Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Ο ΤΙΡΑΜΟΛΑ ΥΠΟΥΡΓΟΣ

Ο Τιραμόλα όταν γεννήθηκε δεν φανταζόταν ποτέ, πως θα γινόταν τόσο χρήσιμος στους απατεώνες και κλέφτες της πατρίδας μας. Ήταν φτιαγμένος από καουτσούκ και ο ρόλος του ήταν καθαρά ψυχαγωγικός, μπορούσε άνετα να μεταμορφωθεί σε ότι ήθελε και έτσι έπαιζε καλά τον ρόλο του, στο να διασκεδάζει τον κόσμο. Κάποιοι (επιστήμονες) όμως, ξέροντας τις τρομερές ικανότητες του τιραμολάκου μας, αποφάσισαν να τον κλωνοποιήσουν και να τον βάλουν στην βουλή. Γιατί φανταστείτε τον με τόσο μακριά και ελαστικά χέρια που έχει, πόσα λεφτά θα μπορούσε να κλέψει συγχρόνως  Ένα πρωί λοιπόν, μαζεύτηκαν για σύσκεψη οι κύριοι-ες των απατεώνων  της ευρωζώνης και είπαν, πρέπει στα υπουργεία της Ελλάδας να βάλουμε δικούς μας ανθρώπους. Μπορούσαν λοιπόν να βάλουν τόσους ανθρώπους της εμπιστοσύνης τους; μάλλον όχι γιατί όλο και κάποιος θα ξέφευγε και έτσι στο σατανικό μυαλό τους μπήκε η ιδέα, να κλωνοποιήσουν τον Τιραμόλα.

Άρχισαν με γρήγορους ρυθμούς να πειραματίζονται και έβαλαν σε εφαρμογή, το σχέδιο μνημόνιο. Αυτό ήταν το εργαστήρι ή να το πω αλλιώς, η μήτρα που θα γεννιόταν ο Τιραμόλα. Με τα πολλά πειράματα επιτέλους τα κατάφεραν. Έφτιαξαν τον Τιραμόλα, τον άνθρωπο για όλες τις απατεωνιές. Ήταν ένας σε πολλές συσκευασίες, όπως θα δούμε στην συνέχεια. Τον έριξαν λοιπόν που λέτε στην Ελλάδα και με την κατεργαριά του αυτός, κατάφερε  να τρυπώσει μέσα μια χαρά. Κανείς δεν κατάλαβε φυσικά ότι ο Τιραμόλα, ήταν ο (άνθρωπος) κατάσκοπος και πως ενεργούσε με εντολές ξένων δυνάμεων.

Πριν μπει στην βουλή έκανε μια μεταμόρφωση από αυτές που συνήθιζε και ξέρουμε όλοι μας, διασπάστηκε σε πολλά κομμάτια και πήρε διαφορετικές μορφές. Με αυτό τον τρόπο μπόρεσε να πάρει όλες τις θέσεις των υπουργών και να δώσει στην βουλή την μορφή  που ήθελε. Κάποιες μεταμορφώσεις του  βέβαια δεν ήταν και τόσο επιτυχημένες, είχαν διαρροή. Δηλαδή η μεταμόρφωση σε Άδωνη ήταν σκέτη αποτυχία έμπαζε από παντού. Τα σάλια έτρεχαν ποτάμι καθώς μιλούσε, τα λάδια από τον εγκέφαλο του συχνά πυκνά έτρεχαν από τα ρουθούνια του, με αποτέλεσμα να γλιστρούν οι γύρω του. Φυσικά υπήρξαν και πολλές μεταμορφώσεις που του έκλεψαν αρκετό υλικό για να πετύχουν. Το δίδυμο Πάγκαλος και Βενιζέλος έφαγαν πολύ καουτσούκ και κούρασαν τον Τιραμολάκο μας, μέχρι να τους συναρμολογήσει. Σε μερικούς έδωσε αρνίσιο βλέμμα για να παραπλανεί, στον Κυριάκο για παράδειγμα που κοιμόταν όρθιος. Αφού τελείωσε με τις μεταμορφώσεις του, θρονιάστηκε σε όλα τα έδρανα φαρδύς πλατύς και άρχισε το έργο του.

