Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Το διώροφο σπίτι

Ένα  διώροφο σπίτι συνηθισμένο ίσως, αλλά με πολύ γλυκές  αναμνήσεις, από την παιδική μου ηλικία. Θυμάμαι γύρω στα εννιά με δέκα χρονών ήμουν και έπαιζα στην γειτονιά με τις φίλες μου, εκεί κοντά είχε ένα σπίτι διώροφο. Ένα απογευματάκι καθώς έπαιζα με τις φίλες μου κρυφτό, με φωνάζει μια γυναίκα η κυρά Δέσποινα, ήξερα μόνο το όνομά της γιατί άκουγα όταν την χαιρετούσαν οι γειτόνισσες. Εγώ μόλις κατάλαβα ότι φώναζε εμένα, πλησίασα και ανέβηκα τα σκαλιά της, να δω τι θέλει. Μπορείς κοριτσάκι μου να πας να μου αγοράσεις κάτι από το μαγαζί που βρίσκεται στην γωνία; Εγώ με ευχαρίστηση έτρεξα να την εξυπηρετήσω. Όταν γύρισα να της φέρω αυτό που αγόρασα, με φώναξε να με κεράσει ένα γλυκό κουταλιού. Πέρασε μέσα μικρούλα μου είπε και με έβαλε στο χολ να καθίσω. Όπως περίμενα απέναντι στο δωμάτιο, βλέπω μια γιαγιά να με κοιτάει και να μου χαμογελάει. Της γέλασα και εγώ και έγνεψα το χέρι μου να την χαιρετίσω, τότε με φώναξε να πάω κοντά της. Πλησίασα αργά αργά γιατί ντρεπόμουν, μου έγνεψε να καθίσω στο κρεβάτι πλάι της. Κάθισα και άρχισε να με ρωτάει, ποιανού κόρη είμαι και διάφορα άλλα. Όταν συστηθήκαμε, εκείνη μου είπε ότι γνώριζε την οικογένεια μου. Επίσης  πάνω στην κουβέντα μου είπε, ότι δεν μπορεί να περπατήσει πια.

Δεν ρώτησα ποτέ τι έπαθε γιατί από μικρή άκουγα μόνο ότι μου έλεγαν, αν και ήμουν περίεργο σαν παιδί είχα την αίσθηση ότι δεν πρέπει να ρωτώ και να γίνομαι αδιάκριτη. Πάνω στην κουβέντα η γιαγιά με ρώτησε αν ξέρω παραμυθάκια να της πω. Φυσικά ήξερα ότι μου έλεγε η γιαγιά μου και ότι λέγαμε μεταξύ μας τα παιδιά. Άρχισα τότε να της λέω παραμύθια, εκείνη χαμογελούσε χαρούμενη και με άκουγε όλο προσοχή. Σε λίγο ήρθε και η κόρη της να με κεράσει γλυκό, αλλά έφυγε αμέσως για να μην με διακόψει ίσως. Αφού κάθισα αρκετή ώρα, έπρεπε να φύγω για να μην με γυρέψουν οι δικοί μου. Τις χαιρέτισα και έφυγα, φεύγοντας όμως η γιαγιά με ευχαρίστησε και μου είπε να ξαναπάω. Πέρασαν αρκετές μέρες και πάλι με φώναξε η κυρά Δέσποινα, μπορείς μου λέει να έρθεις που σε γυρεύει η γιαγιά; Εγώ έτρεξα αμέσως το είπα στην μαμά μου και πήγα στο διώροφο να δω την γιαγιά. Ήθελα να πάω από μέρες αλλά ντρεπόμουν να χτυπήσω την πόρτα, μου άρεσε η αίσθηση ότι έλεγα στην γιαγιάκα ιστοριούλες και εκείνη χαιρόταν.

