Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Η βασιλοπούλα και το φως του έρωτα



Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα παλάτι, ζούσε μια όμορφη βασιλοπούλα. Κάθε μέρα η βασιλοπούλα, έβγαινε στον κήπο του παλατιού και έκανε βόλτα, ανάμεσα στις όμορφες τριανταφυλλιές τους. Ένας μάγος όμως, εδώ και καιρό παρακολουθούσε το παλάτι, γιατί του άρεσε η βασιλοπούλα. Μια μέρα, όπως έκανε τον περίπατο της, την πλησίασε ένας νέος. Βέβαια ο νέος δεν ήταν άλλος από τον κακό μάγο, γιατί ο μάγος αυτός είχε την φήμη του κακού και όχι άδικα. Γεια σου βασιλοπούλα μου, της είπε με δυνατή φωνή, η βασιλοπούλα τρόμαξε από τον απρόσμενο επισκέπτη και τον κοίταξε απορημένη. Ποιος είσαι νεαρέ; και πως μπήκες μέσα στο παλάτι;τον ρώτησε η όμορφη βασιλοπούλα. Είμαι γείτονας σας της αποκρίθηκε, να κοίτα αυτόν τον πύργο εκεί ψηλά στο βουνό, είναι δικός μου και έγνεψε με το χέρι του κατά το βουνό. Έτσι άρχισαν να κάνουν παρέα και να συζητάνε διάφορα. Η βασιλοπούλα όμως τον έβλεπε μόνο σαν φίλο και δεν ήξερε τις σκέψεις που έκανε για εκείνην ο νεαρός. 



Κάποιο απόγευμα, όπως έκαναν την βόλτα συζητώντας, ο νεαρός της ζήτησε να την παντρευτεί. Η βασιλοπούλα όμως αρνήθηκε ευγενικά, αφού δεν ένιωθε ερωτευμένη μαζί του. Ο μάγος τότε νευρίασε πολύ και έφυγε θυμωμένος, δεν του είχε ξανατύχει να του αρνηθούν κάτι. Βλέπετε όλοι τον φοβόντουσαν και πάντα ναι του έλεγαν. Έτσι απομακρύνθηκε και χάθηκε για λίγο καιρό. Πέρασαν αρκετές μέρες και ένα απόγευμα, η βασιλοπούλα κάνοντας την βόλτα της στον κήπο, είδε ένα μικρό ελαφάκι. Τι όμορφο που είναι σκέφτηκε και έτρεξε να πάει κοντά του, εκείνο όμως απομακρύνθηκε και η βασιλοπούλα όλο και πήγαινε να το προφτάσει, μέχρι που βγήκε από το παλάτι χωρίς να το καταλάβει. Τότε το ελαφάκι μεταμορφώθηκε σε ένα άσχημο γέρο, ήταν ο μάγος που την ξεγέλασε, για να την βγάλει έξω από το παλάτι και έτσι την άρπαξε και την πήγε μακριά.




Η βασιλοπούλα ξαφνικά βρέθηκε σε ένα σκοτεινό δάσος, δεν υπήρχε φως από πουθενά, ο ήλιος είχε χαθεί τον έκρυψε ο μάγος. Η καημένη η βασιλοπούλα φοβόταν τόσο πολύ και άρχισε να κλαίει συνέχεια και να καλεί σε βοήθεια, μα κανείς δεν την άκουγε. Ένα αστέρι που την λυπήθηκε, τις έστελνε το λιγοστό του φως, ίσα που να βλέπει για να μην χτυπήσει. Και έτσι έμεινε εκεί στο σκοτεινό δάσος, να περιπλανιέται η φοβισμένη βασιλόπουλα. Ένα βράδυ, καθώς ήταν ξαπλωμένη σε ένα κουφάρι του δέντρου, για να προστατευτεί από τα αγρίμια, αλλά και για να μην κρυώνει, άκουσε ποδοβολητά αλόγου. Αμέσως μαζεύτηκε φοβισμένη, νομίζοντας πως ήταν πάλι ο κακός μάγος. Έκλεισε τα μάτια της σφικτά και κράτησε την αναπνοή της για να μην την βρει, όμως ένιωσε μια σκιά από πάνω της και άνοιξε τα μάτια, να δει τι ήταν αυτό. Ήταν σκοτεινά και δεν μπορούσε να διακρίνει καλά, όμως η μυρωδιά που της ήρθε στην μύτη ήταν από άλογο. Ναι την γνώριζε καλά αυτή την μυρωδιά, γιατί στο παλάτι είχαν πολλά άλογα και γιαυτό την αναγνώρισε και δεν έκανε λάθος.




Σηκώθηκε αμέσως πάνω και άπλωσε το χέρι να πιάσει το άλογο, όταν άκουσε μια φωνή να της λέει, τι κάνεις εσύ κοπέλα μου μόνη στην ερημιά; Αμέσως με την φωνή το αστεράκι που την  φώτιζε τόσο καιρό, δυνάμωσε την φλόγα, για να μπορεί η βασιλοπούλα να διακρίνει τον καβαλάρη. Ευτυχώς δεν ήταν ο κακός μάγος, σκέφτηκε ανακουφισμένη. Πάρε με από εδώ, σε παρακαλώ πολύ του είπε και άρχισε να κλαίει. Ο καβαλάρης τότε με μια κίνηση ανέβασε την κοπέλα στο άλογο και άρχισε να τρέχει σαν τον άνεμο. Στην διαδρομή, η βασιλοπούλα εξιστόρισε με όλες τις λεπτομέρειες τι είχε συμβεί. Το άλογο συνέχισε να τρέχει ασταμάτητα χωρίς καθόλου να κουράζεται, έδειχνε να κατάλαβε και εκείνο την ιστορία της και ήθελε να την βοηθήσει.



Αφού πέρασαν ώρες πολλές, μπορεί και μέρες κανείς δεν ξέρει αφού ήλιος δεν υπήρχε, άρχισε ξαφνικά να ξημερώνει και να φαίνεται το φως. Η βασιλοπούλα έκλεισε τα ματιά της, γιατί την τύφλωσε το φως του ήλιου, που είχε τόσο καιρό να δει. Μα να! ξαφνικά το άλογο σταμάτησε και ο καβαλάρης πήρε την βασιλοπούλα στην αγκαλιά του και την κατέβασε απαλά στην γη. Άνοιξε τα μάτια σου να χαρείς τον ήλιο, ο κίνδυνος πέρασε πια και τώρα είσαι στην γη του ήλιου και του φωτός. Εκείνη άνοιξε σιγά σιγά τα μάτια της και για πρώτη φορά, αντίκρισε το πρόσωπο του ανθρώπου, που την έσωσε. Ήταν ένας όμορφος νέος, μελαχρινός με μεγάλα μάτια και ένα λακάκι στο πιγούνι, που του πρόσθετε γοητεία. Έμοιαζε σαν άγγελος, που ήρθε την κατάλληλη στιγμή για να την σώσει, Της βασιλοπούλας η καρδιά, για πρώτη φορά χτύπησε δυνατά από έρωτα.




