφε και έγραφε τόσο ωραία που γρήγορα έγινε γνωστός. Η αναπηρία του δεν εμπόδιζε το μυαλό του, ούτε οι πόνοι του, αντίθετα του έδιναν δύναμη και έμπνευση  να γράφει. Ήταν τόσο χαρισματικός, που η φήμη του και τα βιβλία του πέρασαν την χώρα. Ο Παύλος ήταν χαρούμενος πια και δεν τον ένοιαζε που ήταν στο καροτσάκι. Έμαθε να ζει με αυτό και έτσι και αυτός βρήκε τον δρόμο της λύτρωσης από τον πόνο, κάνοντας τις σκέψεις του αμέτρητες σελίδες και βιβλία και όλα αυτά, με την συνεχή προσευχή προς  στον Θεό.

Όταν ήρθε η ώρα να φύγουν από την ζωή, έφυγαν πάλι μαζί και οι τρεις άγγελοι και έτσι έφτασε η ώρα να σταθούν μπροστά στον Θεό, για να τους κρίνει. Πάει πρώτος ο Εμμανουήλ και στέκεται μπροστά στον Θεό, τι έχεις να πεις για την ζωή σου στην γη, Εμμανουήλ; ρώτησε ο Θεός, ήσουν δίκαιος; ελέησες φτωχούς; τάισες πεινασμένους και ανήμπορους; Θυμήθηκες καμιά φορά να με φωνάξεις, να σου δείξω τον δρόμο που έπρεπε να πάρεις; Ο Εμμανουήλ ντράπηκε και  κατέβασε το πρόσωπο του. Γιατί τίποτα από όλα αυτά δεν έκανε και το χειρότερο, είχε ξεχάσει εντελώς την παρουσία του Θεού. Μετά  πήγαν και στάθηκαν  οι άλλοι δύο, μπροστά στον Θεό. Τότε εκείνος τους χαμογέλασε  και τους φάνηκε τόσο γνώριμο αυτό το χαμόγελο. Γιατί πολλές φορές όταν τον φώναζαν, πήγαινε κοντά τους με το ίδιο   χαμόγελο και έδινε λύση στο πρόβλημα τους. Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν παιδί μου, είπε η γιαγιά και  οι δυο πέρασαν στην δεύτερη αίθουσα. Επειδή Ο Παύλος και ο Ιωάννης  δεν τον ξέχασαν και έκαναν το θέλημα του. Ενώ ο  Εμμανουήλ που ήταν φιλοχρήματος, σκληρός και που ποτέ δεν θυμήθηκε τον Θεό, ξαναπήγε στην πρώτη αίθουσα την σκοτεινή, άγνωστο για πόσο καρό.

Το παιδάκι ακούγοντας της την ιστορία της γιαγιάς που ήταν όλο αγάπη για τον Θεό, της είπε. Γιαγιάκα μου εγώ δεν ξέρω αν είμαι ένας άγγελος που ήρθε στην γη για δοκιμασία, αλλά σου υπόσχομαι θα κάνω ότι μπορώ να περάσω όλες τις αίθουσες με επιτυχία και να φτάσω κοντά στον Θεό. Η γιαγιά ήταν πολύ ευχαριστημένη από τα λόγια του εγγονού της και δεν ξέχασε να ευχαριστήσει τον Θεό, που την βοήθησε να μπορέσει να εξηγήσει στο παιδί πως πρέπει να ζήσει σύμφωνα με το θέλημα του. Η γιαγιά τελειώνοντας, γονάτισε μαζί με το παιδί και προσευχήθηκαν να τους δίνει φώτιση και να έχει όλο τον κόσμο καλά. Ακόμα ζητήσαν να βοηθήσει τους ανθρώπους, ώστε να μπορέσουν να βάλουν στην καρδιά τους ξανά την αγάπη, που τόσο έχει λείψει στις μέρες μας.

Μύριαμ Κ. Ρόδος


Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

(2): MAΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΣΕ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΝ;

Στο πρώτο κείμενό μου, σας μίλησα για τις απορίες των ανθρώπων του ίντερνετ, σχετικά με το θέμα Νεφέλη. Αν είναι δηλαδή ή όχι άτομο σοβαρά άρρωστο και γιατί αμφισβητείται τόσο έντονα, από πολύ κόσμο. Μπήκα στον κόπο να ψάξω για να μην αδικήσω κανέναν, ούτε τον κόσμο αλλά ούτε και εκείνη. Έψαξα λοιπόν και βρήκα τα σημεία που κάνουν τον κόσμο, να αμφιβάλει έντονα και θα κρίνεται εσείς αν είναι άδικη ή όχι τόση αμφισβήτηση προς μια κοπέλα. Γύρισα λίγο πίσω στο δυο χιλιάδες εννιά και μέσα στο μπλοκ της βρήκα τα δικά της λόγια που είναι άξια απορίας. Δείτε τι λέει στην ημερομηνία που σας ανέφερα πριν, θέλει να ξεκαθαρίσει πως δεν είναι καρκίνος αυτή η αρρώστια αλλά μια άγνωστη ασθένεια και οι γιατροί της κάνουν πειράματα με  δοκιμαστικές χημειοθεραπείες. Αυτό δύσκολα γίνεται πιστευτό, γιατί δοκιμαστικά σε μια άγνωστη ασθένεια με χημειοθεραπείες, δεν θα  έκανε ούτε ο πιο άσχετος γιατρός νομίζω.