Από εκείνη την ημέρα άρχισα να πηγαίνω συχνά, μου είχε φύγει η ντροπή και ήξερα ότι με περίμενε η γιαγιά. Όταν τελείωσαν όλα τα παραμυθάκια που ήξερα, άρχισα να βγάζω δικά μου μέσα από το μυαλό μου για να την ευχαριστήσω, της το είπα όμως ότι είναι δικά μου. Εκείνη τότε μου είπε, μπράβο παιδί μου να το δουλέψεις λες πολύ ωραία παραμυθάκια. Ίσως η αγάπη που έχω στο  να γράφω δικά μου παραμύθια, ξεκίνησε από τότε που ήθελα να τα λέω της γιαγιάς και να χαίρεται. Μια μέρα όπως πήγα πάλι να κάνω επίσκεψη στην γιαγιά, με περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη.  Η γιαγιά μόλις πήγα με κοιτούσε πονηρά και χαμογελούσε, σαν κάποιο μυστικό να έκρυβε, δεν πρόλαβα να σκεφτώ όμως και μου λέει, πάρε εκείνη την τσάντα και άνοιξε την, είναι ένα δωράκι για σένα. Εγώ όλο χαρά πήρα την τσάντα και άρχισα με βιαστικές κινήσεις να ανοίγω το περιτύλιγμα, για να δω τι είχε μέσα. Ήταν μια μεγάλη ξανθιά πανέμορφη κούκλα, μου άρεσε τόσο πολύ που εκείνη την ημέρα δεν μπορούσα να πω παραμύθι, βιαζόμουν να την δείξω στις φίλες μου και να παίξουμε με αυτήν. Η γιαγιά το κατάλαβε και γέλασε, με είδε να έχω ανησυχία και μου λέει άντε να παίξεις και λέμε αύριο παραμυθάκια. Έφυγα τρέχοντας να δείξω την κούκλα μου στις φίλες μου και να τους πω, είδατε που γκρινιάζετε που πάω στην γιαγιά, κοιτάξτε τι καλή είναι.

Στην γιαγιά συνέχιζα να πηγαίνω για πολύ καιρό, δεν θυμάμαι να προσδιορίσω ακριβώς πόσο, ίσως μήνες μπορεί και χρόνος. Είχαμε γίνει οι καλύτερες φίλες, ότι παράπονα είχα τις τα έλεγα και εκείνη με συμβούλευε σαν μεγάλη σοφή, τι να κάνω. Ένα απόγευμα όπως έπαιζα με την φίλη μου, είδα κόσμο να πηγαίνει στο διώροφο.  Mου φάνηκε παράξενο γιατί δεν είχα ξαναδεί τόσους επισκέπτες να πηγαίνουν εκεί. Πλησίασα λίγο και τότε είδα την κυρά Δέσποινα να κλαίει, όταν με είδε με φώναξε με δάκρυα στα μάτια, έλα μέσα μικρούλα να πεις το τελευταίο παραμυθάκι στην γιαγιά γιατί θα φύγει στον ουρανό σήμερα. Ένοιωσα έναν κόμπο στο στομάχι, κατάλαβα ότι η γιαγιάκα πέθανε και τρόμαξα πολύ. Χωρίς να σκεφτώ άλλο το έβαλα στα πόδια και άρχισα να τρέχω. Έφτασα σπίτι λαχανιασμένη και ρώτησα την μαμά μου, η γιαγιά Μαρία, της κυρα Δέσποινας η μάνα πέθανε; Η μαμά μου με κοίταξε σκεφτική και μου είπε, ναι παιδί μου πάει στον ουρανό να συναντήσει τον άντρα της. Έβαλα τα κλάματα μόλις μου το επιβεβαίωσε και εκείνη, τότε έρχεται κοντά μου και μου λέει, μην λυπάσαι κόρη μου η γιαγιάκα ξεκουράστηκε, δεν θα πονάει πια και θα είναι χαρούμενη κοντά στον άντρα της  και τους γονείς της. Η εξήγηση αυτή απάλυνε την καρδιά μου, στεναχωριόμουν μόνο που δεν θα την ξανάβλεπα.