Έτσι αφού τα είπαν αρκετά τράβηξαν για το παλάτι. Εκεί μόλις την είδαν τάχασαν, την είχαν για πεθαμένη. Αφού είχε πέρασε τόσος καιρός, που δεν είχαν νέα της. Είχαν ψάξει παντού, μα δεν μπορούσαν πουθενά να την βρουν και ο βασιλιάς είχε πέσει σε βαριά κατάθλιψη. Μόλις όμως είδε την μονάκριβη θυγατέρα του, έγινε καλά και άρχισε ένα γλέντι που κράτησε δέκα μερόνυχτα. 

Ο νέος συνέχιζε να κάνει παρέα με την βασιλοπούλα και η αγάπη τους φούντωνε μέρα με την ημέρα. Ο βασιλιάς που το κατάλαβε, τον φώναξε μια μέρα στο παλάτι και του είπε, νέε μου βλέπω πως η κόρη μου σε αγαπάει και πως όταν είστε μαζί είναι πολύ χαρούμενη. Αν την αγαπάς και εσύ, συνέχισε να λέει, τότε θα σας παντρέψω. Γιατί σε έχω μέσα στην καρδιά μου. Βασιλιά μου, του απάντησε εκείνος, εγώ είμαι ένας φτωχός εργάτης, πως θα παντρευτώ μια βασιλοπούλα; Α δεν ακούω κουβέντα και ούτε με νοιάζει αν είσαι φτωχός, γιατί η καρδιά σου είναι πλούσια από αγάπη και αυτό είναι το πολυτιμότερο πράγμα στον κόσμο. Ο νέος, τα έχασε για μια στιγμή με την πρόταση του βασιλιά, αλλά ήταν τόσο μεγάλη η αγάπη που είχε για την καλή του και είπε το ναι, προτού  αλλάξει γνώμη ο βασιλιάς. Μέσα σε λίγες μέρες,  έγινε ο γάμος και όλοι ήταν τρισευτυχισμένοι. Και έτσι έζησαν καλά και εμείς καλύτερα.



Μύριαμ Κ. Ρόδος

Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

ΘΥΜΑΤΑ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Πως μπορείς Θεέ μου να κοιτάς αυτή την αιματοχυσία; Σε τι έφταιξαν τα άμοιρα παιδιά; Δεν μπορώ να βλέπω παιδικά ματάκια με τόσο φόβο, ούτε κορμάκια διαμελισμένα. Ο κόσμος, μου μοιάζει σαν κόλαση. Διότι είναι εφιάλτης, σαν κοιτώ τον τρόμο, μέσα σε δυο μικρά μάτακια, που καλά καλά δεν ξέρουν τι έχει συμβεί. Γιατί αφήνεις να συμβαίνουν τέτοιες ασχήμιες; Ρίξε φωτιά, κάνε σεισμό, πλημμύρες λοιμούς και καταποντισμούς, δείξε επιτέλους την ύπαρξη σου και μην αφήνεις τα παιδιά μονάχα. Κοίτα πως τρέμουν, δες τον φόβο στα μάτια τους, άραγε θα ξεχάσουν ποτέ αυτό τον τρόμο;

Θεέ μου κατέβα λιγάκι χαμηλά και προστάτεψε τα. Είναι αθώες ψυχούλες και είναι τόσο τρομαγμένες, δεν τις λυπάσαι; Ξέρω για όλα όσα συμβαίνουν  θα μου πεις υπάρχει λόγος, εγώ όμως αυτό τον λόγο δεν μπορώ να τον κατανοήσω. Σε τι έφταιξαν τα παιδιά; γιατί δεν προστατεύονται από την οργή το μίσος και την μανία των αγαρινών σκυλιών; Δεν πρόλαβαν καλά καλά να ζήσουν και βρίσκουν τέτοιο φρικτό θάνατο.

Δεν ξέρω ώρες ώρες νομίζω πως δεν μας ακούς και πως μας έχεις ξεχάσει. 'Όμως αυτή την στιγμή, σου φωνάζω όσο πιο δυνατά μπορώ, Θεέ μου πάρε τα παιδιά υπό την προστασία σου και σταμάτα τον αιματηρό πόλεμο. Δεν θέλω να δω άλλα κορμάκια να κείτονται στο χώμα νεκρά, δεν θέλω να ξαναδώ ματάκια κλαμένα, ούτε τον φόβο και την απορία γιατί συμβαίνουν όλα αυτά. Είναι τόσο σκληρό αυτό που συμβαίνει και κανείς δεν κάνει κάτι. Που είναι όλοι αυτοί οι τάχα μου ειρηνοποιοί, που προστατεύουν τα ανθρωπινά δικαιώματα; 

Είναι άδικο όλο αυτό που συμβαίνει, τόσο σκληρό και απάνθρωπο που εμένα προσωπικά με προσβάλει σαν άνθρωπο. Όμως δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω για να  σταματήσω αυτό που γίνεται. Θεέ μου κατέβα πια κάτω στην γη και βοήθησε την ανθρωπότητα που βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού.

Μύριαμ Κ. Ρόδος


Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

ΦΙΛΕ ΜΑΡΤΥΡΑ ΤΟΥ ΙΕΧΩΒΑ ΑΚΟΥΣΕ ΜΕ ΛΙΓΟ

Φίλε μάρτυρα του Ιεχωβά, ήρθε η σειρά να σου μιλήσω. Έρχομαι φιλικά σαν άνθρωπος και ελπίζω να με ακούσεις. Δεν ήρθα να σου κάνω κήρυγμα, αλλά να μιλήσουμε με την ιδιότητα του Έλληνα πολίτη. Ξέρω ότι δεν συμμετέχεις στα κοινά σε ότι έχει να κάνει με πολιτικές πεποιθήσεις, γιατί έχεις αλλού το μυαλό σου. Βλέπεις όμως δεν ήρθα να σου κάνω πολιτική, αλλά να συζητήσουμε για ένα ζήτημα σοβαρό και  να σου πω, πως χρειαζόμαστε και την δική σου ψήφο. Γιατί και εσύ ζεις στην χώρα αυτή που λέγεται Ελλάδα και εσύ μεγαλώνεις τα παιδιά σου εδώ. Δεν είναι κρίμα να αφήνεις με την σιωπή σου να πεθαίνουν άνθρωποι, μαζί και η πατρίδα; Γιατί, αποχή από τα πολιτικά είναι βαριά σιωπή και ανοχή για το κάθε πολιτικό σύστημα, που έχουμε κατά καιρούς. Ο Θεός είπε να βοηθάμε αλλήλους, αλλά εσύ δεν βοηθάς με την αποχή σου, γιατί; Τώρα είναι η ώρα να δείξεις πως είσαι καλός και πως αγαπάς τους ανθρώπους και την πατρίδα μας. 