Ερχόμαστε τώρα στο δυο χιλιάδες δώδεκα και εδώ λέει πως έχει λευχαιμία ή λέμφωμα, πάλι τόσοι γιατροί του εξωτερικού αδυνατούν να βρουν από τι πάσχει, σπάνια περίπτωση την χαρακτήρισε η ίδια. Το άλλο απίθανο είναι αυτό με τους όγκους, δεν νομίζω να έχει σημείο του σώματος της που να μην έχει όγκο και μάλιστα τεράστιους. Παρακάτω σας βάζω ένα απόσπασμα,  να διαβάσετε πως περιέγραψε σε ένα FORUM όλα αυτά που λέει πως έχει. Θα ήθελα να μου πείτε τώρα αν έχουν δίκιο ή άδικο οι αμφισβητίες και ακόμα να ζητήσω την γνώμη κάποιου γιατρού. Σας έχω τονίσει μόνο με χρώμα τα σημεία που λέει πως έχει καρκίνο.

(21/6/12
Παρακάτω γράφω περίπου από τι πάσχω και πως περνώ την καθημερινότητα μου...

Γλοίωμα/επενδύμωμα στο κεφάλι..ενδοκρανια αυξημένη υπέρταση και τοξικό εγκεφαλονωτιαιο υγρό. Χρόνια εγκεφαλίτιδα. (το μοναδικό σε μένα, δηλαδή η δικιά μου περίπτωση όπου είναι μοναδική στο κεφάλι τουλάχιστον, είναι πως ο κακοήθεις όγκος, το γλοίωμα, έρχεται σαν πραγματικό τέρας στο κεφάλι μου, μου καταστρέφει υγιείς κύτταρα, μου αφήνει τα τοξικά και τα κακά κύτταρα και φεύγει σαν κλέφτης. Μετά ξανά από την αρχή. Έτσι δεν μπορούν ούτε με ακτινοθεραπεία μα ούτε και με επέμβαση να επέμβουν...άρα και έτσι ξαφνικά μπορεί να φύγω από αιφνίδιο θάνατο...)


Καρκίνος στην κοιλιά (όπου μέχρι και εδω δεν μπορούν να χειρουργειθούν οι όγκοι "τέρατα" όπως τα χαρακτήρισαν στην Αμερική αλλά και όσοι γιατροί τα βλέπουν, διότι με άφησαν να φτάσω μέχρι εδω που έφτασα και μετά αποφάσισαν να με στείλουν εκεί που έπρεπε να πάω προ καιρού. Ούτε βιοψία δεν μπορούν να μου κάνουν διότι λόγω ακατάσχετης αιμορραγίας θα χαθω. Αυτό θα γίνει επειδή ηδη οι όγκοι κολλησαν στα γειτονικά όργανα, όπως έντερο, σπληνα, συκώτι, νεφρά και επηρεάζουν καρδιά και πνεύμονες...)
Η σπάνια αυτοάνοση ασθένεια μου "Nerobehcet's disease" (όπου εδω και 11 χρόνια δεν θα έπρεπε να ζούσα, σύμφωνα με τον τροπο που μου έκανε την επίθεση της στο σώμα μου και πάντα σύμφωνα με τους γιατρούς...) γιατί μου καταστρέφει τον ίδιο τον οργανισμό...

Μου είπαν όλοι οι γιατροί και εδω και στο εξωτερικό, Ευρώπη, και Αμερική, πως είμαι μοναδική περίπτωση στον κόσμο... και αν οχι μοναδική, είμαι μία περίπτωση στα 2/3 δισεκατομμύρια...)


Αυτό είναι ένα πολύ μικρό απόσπασμα που σας έβαλα με τα λόγια της και όπως βλέπουμε, μια έχει καρκίνο και μια όχι, τελικά τι ισχύει; Έχω και μια απορία  το κράτος της Κύπρου είναι τόσο άπονο και αναίσθητο; ή κρίνουν πως δεν επείγει η μεταφορά της στο εξωτερικό; Εδώ και πάλι θα κλείσω να μην σας κουράσω και θα επιστρέψω με περισσότερες λεπτομέρειες για να καταλάβουμε την αντίδραση του κόσμου.

Μύριαμ Κ. Ρόδος


ΤΟ ΣΚΟΥΛΗΚΙ ΔΗΜΑΡΧΟΣ

Μια φορά και ένα καιρό, μέσα στα λασπόνερα ζούσε ένα σκουλήκι. Αυτό διέφερε από όλα τα άλλα σκουλήκια γιατί είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Όλη μέρα σερνόταν μέσα στην λάσπη και προσπαθούσε να σκεφτεί τι πράγμα θα έκανε που θα εντυπωσίαζε τα άλλα σκουλήκια. Ήταν πολύ σνομπ και δεν μιλούσε σε κανένα σκουλήκι. Μάλιστα  ήθελε να το παίζει αρχηγός πάντα και αυτό τα εκνεύριζε, ώσπου τον έκαναν πέρα. 