Τώρα που μεγάλωσα, κατάλαβα ότι η γιαγιά ένιωθε μοναξιά αν και είχε την κόρη της κοντά της. Ήθελε συντροφιά και η κυρά Δέσποινα είχε τις δικές της ασχολίες, δεν είχε χρόνο να καθίσει κοντά της να κουβεντιάσουν. Όχι ότι την αδικώ, γιατί είχε πολλά στο κεφάλι της και ήθελα να τα προκάμει όλα και έτσι έμενε μόνη η γιαγιά για ώρες, χωρίς να ανταλλάσσει μια κουβέντα. Οι ηλικιωμένοι και οι άρρωστοι θέλουν κάποιον να τους μιλάει και να τους συντροφεύει επειδή δεν μπορούν να κάνουν πράγματα. Ιδίως αυτοί που είναι στο κρεβάτι θέλουν να μαθαίνουν τα νέα του έξω κόσμου για να μην νιώθουν απομονωμένοι. Πιστεύω πως από ένα  παιδάκι η γιαγιά εκτός από την συντροφιά που της κρατούσε, ένιωθε  να είναι η γέφυρα που την ένωνε  με τον  έξω  κόσμο. Μπορεί ακόμα στα μάτια ενός παιδιού να έβλεπε την δική της παιδική ηλικία και να χαιρόταν, γιατί η καρδιά του ανθρώπου ποτέ δεν γερνάει.

Αν και πέρασαν τόσα χρόνια η μορφή της  είναι ακόμα στο μυαλό μου έντονη. Θυμάμαι με νοσταλγία, μια γιαγιά ευγενική με κάτασπρα μαλλιά και πάντα χαμογελαστή. Εγώ έτσι θα την θυμάμαι πάντα και για μένα δεν έχει πεθάνει, απλά πήγε ένα ταξίδι μακρινό όπως όλους τους ανθρώπους που χάνονται. Η μνήμη και οι αναμνήσεις δεν αφήνουν κανένα άνθρωπο να πεθάνει, πεθαίνει κάποιος μόνο όταν το ξεχάσεις, έτσι πιστεύω εγώ.

Μύριαμ Κ Ρόδος









5 σχόλια:

agathipapadopoyloy είπε...

Μπράβο Μύριαμ ,η ιστορία σου μου έχει ανοίξει χαραμάδες μνήμης ,και εγω γιάυτό αγαπώ τα παραμύθεια ,γιατί ποτέ μικρή φεν μου είπε κανείς ,όλοι τουε ήταν απαοσχολημένοι και φτωχοί όπως είμαστε τότε δεν είχα και χρήματα να αγοράσω παιδικά παραμύθια. το μόνο καλό ήταν ότι η μητέρα μου που ήτανε μοδίστρα,μου έκανε κούκλες από πανια και τις έδινα ονόματα! Τώρα που και εγώ είμαι γιαγιά ,θέλω να ακούω παραμύθια! Έτσι είχα και εγώ όπως εσύ,σαν γέφυρα της γραφής μου , τη Νονά μου ,η οποία πάντα έλεγε, όταν χωρίς να θέλουν σε τιμωρούν με παγωμένες σιωπές ,πάρε μολύβι και χαρτί και γράψε! Συγχαριτήρια Μύριαμ

Μύριαμ είπε...

Ευχαριστώ πολύ κ.Αγαθή

Ευτυχία Στασινοπούλου είπε...

Πολύ συγκινητικό και διδακτικό! Τα παραμύθια είναι ιστορίες ζωής που μας ακολουθούν παντού... Συγχαρητήρια Μύριαμ!!!!

Μύριαμ είπε...

Ευχαριστώ πάρα πολύ κ. Ευτυχία μου, θέλω να περάσω το μήνυμα στους νέους ανθρώπους να είναι κοντά στους ηλικιωμένους και αρρώστους και να τους δίνουν λίγο χρόνο και χαρά, δεν ζητούν πολλά συντροφιά θέλουν μόνο.

Chr. Mag. είπε...

Μυριαμ η ευαισθησια σου και η ανθρωπια σου ειναι σε μεγιστο βαθμο αναπτυγμενες απο παιδικη ηλικια!!τελικα ο ανθρωπος γεννιεται καλος!!!(ρουσο)εσυ ομως παρεμεινες ευαισθητη!!!τιμη μου που εισαι φιλη μου εστω και διαδικτυακα...ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