Είδες πως δεν ήρθα να σου μιλήσω για τις άλλες διαφορές που έχουμε, γιατί σε πολλά πράγματα είμαι αντίθετη, όπως το θέμα με την μετάγγιση, αλλά αυτό είναι καθαρά δικό σου θέμα, αφού δική σου είναι η ζωή. Όμως εδώ μιλάμε για χιλιάδες ζωές που κρέμονται από τα χέρια μας, εμείς καλούμαστε να αποφασίσουμε για το κοινό καλό. Αν δεν έρθεις σημαίνει ότι αδιαφορείς για τους άλλους και είσαι παρτάκιας και νομίζω πας ενάντια στην θέληση του Θεού. Έλα μαζί μας και δώσε δυναμικό παρόν, μην ακούς κανέναν που θα σου πει πως είναι αμαρτία και δεν κάνει. Εγώ θα σε περιμένω στις κάλπες, αν δεν φανείς τότε λες ψέμματα πως αγαπάς τον Θεό και πως προσπαθείς να σώσεις τους ανθρώπους. Δώσε δυναμικό παρόν και κάνε την διδασκαλία σου πράξη, δώσε αγάπη με την ψήφο σου βοήθησε μας. Ξέρω πως είσαι καλός άνθρωπος και πως θα πράξεις σωστά.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΡΕΛΑΘΗΚΕ

Ακρωτηριασμένη γυναίκα, που πας, τι κάνεις, έχεις τρελαθεί; Σου στερούν ότι πολυτιμότερο υπάρχει για μια γυναίκα. Με κοιτάς ταραγμένη, σαστισμένη σαν και δεν καταλαβαίνεις τι σου λέω ε; Δεν είσαι εσύ που αγανακτισμένη φωνάζεις, γιατί δεν έχεις την δυνατότητα  να κανείς ένα παιδί; δεν είσαι εσύ που σε τιμώρησαν γιατί έχεις κάνει παιδί και σε φορολογούν, διπλά γιαυτό; Στην ουσία σου ξερίζωσαν τα σωθικά και έβγαλαν  από πάνω σου έτσι βίαια, το πιο δημιουργικό όργανο σου, την μήτρα. Θέλουν να σε κάνουν να πιστέψεις πως το παιδί είναι τεκμήριο και είναι εγκληματικό να κάνεις παιδιά. Αλλά όμως σκοπός τους είναι και  να   σε φοβίσουν, να μην κάνεις άλλο. Δηλαδή να βγάλεις εκτός λειτουργίας αυτό που σε κάνει γυναίκα, την μητρότητα, αυτή δεν κατασπάραξαν όλοι αυτοί οι λύκοι; δεν σε ακρωτηρίασαν στην ουσία; 

Εσένα γυναίκα τρελή, δεν σου αφήνουν νηστικά τα παιδιά που ήδη υπάρχουν; Έχεις να τα ταΐσεις; να τα φωτίσεις με τις γνώσης το φως στέλνοντας τα σχολείο; ή μήπως μπορείς αν αρρωστήσουν να τα περίθαλψης με την ανύπαρκτη υγεία; Για πες μου, τι μπορείς να προσφέρεις έτσι άνεργη και κακομοίρα που σε κατάντησαν όλοι αυτοί; Αν συνεχίσεις έτσι με αυτό τον ρυθμό, φοβάμαι πως ο ακρωτηριασμός σου θα γίνει μόνιμος και δεν θα υπάρχει ελπίδα καμιά, θα πεθάνουμε όλοι μας και θα φταις εσύ γιαυτό.


Σε βλέπω όμως αλαφιασμένη όση ώρα σου μιλώ, το  μάτι σου  γυαλίζει και γελάς νευρικά, τι συμβαίνει; Ίσως κάτι σου έταξαν και εσύ τους πίστεψες. Ίσως πάλι να έπαθες άμοιρη αμνησία, από τις κακουχίες  και στεναχώριες που περνάς και δεν θυμάσαι τι έχει συμβεί.  Δεν μπορώ να δώσω άλλη λογική εξήγηση γυναίκα, ξύπνα πριν είναι αργά, πιάσε το τιμόνι στα χέρια, γιατί σε λίγο όλα τελειώνουν. Όμως εξαιτίας της αναπηρίας που σου άφησαν η χώρα γερνάει, είναι άρρωστη βαριά.  Σε φωνάζει μα εσύ έχεις κλείσει με πείσμα τα αυτιά και δεν ακούς. Να ξέρεις, όταν βγάλεις τα χέρια από τα αυτιά, πατρίδα δεν θα υπάρχει γυναίκα τρελή, γιατί χωρίς μήτρα, είναι όλα τελειωμένα. Ξύπνα γυναίκα, ξύπνα και σύνελθε, να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε όλες μαζί.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

Ο ΘΕΟΣ Η ΓΙΑΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ

Μια μέρα ρώτησε ένα παιδί την γιαγιά του. Γιαγιάκα που είναι ο Θεός; και πως μπορούμε να φτάσουμε κοντά του; Η γιαγιά  έβαλε να καθίσει κοντά της το παιδί, πήρε ένα μικρό σκαμνάκι και κάθισε και εκείνη δίπλα του. Του έπιασε το χεράκι και άρχισε να του εξηγεί και να προσπαθεί, να του λύσει τις απορίες του.

Ο Θεός παιδί μου, άρχισε να λέει, κοντά του έχει αμέτρητους αγγέλους. Όμως για να φτάσει κάποιος να έχει την τιμή της θέσης αυτής, πρέπει να περάσει από ορισμένα στάδια ή δοκιμασίες να το πω καλύτερα, για να δείξει ότι την αξίζει. Υπάρχουν λοιπόν κάποιες αίθουσες αναμονής που περνούν από εκεί χιλιάδες άνθρωποι καθημερινά, λίγοι είναι αυτοί που θα τα καταφέρουν. Υπάρχει η πρώτη αίθουσα, που είναι σκοτεινή και εκεί θα περάσει κάποιος αρκετό καιρό, μέχρι να πάει στην δεύτερη αίθουσα που είναι φωτεινή και ευχάριστη. Στην δεύτερη αίθουσα όταν μπει κάποιος, θα μπορεί να πετάει και να πηγαίνει όπου θέλει, ακόμα και να φτάνει στον Θεό. Αλλά δεν θα μπορέσει να μείνει για πολύ, αν δεν περάσει την δοκιμασία και να τα καταφέρει με επιτυχία. Όταν πια φτάσει στην τρίτη αίθουσα όλα είναι ευχάριστα και τίποτα το άσχημο δεν θα υπάρχει. Θα κάθεται δίπλα του και θα χαίρεται τον παράδεισο του.

Όταν κάποιος είναι στην πρώτη αίθουσα την σκοτεινή, ο Θεός φροντίζει να τον ξαναστείλει στην γη. Έτσι θα έχει την ευκαιρία πάλι,  να δοκιμάσει να περάσει τα εμπόδια και τις δοκιμασίες που θα του βάλει. Αν  προσπαθήσει αρκετά και τα  καταφέρει, θα μπει στην δεύτερη φωτεινή αίθουσα. Και για να καταλάβεις τι λέω άκουσε την ιστορία με μεγάλη προσοχή. Το παιδί έσφιξε το γερασμένο χεράκι της γιαγιάς και της είπε, σε ακούω γιαγιά μου πες μου. Κάποτε ήταν τρεις άνθρωποι οι οποίοι κατάφεραν να μπουν στην δεύτερη αίθουσα και ήταν έτοιμοι να περάσουν για την πρώτη, εκεί δίπλα στον πανάγαθο Θεό μας. Ο Θεός τότε έστειλε και τους τρεις ξανά πίσω στην γη για να περάσουν την τελευταία δοκιμασία. Γεννήθηκαν λοιπόν την ίδια μέρα, από διαφορετικές μητέρες σε άλλους τόπους και σε άλλες συνθήκες, τρία όμορφα αγοράκια. Ο πρώτος άγγελος γεννήθηκε σε μια μεγάλη πόλη και είχε πλούσιους γονείς, το όνομα του πάνω στην γη ήταν Εμμανουήλ. Σε μια άλλη χώρα και σε μια πιο μικρή πόλη γεννήθηκε ο Ιωάννης και τέλος γεννήθηκε ο Παύλος, ένα μικρό, στρουμπουλό και όμορφο χωριατόπαιδο.