Μια μέρα πέρασε από εκεί ένας άνθρωπος με κουστούμι και γραβάτα και όμως εκείνο το φαντασμένο σκουλήκι, τον κοίταξε με περιφρόνηση. Ξαφνικά όμως, τα μάτια του σκουληκιού άστραψαν, του ήρθε μια τρελή ιδέα και ακολούθησε τον άνθρωπο. Ο κύριος αυτός, προχώρησε αρκετά και κάποια στιγμή, σταμάτησε σε μια λιμνούλα. Έκανε ζέστη και ο ιδρώτας κυλούσε από το μέτωπό του,  έτσι σκέφτηκε να κάνει ένα μπάνιο στην λιμνούλα για να δροσιστεί. Έβγαλε λοιπόν τα ρούχα του και τα τοποθέτησε προσεκτικά στα κλαδιά ενός δέντρου, που υπήρχε εκεί κοντά και μετά, βούτηξε στο νερό. Το σκουλήκι δεν έχασε την ευκαιρία και έκλεψε τα ρούχα του, τα φόρεσε και τράβηξε για ένα χωριουδάκι εκεί κοντά. Μόλις έφτασε εκεί οι χωριάτες τον υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό, ένας κουστουμάτος κύριος δεν περνούσε από εκεί απαρατήρητος. Η αφέλεια τους ήταν τόσο μεγάλη που μετά από λίγο καιρό τον έκαναν δήμαρχο. Το πολύξερο και βρώμικο σκουλήκι, έκανε τα πάντα να τους εντυπωσιάσει και τα κατάφερε. 

Όταν όμως κάθισε στην καρέκλα, άλλαξε και έδειξε το πρόσωπό του. Ήταν πολύ σκληρός με τους ανθρώπους, αλλά αυτοί δε καταλάβαιναν τίποτα, τους αρκούσε που είχαν έναν σπουδαίο κουστουμάτο δήμαρχο. Ο σκουλικοδήμαρχος κατάκλεψε το χωριό, δεν άφησε σχεδόν τίποτα στους χωρικούς, αλλά αυτοί χαμπάρι δεν πήραν, καθώς τους τα μπάλωνε μια χαρά. Θα σας κάνω δρόμο, γέφυρες, καλύτερα σπίτια και κάτι τέτοια τους έλεγε, για να τους τα μαζεύει χοντρά. 

Ένας γέροντας όμως που είχε πολύ καθαρό μυαλό και σωστή κρίση, δεν εντυπωσιάστηκε ούτε από τα λόγια του, ούτε από το κουστούμι του. Αντίθετα τον κοιτούσε από την αρχή, με καχυποψία και επιφύλαξη. Άρχισε λοιπόν να τον παρακολουθεί στενά και ένα βράδυ, τον είδε να πετάει το κουστούμι του και να σέρνεται πάλι στην γη. Βλέπετε, τα σκουλήκια δεν μπορούν να περπατήσουν, είναι γεννημένα να σέρνονται πάντα στην γη και η προσπάθεια να περπατήσει, το κούραζε αφάνταστα. Σαν έμενε μόνο λοιπόν το σκουλήκι πετούσε τα ρούχα και σερνόταν και έτσι ο σοφός  γέροντας, τον ανακάλυψε. Έτρεξε τότε στο χωριό και φώναξε τους συγχωριανούς του.


Ελάτε όλοι μαζί μου για να δείτε τι ανεβάσατε στην εξουσία, άμυαλοι. Οι χωριάτες από περιέργεια έτρεξαν αμέσως στο σπίτι του σκουλικοδημάρχου, άνοιξαν την πόρτα και τι να δουν; ένα σκουλήκι βρωμερό να σέρνεται στην γη. Όλοι τα έχασαν με την αποκάλυψη και δεν ήξεραν τι να πουν, μόνο ένα παιδάκι είπε με δυνατή φωνή. Ααα! σκουλήκι είσαι; γιαυτό μύριζαν τόσο απαίσια  τα ρούχα σου και δεν μπορούσα να σε πλησιάσω; Το σκουλήκι έφυγε κακήν κακώς από το χωριό που ήταν έτοιμοι να το λιντσάρουν και  γύρισε πάλι στα λασπόνερα να σέρνεται για την υπόλοιπη ζωή του. Και έτσι οι άνθρωποι στο χωριό έζησαν καλά χωρίς την παρουσία του σκουληκιού και εμείς καλύτερα που γλύτωσαν οι χωρικοί.

Ηθικό δίδαγμα: (1) Τα σκουλήκια πάντα θα σέρνονται στην γη ότι και να κάνουν (2) εμείς σαν άνθρωποι με μυαλό να μην εντυπωσιαζόμαστε ποτέ, ούτε με φανταχτερά λόγια αλλά ούτε από μεταξωτές κορδέλες και να ανοίξουμε τα μάτια μας.

Μύριαμ Κ. Ρόδος