Κάποιες φορές ο έξυπνος Τιραμολάκος όταν έβλεπε τα σκούρα του, δηλαδή ότι οι άνθρωποι άρχιζαν να τον καταλαβαίνουν, έκανε ένα μετασχηματισμό και όλα μια χαρά. Σήμερα ήταν η μέρα που δήθεν έκαναν πάλι καινούριο σχήμα στην κυβέρνηση, αλλά στην ουσία πάλι ο Τιραμολάκος μας θα κυβερνάει. Γιαυτό φίλοι μου να κοιμάστε ήσυχοι, ο Τιραμόλα πάει με όλα και θα μας ξελασπώσει. Έχει κανείς αντίρρηση; αααα νόμιζα ότι μίλησε κανείς, ευτυχώς για αυτούς που όλα τα καταπίνουμε και όλα τα χωνεύουμε.

Ορμήσανε οι εισβολείς
όρμησε ο Τιραμόλα
και όλα είναι μια χαρά
πάει η κοκα κόλα

Τάχα μου πως εσώθηκε
απο τον χαμό η Ελλάδα
τα βόλια πέφτουνε σωρός
το λέει και η μαντινάδα

Αλλού πεφτούν τα βλήματα
αλλού χτυπούν τα βόλια
και μέσα στην Ελλάδα μας
χτυπάει ο Τιραμόλα

Σωπάστε φίλοι μου καλοί
τους άλλους μην ξυπνάτε
έχουν τον ύπνο ελαφρύ
και μην τους τον χαλάτε

φέρτε τους μόνο ένα φραπέ
με μπόλικα παγάκια
να αράξουνε στον καναπέ
να δούνε τα νιτζάκια

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΟΙΤΑΖΩ ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΤΗΝ ΣΗΜΑΙΑ

Θέλω να κοιτάω την σημαία  με υπερηφάνεια, να την έχω σαν κάτι ιερό. Nα μην δειλιάζω να λέω πως είμαι Ελληνίδα, ούτε να τρέμω  να κοιμηθώ.
Γιατί σκέψου, στον ύπνο μου να ρθουν οι ήρωες, να ζητήσουν τον λόγο, εγώ τότε τι θα τους πω;
Μπουμπουλίνα συγνώμη, είμαστε ανίκανοι λόγο ευρώ; Φανταστείτε τον Καραΐσκάκη να μου λέει με λόγο κοφτό, είστε Έλληνες ορέ ή πατάτες; αίμα δεν έχετε; ούτε μυαλό;
Να πετάγεται  ο Παπαφλέσσας, να αστράφτει και να βροντά, τα μάτια του φλόγες να βγάζουν, από της Ελλάδας τα ουρλιαχτά.

Είμαστε Έλληνες και απόγονοί τόσων ηρώων, πολύ θαυμαστών και όμως εμείς δεν  εκρατήσαμε ένα χώμα τόσο ιερό. Η ντροπή και ο ιδρώτας με λούζει, σαν κοιτάω τα χάλια αυτά, με την Μέρκελ συνέχεια να λέει, ζητώ η Ελλάδα να ζει στην σκλαβιά. Γιατί δούλοι θα είμαστε δίχως  λεφτά,  αφού μας τα φάγανε με λαμογιά. Αυτό που με θλίβει και με εξοργίζει, είναι ο φόβος που μας κρατεί, καλά βολευτήκαμε και αναπαυτήκαμε, μες στα σαλόνια μας τα ακριβά. Παρέα με την πολυθρόνα μας, περνάμε τα χρόνια μας, μες στην πείνα και την σκλαβιά. Και για φανταστείτε τι ιστορία θα δείτε, μετά από χρόνια μες στα σχολειά. Τους βλέπω να φτύνουν εμάς τους προγόνους οι απόγονοί για αυτή την ντροπή. Που πήγε το θάρρος; η τόλμη, το βάρος; για αυτή την πατρίδα για την λευτεριά;


Η σημαία  να ξέρετε πως έχει φωνή και πως μέσα της κρύβεται, καρδιά και ψυχή.  Μέσα στα σπλάχνα της κυλάει το αίμα χιλιάδων  ηρώων, που την αναθρέψαν με τόσες θυσίες,    για να την έχουμε εμείς ζωντανή. Φροντίστε την πάλι και δώστε αγάπη, ελπίδα και θάρρος για να σταθεί. Ψηλά να πετάει και η Ελλάδα μας πάλι να πάρει την θέση της την πρωτινή. 