Ο Εμμανουήλ μεγάλωνε χωρίς να του λείπει τίποτα, ήταν μοναχοπαίδι και δεν του χαλούσαν ποτέ χατήρι οι γονείς του και έτσι του έδιναν ότι ζητούσε. Ο Εμμανουήλ μεγαλώνοντας, έγινε πολύ κακομαθημένος, δεν έδινε σημασία στους ανθρώπους και περηφανευόταν που είχε χρήματα. Όταν μεγάλωσε, έγινε επιχειρηματίας στις δουλείες του πατέρα του. Μια μέρα, ήρθε ένας φτωχός κουρελής να του ζητήσει δουλειά, εκείνος τον κοίταξε με περιφρόνηση και του είπε, φύγε δεν παίρνουμε ζητιάνους στην δουλειά. Μα δεν είμαι ζητιάνος, είπε με δάκρυα στα μάτια ο φτωχός άνθρωπος. Δουλειά γυρεύω, να ζήσω τα πέντε μου παιδιά. Ο Εμμανουήλ όμως, δεν άκουγε κουβέντα και τον πέταξε έξω με τις κλωτσιές Έτσι ήταν πέρασε όλη του την ζωή φαντασμένα και με έναν σκληρό τρόπο αντιμετώπισης στους φτωχούς ανθρώπους.  Για αυτόν, τα πλούτη και το χρήμα είχε μόνο σημασία και τον έκανε ευτυχισμένο.

Ο Ιωάννης πάλι, προερχόταν από φτωχούς γονείς, που δούλευαν σκληρά για να μεγαλώσουν αυτόν και τα άλλα δυο αδέλφια του. Σαν μεγάλωσε και ο ίδιος, άρχισε να δουλεύει σκληρά και να συνεισφέρει, στο σπίτι. Του άρεσε όμως να βοηθάει και άλλους ανθρώπους, έστω και με τα ψίχουλα που έπαιρνε, αυτό τον ανακούφιζε και τον έκανε ευτυχισμένο. Ο Ιωάννης δεν ξεχνούσε ποτέ, να ευχαριστεί τον Κύριο και να τον δοξάζει. Φυσικά και οι τρεις άγγελοι δεν θυμόντουσαν την αποστολή τους στην γη, απλά ο Ιωάννης αγαπούσε τον Θεό και έκανε πάντα το θέλημα του. Ο Ιωάννης παντρεύτηκε μια  βοσκοπούλα και έκανε ένα γλυκύτατο  κοριτσάκι, αλλά μετά λίγους μήνες, αρρώστησε και πέθανε. Ο πόνος του ήταν μεγάλος, μα ποτέ δεν ξέχασε τον Θεό ούτε βαρυγκώμησε. Αντίθετα οι προσευχές του πλήθυναν και μέσα από αυτές, του ζητούσε να το έχει κοντά του και να το προστατεύει. Σαν  πέρασε λίγος καιρός, απόκτησε δυο όμορφα δίδυμα παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Ήταν σαν θείο δώρο αυτά τα παιδάκια και έμοιαζε ο Θεός να ήθελε να τον ξεχρεώσει με αυτή την διπλή χαρά, επειδή  πόνεσε τόσο. Και έτσι ο Ιωάννης, συνέχισε την ζωή του ευχαριστώντας τον Θεό που ποτέ δεν ξέχασε.

Ο τρίτος άγγελος ο Παύλος, γεννήθηκε με μια σπάνια ασθένεια που τον καθήλωσε σε αναπηρικό καροτσάκι. Ο Παύλος όταν ήταν μικρός, παραπονιόταν συχνά για την κατάστασή του.  Γιατί εκτός το γεγονός ότι δεν μπορούσε να περπατήσει, είχε και φριχτούς πόνους στα κόκκαλα. Όμως ούτε αυτός τα έβαλε με τον Θεό, αντίθετα τον παρακαλούσε να του πάρει για λίγο τους πόνους. Όταν μεγάλωσε και έγινε άντρας πια, τις ώρες που δεν πονούσε, άρχισε να κάνει πράγματα δημιουργικά. Έγραφε και έγραφε τόσο ωραία που γρήγορα έγινε γνωστός. Η αναπηρία του δεν εμπόδιζε το μυαλό του, ούτε οι πόνοι του, αντίθετα του έδιναν δύναμη και έμπνευση  να γράφει. Ήταν τόσο χαρισματικός, που η φήμη του και τα βιβλία του πέρασαν την χώρα. Ο Παύλος ήταν χαρούμενος πια και δεν τον ένοιαζε που ήταν στο καροτσάκι. Έμαθε να ζει με αυτό και έτσι και αυτός βρήκε τον δρόμο της λύτρωσης από τον πόνο, κάνοντας τις σκέψεις του αμέτρητες σελίδες και βιβλία και όλα αυτά, με την συνεχή προσευχή προς  στον Θεό.

Όταν ήρθε η ώρα να φύγουν από την ζωή, έφυγαν πάλι μαζί και οι τρεις άγγελοι και έτσι έφτασε η ώρα να σταθούν μπροστά στον Θεό, για να τους κρίνει. Πάει πρώτος ο Εμμανουήλ και στέκεται μπροστά στον Θεό, τι έχεις να πεις για την ζωή σου στην γη, Εμμανουήλ; ρώτησε ο Θεός, ήσουν δίκαιος; ελέησες φτωχούς; τάισες πεινασμένους και ανήμπορους; Θυμήθηκες καμιά φορά να με φωνάξεις, να σου δείξω τον δρόμο που έπρεπε να πάρεις; Ο Εμμανουήλ ντράπηκε και  κατέβασε το πρόσωπο του. Γιατί τίποτα από όλα αυτά δεν έκανε και το χειρότερο, είχε ξεχάσει εντελώς την παρουσία του Θεού. Μετά  πήγαν και στάθηκαν  οι άλλοι δύο, μπροστά στον Θεό. Τότε εκείνος τους χαμογέλασε  και τους φάνηκε τόσο γνώριμο αυτό το χαμόγελο. Γιατί πολλές φορές όταν τον φώναζαν, πήγαινε κοντά τους με το ίδιο   χαμόγελο και έδινε λύση στο πρόβλημα τους. Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν παιδί μου, είπε η γιαγιά και  οι δυο πέρασαν στην δεύτερη αίθουσα. Επειδή Ο Παύλος και ο Ιωάννης  δεν τον ξέχασαν και έκαναν το θέλημα του. Ενώ ο  Εμμανουήλ που ήταν φιλοχρήματος, σκληρός και που ποτέ δεν θυμήθηκε τον Θεό, ξαναπήγε στην πρώτη αίθουσα την σκοτεινή, άγνωστο για πόσο καρό.

Το παιδάκι ακούγοντας της την ιστορία της γιαγιάς που ήταν όλο αγάπη για τον Θεό, της είπε. Γιαγιάκα μου εγώ δεν ξέρω αν είμαι ένας άγγελος που ήρθε στην γη για δοκιμασία, αλλά σου υπόσχομαι θα κάνω ότι μπορώ να περάσω όλες τις αίθουσες με επιτυχία και να φτάσω κοντά στον Θεό. Η γιαγιά ήταν πολύ ευχαριστημένη από τα λόγια του εγγονού της και δεν ξέχασε να ευχαριστήσει τον Θεό, που την βοήθησε να μπορέσει να εξηγήσει στο παιδί πως πρέπει να ζήσει σύμφωνα με το θέλημα του. Η γιαγιά τελειώνοντας, γονάτισε μαζί με το παιδί και προσευχήθηκαν να τους δίνει φώτιση και να έχει όλο τον κόσμο καλά. Ακόμα ζητήσαν να βοηθήσει τους ανθρώπους, ώστε να μπορέσουν να βάλουν στην καρδιά τους ξανά την αγάπη, που τόσο έχει λείψει στις μέρες μας.

Μύριαμ Κ. Ρόδος


Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

(2): MAΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΣΕ ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΝ;

Στο πρώτο κείμενό μου, σας μίλησα για τις απορίες των ανθρώπων του ίντερνετ, σχετικά με το θέμα Νεφέλη. Αν είναι δηλαδή ή όχι άτομο σοβαρά άρρωστο και γιατί αμφισβητείται τόσο έντονα, από πολύ κόσμο. Μπήκα στον κόπο να ψάξω για να μην αδικήσω κανέναν, ούτε τον κόσμο αλλά ούτε και εκείνη. Έψαξα λοιπόν και βρήκα τα σημεία που κάνουν τον κόσμο, να αμφιβάλει έντονα και θα κρίνεται εσείς αν είναι άδικη ή όχι τόση αμφισβήτηση προς μια κοπέλα. Γύρισα λίγο πίσω στο δυο χιλιάδες εννιά και μέσα στο μπλοκ της βρήκα τα δικά της λόγια που είναι άξια απορίας. Δείτε τι λέει στην ημερομηνία που σας ανέφερα πριν, θέλει να ξεκαθαρίσει πως δεν είναι καρκίνος αυτή η αρρώστια αλλά μια άγνωστη ασθένεια και οι γιατροί της κάνουν πειράματα με  δοκιμαστικές χημειοθεραπείες. Αυτό δύσκολα γίνεται πιστευτό, γιατί δοκιμαστικά σε μια άγνωστη ασθένεια με χημειοθεραπείες, δεν θα  έκανε ούτε ο πιο άσχετος γιατρός νομίζω.


Ερχόμαστε τώρα στο δυο χιλιάδες δώδεκα και εδώ λέει πως έχει λευχαιμία ή λέμφωμα, πάλι τόσοι γιατροί του εξωτερικού αδυνατούν να βρουν από τι πάσχει, σπάνια περίπτωση την χαρακτήρισε η ίδια. Το άλλο απίθανο είναι αυτό με τους όγκους, δεν νομίζω να έχει σημείο του σώματος της που να μην έχει όγκο και μάλιστα τεράστιους. Παρακάτω σας βάζω ένα απόσπασμα,  να διαβάσετε πως περιέγραψε σε ένα FORUM όλα αυτά που λέει πως έχει. Θα ήθελα να μου πείτε τώρα αν έχουν δίκιο ή άδικο οι αμφισβητίες και ακόμα να ζητήσω την γνώμη κάποιου γιατρού. Σας έχω τονίσει μόνο με χρώμα τα σημεία που λέει πως έχει καρκίνο.

(21/6/12
Παρακάτω γράφω περίπου από τι πάσχω και πως περνώ την καθημερινότητα μου...

Γλοίωμα/επενδύμωμα στο κεφάλι..ενδοκρανια αυξημένη υπέρταση και τοξικό εγκεφαλονωτιαιο υγρό. Χρόνια εγκεφαλίτιδα. (το μοναδικό σε μένα, δηλαδή η δικιά μου περίπτωση όπου είναι μοναδική στο κεφάλι τουλάχιστον, είναι πως ο κακοήθεις όγκος, το γλοίωμα, έρχεται σαν πραγματικό τέρας στο κεφάλι μου, μου καταστρέφει υγιείς κύτταρα, μου αφήνει τα τοξικά και τα κακά κύτταρα και φεύγει σαν κλέφτης. Μετά ξανά από την αρχή. Έτσι δεν μπορούν ούτε με ακτινοθεραπεία μα ούτε και με επέμβαση να επέμβουν...άρα και έτσι ξαφνικά μπορεί να φύγω από αιφνίδιο θάνατο...)


Καρκίνος στην κοιλιά (όπου μέχρι και εδω δεν μπορούν να χειρουργειθούν οι όγκοι "τέρατα" όπως τα χαρακτήρισαν στην Αμερική αλλά και όσοι γιατροί τα βλέπουν, διότι με άφησαν να φτάσω μέχρι εδω που έφτασα και μετά αποφάσισαν να με στείλουν εκεί που έπρεπε να πάω προ καιρού. Ούτε βιοψία δεν μπορούν να μου κάνουν διότι λόγω ακατάσχετης αιμορραγίας θα χαθω. Αυτό θα γίνει επειδή ηδη οι όγκοι κολλησαν στα γειτονικά όργανα, όπως έντερο, σπληνα, συκώτι, νεφρά και επηρεάζουν καρδιά και πνεύμονες...)
Η σπάνια αυτοάνοση ασθένεια μου "Nerobehcet's disease" (όπου εδω και 11 χρόνια δεν θα έπρεπε να ζούσα, σύμφωνα με τον τροπο που μου έκανε την επίθεση της στο σώμα μου και πάντα σύμφωνα με τους γιατρούς...) γιατί μου καταστρέφει τον ίδιο τον οργανισμό...

Μου είπαν όλοι οι γιατροί και εδω και στο εξωτερικό, Ευρώπη, και Αμερική, πως είμαι μοναδική περίπτωση στον κόσμο... και αν οχι μοναδική, είμαι μία περίπτωση στα 2/3 δισεκατομμύρια...)


Αυτό είναι ένα πολύ μικρό απόσπασμα που σας έβαλα με τα λόγια της και όπως βλέπουμε, μια έχει καρκίνο και μια όχι, τελικά τι ισχύει; Έχω και μια απορία  το κράτος της Κύπρου είναι τόσο άπονο και αναίσθητο; ή κρίνουν πως δεν επείγει η μεταφορά της στο εξωτερικό; Εδώ και πάλι θα κλείσω να μην σας κουράσω και θα επιστρέψω με περισσότερες λεπτομέρειες για να καταλάβουμε την αντίδραση του κόσμου.

Μύριαμ Κ. Ρόδος


ΤΟ ΣΚΟΥΛΗΚΙ ΔΗΜΑΡΧΟΣ

Μια φορά και ένα καιρό, μέσα στα λασπόνερα ζούσε ένα σκουλήκι. Αυτό διέφερε από όλα τα άλλα σκουλήκια γιατί είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Όλη μέρα σερνόταν μέσα στην λάσπη και προσπαθούσε να σκεφτεί τι πράγμα θα έκανε που θα εντυπωσίαζε τα άλλα σκουλήκια. Ήταν πολύ σνομπ και δεν μιλούσε σε κανένα σκουλήκι. Μάλιστα  ήθελε να το παίζει αρχηγός πάντα και αυτό τα εκνεύριζε, ώσπου τον έκαναν πέρα. 

Μια μέρα πέρασε από εκεί ένας άνθρωπος με κουστούμι και γραβάτα και όμως εκείνο το φαντασμένο σκουλήκι, τον κοίταξε με περιφρόνηση. Ξαφνικά όμως, τα μάτια του σκουληκιού άστραψαν, του ήρθε μια τρελή ιδέα και ακολούθησε τον άνθρωπο. Ο κύριος αυτός, προχώρησε αρκετά και κάποια στιγμή, σταμάτησε σε μια λιμνούλα. Έκανε ζέστη και ο ιδρώτας κυλούσε από το μέτωπό του,  έτσι σκέφτηκε να κάνει ένα μπάνιο στην λιμνούλα για να δροσιστεί. Έβγαλε λοιπόν τα ρούχα του και τα τοποθέτησε προσεκτικά στα κλαδιά ενός δέντρου, που υπήρχε εκεί κοντά και μετά, βούτηξε στο νερό. Το σκουλήκι δεν έχασε την ευκαιρία και έκλεψε τα ρούχα του, τα φόρεσε και τράβηξε για ένα χωριουδάκι εκεί κοντά. Μόλις έφτασε εκεί οι χωριάτες τον υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό, ένας κουστουμάτος κύριος δεν περνούσε από εκεί απαρατήρητος. Η αφέλεια τους ήταν τόσο μεγάλη που μετά από λίγο καιρό τον έκαναν δήμαρχο. Το πολύξερο και βρώμικο σκουλήκι, έκανε τα πάντα να τους εντυπωσιάσει και τα κατάφερε. 

Όταν όμως κάθισε στην καρέκλα, άλλαξε και έδειξε το πρόσωπό του. Ήταν πολύ σκληρός με τους ανθρώπους, αλλά αυτοί δε καταλάβαιναν τίποτα, τους αρκούσε που είχαν έναν σπουδαίο κουστουμάτο δήμαρχο. Ο σκουλικοδήμαρχος κατάκλεψε το χωριό, δεν άφησε σχεδόν τίποτα στους χωρικούς, αλλά αυτοί χαμπάρι δεν πήραν, καθώς τους τα μπάλωνε μια χαρά. Θα σας κάνω δρόμο, γέφυρες, καλύτερα σπίτια και κάτι τέτοια τους έλεγε, για να τους τα μαζεύει χοντρά. 

Ένας γέροντας όμως που είχε πολύ καθαρό μυαλό και σωστή κρίση, δεν εντυπωσιάστηκε ούτε από τα λόγια του, ούτε από το κουστούμι του. Αντίθετα τον κοιτούσε από την αρχή, με καχυποψία και επιφύλαξη. Άρχισε λοιπόν να τον παρακολουθεί στενά και ένα βράδυ, τον είδε να πετάει το κουστούμι του και να σέρνεται πάλι στην γη. Βλέπετε, τα σκουλήκια δεν μπορούν να περπατήσουν, είναι γεννημένα να σέρνονται πάντα στην γη και η προσπάθεια να περπατήσει, το κούραζε αφάνταστα. Σαν έμενε μόνο λοιπόν το σκουλήκι πετούσε τα ρούχα και σερνόταν και έτσι ο σοφός  γέροντας, τον ανακάλυψε. Έτρεξε τότε στο χωριό και φώναξε τους συγχωριανούς του.


Ελάτε όλοι μαζί μου για να δείτε τι ανεβάσατε στην εξουσία, άμυαλοι. Οι χωριάτες από περιέργεια έτρεξαν αμέσως στο σπίτι του σκουλικοδημάρχου, άνοιξαν την πόρτα και τι να δουν; ένα σκουλήκι βρωμερό να σέρνεται στην γη. Όλοι τα έχασαν με την αποκάλυψη και δεν ήξεραν τι να πουν, μόνο ένα παιδάκι είπε με δυνατή φωνή. Ααα! σκουλήκι είσαι; γιαυτό μύριζαν τόσο απαίσια  τα ρούχα σου και δεν μπορούσα να σε πλησιάσω; Το σκουλήκι έφυγε κακήν κακώς από το χωριό που ήταν έτοιμοι να το λιντσάρουν και  γύρισε πάλι στα λασπόνερα να σέρνεται για την υπόλοιπη ζωή του. Και έτσι οι άνθρωποι στο χωριό έζησαν καλά χωρίς την παρουσία του σκουληκιού και εμείς καλύτερα που γλύτωσαν οι χωρικοί.

Ηθικό δίδαγμα: (1) Τα σκουλήκια πάντα θα σέρνονται στην γη ότι και να κάνουν (2) εμείς σαν άνθρωποι με μυαλό να μην εντυπωσιαζόμαστε ποτέ, ούτε με φανταχτερά λόγια αλλά ούτε από μεταξωτές κορδέλες και να ανοίξουμε τα μάτια μας.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΚΑΙ ΜΟΔΙΣΤΡΕΣ

Βλέπω την παρέλαση από την τηλεόραση και σκέφτομαι. Σήμερα παρελάσουν τα περήφανα Ελληνόπουλα, ο στρατός ξηράς και θαλάσσης, οι ειδικές δυνάμεις και όλα τα σώματα ασφαλείας και εδώ αρχίζουν οι σκέψεις και τα ερωτήματα μου. Άραγε, γιατί αυτοί οι περήφανοι Έλληνες  δεν αντιδρούν; ανήκουν στην γενιά του καναπέ; ή μάλλον όχι υπακούν στους νόμους. Αλλά οι νόμοι υπακούουν στους ανθρώπους; Είναι ικανοί να διαφυλάξουν τον πολίτη από τις κακουχίες και την αξιοπρέπεια τους; Δεν προλαβαίνω να σκεφτώ και πάλι ένα άλλο ερώτημα, μου έρχεται στο μυαλό. Οι νόμοι είναι νόμοι ή κοπτοραπτική; κομμένα και ραμμένα τα πάντα, στα μέτρα της βουλής. Ιδού, γιατί είναι πάντα  καλοντυμένοι όλοι αυτοί οι κύριοι που μας κυβερνούν.

Δεν ξέρω γιατί αλλά η κοπτοραπτική (νόμοι) έπαψαν να είναι νόμοι των ανθρώπων και κυριαρχεί ένας άλλος νόμος της ζούγκλας και του χάους. Ποιο γεγονός θα ήταν αυτό που θα τάραζε συθέμελα την αρχή και το τέλος των νόμων αυτών; Δεν θα ήταν σωστό να γίνει με βία, αλλά πάλι πως αλλιώς θα πάρουν χαμπάρι οι μοδίστρες; πως θα δουν ότι οι νόμοι φτιάχτηκαν για τους πολίτες και πως κανένας δεν έχει δικαίωμα να τους  παραβιάζει και να τους προσαρμόζει, μόνο στα μέτρα του.


Το σύνταγμα και οι νόμοι έγιναν για τον πολίτη, καλά να τους υπακούμε και να είμαστε νομοταγής πολίτες, αλλά οι πολιτικοί είναι νομοταγείς; Ο όρος πολιτικός και πολίτης είναι ένα άλλο ερώτημα μου. Ο πολιτικός από ότι ξέρω τον ανεβάζουμε εμείς για να υπηρετεί την πατρίδα και τους πολίτες, να διασφαλίζει την ασφάλεια του έθνους, σε κάθε ξένο εχθρό, που θα προσπαθήσει να μπει στην χώρα μας βίαια. Όμως εδώ και λίγα χρόνια έγινε το αντίθετο, άνοιξαν διάπλατα την είσοδο της χώρας και την παρέδωσαν άνευ όρων, στους ξένους εχθρούς. Να είναι τάχα ένας καινούριος αναίμακτος πόλεμος που με λίγα ψίχουλα παραδοθήκαμε; αλλά και πάλι δεν θα τον έλεγα αναίμακτο, αφού χιλιάδες Έλληνες  πεθαίνουν από πείνα, κρύο και αυτοκτονούν από απελπισία. 

Ακόμα αναρωτιέμαι γιατί έγιναν τότε οι πόλεμοι,  γιατί πολέμησαν ηρωικά και έπεσαν για την πατρίδα οι πρόγονοι μας; Κάτι αλλόκοτο συμβαίνει που δεν μπορώ να το εξηγήσω, δεν αγαπούν την πατρίδα μας αυτοί που μας κυβερνούν; ή μήπως το χρήμα και η εξουσία είναι ικανό να τους φέρει τον λήθαργο του φιλότιμου και του τι σημαίνει πατρίδα; Αυτά και άλλα πολλά συλλογίζομαι και ψάχνω να βρω απάντηση και λύση.


Πάντως όσα ερωτήματα και σκέψεις αν έχω,  δεν θα πάψω να είμαι Ελληνίδα να αγαπώ την πατρίδα και τους ανθρώπους της και να ψάχνω την λύση, που ξέρετε ίσως κάποτε την βρω και να την μοιραστώ μαζί σας. Μια παράκληση μονάχα θέλω να  κάνω, παιδιά μην εγκαταλείπετε την χώρα μας, μείνετε μαζί μας εδώ στην Ελλαδίτσα μας να την βοηθήσουμε όσο και όπως μπορούμε, μας χρειάζεται δεν τη ακούτε πως κλαίει;


Μύριαμ Κ. Ρόδος

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

ΘΑ ΦΥΛΑΚΙΣΩ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Τούτη την όμορφη στιγμή, θέλω να φυλακίσω, να την κρατώ στην χούφτα μου και να της ψιθυρίσω. Μείνε κοντά μου όσο μπορείς, λεπτό ευλογημένο, συντρόφεψε με και θα δεις  πως  δεν θα πας χαμένο. 

Το γέλιο μου παράτεινε και την χαρά μου επίσης, μην είσαι βιαστικό πολύ, μην θες να με αφήσεις. Για  κοίτα τι σου έφτιαξα, λεπτό μου λατρεμένο. Ένα γλυκό του κουταλιού  τριαντάφυλλο φερμένο, από του Αιγαίου τα κύματα και από τον δικό μου κήπο. Είναι από τον τόπο  μου, με κόπο και μεράκι, δουλειά γενιών πολλών και ας φαίνεται μικράκι. Αν καταφέρεις και σταθείς, κοντά μου αγαπημένο, θα σου ανοίξω την καρδιά να δεις τι έχεις σπαρμένο. Μέσα  στην θέση  της καρδιάς,  εκεί στα φυλλοκάρδια, λουλούδια θα έχει όμορφα, χωρίς σταλιά αγκάθια.

Πάρε λοιπόν παράταση και μείνε εδώ κοντά μου, έλα να γίνουν όμορφα τα συναισθήματα  μου. Μην στέκεσαι, αφέσου πια, θα δεις θα είναι ωραία, με σένα τώρα συντροφιά, είναι η ζωή ωραία. Για κάνε την ανατροπή από τα τετριμμένα, που θέλουν τις καλές στιγμές, μονάχα αστραπιαία  και έλα να δείξουμε μαζί με αγώνα και μεράκι, πως γίνονται τα θαύματα για ένα τους γινάτι.  Μια φυλακή για την στιγμή σου δίνει ευκαιρία,  να σκέφτεσαι  πως χαίρεσαι,   αιώνια ευτυχία.

 Μύριαμ Κ. Ρόδος

Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

XTAΠΟΔΟΚΕΦΤΕΔΕΣ

Το χταπόδι όπως και να το μαγειρέψεις, είναι όμορφο και αυτές τις ημέρες, έχει την τιμητική του. Σκέφτηκα να σας γράψω, την συνταγή που χρησιμοποιώ, για να φτιάξω χταποδοκεφτέδες, είναι νόστιμοι και νηστίσιμοι. 

Τα υλικά: Ένα κιλό κιμάς από χταπόδι.  Αν δεν βρείτε, μπορείτε εσείς να κόψετε το χταπόδι και να το φτιάξετε κιμά.
Ένα μπολ βρεγμένο ψωμί, ρίξτε και λίγο ξύδι μέσα στο νερό, όταν θα μουσκεύετε το ψωμί. Ένα μεγάλο κρεμμύδι τριμμένο ή ψιλοκομμένο, δυο σκελίδες σκόρδο, λίγο αλεύρι για όλες τις χρήσεις, θρούμπι, πολύ λίγο αλάτι, πιπέρι και ένα μικρό φλυτζανάκι του καφέ ελαιόλαδο.

Εκτέλεση: Παίρνουμε τον χταποδοκιμά και τον τοποθετούμε σε μια λεκάνη, βάζουμε το βρεγμένο ψωμί. Έχουμε έτοιμο το κρεμμυδάκι μας, το προσθέτουμε και αυτό μαζί με το σκόρδο. Ρίχνουμε την θρούμπι, μισή κουταλιά της σούπας. Έπειτα βάζουμε το ελαιόλαδο, λίγο αλάτι γιατί το χταπόδι είναι αλμυρό, πιπέρι και λίγο αλεύρι για να δέσει. Τα ανακατεύουμε πολύ καλά και τα σκεπάζουμε με ζελατίνα. Έπειτα τοποθετούμε το μείγμα μας στο ψυγείο για καμιά δυο ώρες, για να δέσει η ζύμη μας. 

Τα πλάθουμε όπως κάνουμε τους κεφτέδες και τα αλευρώνουμε. Έχουμε βάλει το λάδι να κάψει και ρίχνουμε μέσα τους κεφτέδες. Τους γυρνάμε να ψηθούν και από τις δυο πλευρές, θέλει περίπου 3-4 λεπτά ψήσιμο. Αυτή ήταν η συνταγή, την συνοδεύετε με μια σαλάτα και πατάτες προαιρετικά. 

Καλή σας όρεξη και καλή Σαρακοστή να έχετε με υγεία πάντα.




Μύριαμ Κ. Ρόδος

Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

ΜΥΘΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ ΤΗΣ ΡΟΔΟΥ


Σε κάθε τόπο, πάντα υπάρχουν  ιστορίες, μύθοι,  θρύλοι και εικασίες. Αυτό συμβαίνει, είτε από κάποιο περίεργο γεγονός που έγινε, είτε από τυχαίες συμπτώσεις. Αυτό κάνει την φαντασία του ανθρώπου, να οργιάζει και να πλάθει ιστορίες της φαντασίας του. Γιατί δεν μπορεί με την απλή λογική, να εξηγήσει κάποια φαινόμενα. Έτσι και στο νησί μου τη Ρόδο, υπάρχουν κάποιοι μύθοι και ιστορίες, που έμαθα και εγώ από τους μεγαλύτερους και που θα σας  διηγηθώ  σήμερα.


Σε μια περιοχή της Ρόδου, κοντά στο χωριό Τριάντα,  υπάρχει μια περιοχή, που έχει, πολλές και απότομες στροφές. Το σημείο αυτό ονομάζεται τρεις. Πριν από χρόνια, ένα ζευγάρι ετοιμάστηκε να πάει στην εκκλησία για να παντρευτεί. Η νύφη πέρασε από τους τρεις και σε κάποια στροφή, από λάθος χειρισμό του οδηγού ή από κακή ορατότητα, το αμάξι έπεσε στο γκρεμό και η νύφη σκοτώθηκε. Από τότε, εμφανίζεται συχνά σε εκείνο το σημείο η ψυχή της. Υπάρχουν μαρτυρίες, που λένε πως είδαν μια γυναίκα ντυμένη νύφη, να περιτριγυρίζει εκεί. Ακόμα ο μύθος λέει, πως η νύφη αποσπάει την προσοχή των οδηγών, με αποτέλεσμα να πέφτουν στο γκρεμό και να σκοτώνονται. Λένε, πως είναι ακόμα πολύ θυμωμένη, γιατί δεν πρόλαβε να παντρευτεί τον αγαπημένο της και από εκδίκηση, κάνει κακό στους οδηγούς.

Ένας άλλος μύθος λέει πως κάποτε οι πειρατές, λεηλάτησαν το μοναστήρι της Παναγιάς της Σκιαδενής. Μαζί με τα κλοπιμαία όμως, πήραν και την εικόνα της Παναγιάς και όταν γύρισαν στο καράβι, η Παναγία  μαρμάρωσε το πλοίο, μαζί με τους πειρατές. Το καράβι υπάρχει ακόμα στην θάλασσα, είναι ένα πέτρινο νησάκι που μοιάζει πολύ με καράβι και οι ντόπιοι, το ονομάζουν πετροκάραβο.

Η ιστορία της Παναγιάς Τσαμπίκας. Το όνομα της Παναγιάς Τσαμπίκας, βγήκε από κάποιους βοσκούς. Κάποτε, εκεί που βοσκούσαν τα πρόβατα, παρατήρησαν μια λάμψη να αναβοσβήνει συνέχεια, επί μέρες. Έμοιαζαν με σπίθες στο βουνό και έτρεξαν να δουν τι συμβαίνει. Γιατί φοβήθηκαν, μήπως υπάρχουν κακοποιοί κρυμμένοι εκεί πάνω.  Όταν πήγαν εκεί, αντίκρισαν την εικόνα της Παναγιάς να σπινθηροβολάει και να βγάζει τσάμπες (σπινθήρες) όπως τις έλεγαν οι βοσκοί, και έτσι την ονόμασαν Παναγιά Τσαμπίκα. Σε εκείνο το μέρος φτιάχτηκε η εκκλησία της Παναγιάς Τσαμπίκας που θα πει σπινθηροβόλος Παναγιά. Το όνομα Τσαμπίκα ακούγεται πολύ στην Ρόδο. Επειδή οι  άνθρωποι εδώ, δίνουν το όνομα στα παιδιά τους. Διότι όπως λένε, είναι πολύ θαυματουργή. Μάλιστα, αν θέλουν να κοροϊδέψουν εμάς τους Ροδίτες, μας φωνάζουν Τσαμπίκους ή Τσαμπίκες ανάλογα αν είσαι αγόρι ή κορίτσι.

Μια άλλη ιστορία παράξενη και γεμάτο μυστήριο και φαντασία τρόμου, είναι αυτή που θα σας διηγηθώ. Στο παλιό νοσοκομείο της Ρόδου, βασίλισσα Όλγα όπως ονομαζόταν, υπήρχε μια μεγάλη στροφή, εκεί υπήρχε ένα σπιτάκι, που έλεγαν πως ήταν στοιχειωμένο. Η ιστορία λέει πως κάποιος σκότωσε την γυναίκα του γιατί τον νόμιζε πως τον απατούσε και την έθαψε, μέσα στον κήπο του. Από τότε το φάντασμα της γυναίκας δεν άφηνε κανέναν να μείνει στο σπίτι της. Μάλιστα το σπίτι αυτό νοικιάστηκε τρεις φορές μα σε λιγότερο από μια εβδομάδα οι άνθρωποι που το ενοικίαζαν, έφευγαν έντρομοι. Λένε πως κάθε βράδυ εμφανιζόταν η γυναίκα αγριεμένη μπροστά τους. Το σπίτι αυτό δεν το ενοικίασε μετά από αυτό, κανείς άλλος και την νύχτα οι ντόπιοι, φοβόντουσαν να περάσουν από εκεί μόνοι.

Αυτές είναι λίγες από τις ιστορίες που έμαθα, θα επανέλθω πάλι με άλλες γιατί δεν θέλω να σας κουράσω.

Μύριαμ Κ.Ρόδος

Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

ΕΝΑΣ ΑΚΛΟΝΗΤΟΣ ΔΕΣΜΟΣ

Κάποιοι δεσμοί πάνω στην γη είναι ακλόνητοι και δημιουργούνται πριν ακόμα έρθουμε στον κόσμο. Ο δεσμός παιδιού και μητέρας αρχίζει από τον ομφάλιο λώρο ακόμα και  ενώνει τα δυο πλάσματα σε ένα. Το παιδί μένει για εννιά μήνες μέσα στα σπλάχνα της μητέρας του και σχεδόν μοιράζονται τα πάντα και έτσι γεννιέται μαζί με το παιδί και ένας δεσμός που κανείς δεν μπορεί να κλονίσει. Ένα καταπληκτικό βίντεο που είδα σήμερα με έκανε να δακρύσω από συγκίνηση. Ένα μωράκι γεννήθηκε και δεν ήθελε με τίποτα να εγκαταλείψει την αγκαλιά της μανούλας του. Όμως, μετά την τρυφερότητα που ένιωσα βλέποντας το βίντεο, αναρωτήθηκα πως κάποιες γυναίκες ενώ τους χαρίζει τέτοιο δώρο ο Θεός, αυτές ζητάνε να το πετάξουν και να σκοτώσουν κομμάτι του εαυτού τους. Γιατί σε μερικές γυναίκες δεν λειτουργεί το μητρικό φίλτρο; Πάντως το φίλτρο της αγάπης παιδιού και μητέρας λειτούργησε καλά σε αυτό το θαυμάσιο βίντεο.


Εγώ θα σας το βάλω να το δείτε και εσείς θαυμάστε και απολαύστε τη τρυφερή στιγμή, που οι γιατροί θέλησαν να πάρουν το παιδί από την μητέρα του και μετά πείτε μου αν υπάρχει ισχυρότερος δεσμός πάνω στην γη.

Μύριαμ Κ. Ρόδος