Μύριαμ Κ. Ρόδος

Κυριακή, 9 Ιουνίου 2013

Το διώροφο σπίτι

Ένα  διώροφο σπίτι συνηθισμένο ίσως, αλλά με πολύ γλυκές  αναμνήσεις, από την παιδική μου ηλικία. Θυμάμαι γύρω στα εννιά με δέκα χρονών ήμουν και έπαιζα στην γειτονιά με τις φίλες μου, εκεί κοντά είχε ένα σπίτι διώροφο. Ένα απογευματάκι καθώς έπαιζα με τις φίλες μου κρυφτό, με φωνάζει μια γυναίκα η κυρά Δέσποινα, ήξερα μόνο το όνομά της γιατί άκουγα όταν την χαιρετούσαν οι γειτόνισσες. Εγώ μόλις κατάλαβα ότι φώναζε εμένα, πλησίασα και ανέβηκα τα σκαλιά της, να δω τι θέλει. Μπορείς κοριτσάκι μου να πας να μου αγοράσεις κάτι από το μαγαζί που βρίσκεται στην γωνία; Εγώ με ευχαρίστηση έτρεξα να την εξυπηρετήσω. Όταν γύρισα να της φέρω αυτό που αγόρασα, με φώναξε να με κεράσει ένα γλυκό κουταλιού. Πέρασε μέσα μικρούλα μου είπε και με έβαλε στο χολ να καθίσω. Όπως περίμενα απέναντι στο δωμάτιο, βλέπω μια γιαγιά να με κοιτάει και να μου χαμογελάει. Της γέλασα και εγώ και έγνεψα το χέρι μου να την χαιρετίσω, τότε με φώναξε να πάω κοντά της. Πλησίασα αργά αργά γιατί ντρεπόμουν, μου έγνεψε να καθίσω στο κρεβάτι πλάι της. Κάθισα και άρχισε να με ρωτάει, ποιανού κόρη είμαι και διάφορα άλλα. Όταν συστηθήκαμε, εκείνη μου είπε ότι γνώριζε την οικογένεια μου. Επίσης  πάνω στην κουβέντα μου είπε, ότι δεν μπορεί να περπατήσει πια.

Δεν ρώτησα ποτέ τι έπαθε γιατί από μικρή άκουγα μόνο ότι μου έλεγαν, αν και ήμουν περίεργο σαν παιδί είχα την αίσθηση ότι δεν πρέπει να ρωτώ και να γίνομαι αδιάκριτη. Πάνω στην κουβέντα η γιαγιά με ρώτησε αν ξέρω παραμυθάκια να της πω. Φυσικά ήξερα ότι μου έλεγε η γιαγιά μου και ότι λέγαμε μεταξύ μας τα παιδιά. Άρχισα τότε να της λέω παραμύθια, εκείνη χαμογελούσε χαρούμενη και με άκουγε όλο προσοχή. Σε λίγο ήρθε και η κόρη της να με κεράσει γλυκό, αλλά έφυγε αμέσως για να μην με διακόψει ίσως. Αφού κάθισα αρκετή ώρα, έπρεπε να φύγω για να μην με γυρέψουν οι δικοί μου. Τις χαιρέτισα και έφυγα, φεύγοντας όμως η γιαγιά με ευχαρίστησε και μου είπε να ξαναπάω. Πέρασαν αρκετές μέρες και πάλι με φώναξε η κυρά Δέσποινα, μπορείς μου λέει να έρθεις που σε γυρεύει η γιαγιά; Εγώ έτρεξα αμέσως το είπα στην μαμά μου και πήγα στο διώροφο να δω την γιαγιά. Ήθελα να πάω από μέρες αλλά ντρεπόμουν να χτυπήσω την πόρτα, μου άρεσε η αίσθηση ότι έλεγα στην γιαγιάκα ιστοριούλες και εκείνη χαιρόταν.

Από εκείνη την ημέρα άρχισα να πηγαίνω συχνά, μου είχε φύγει η ντροπή και ήξερα ότι με περίμενε η γιαγιά. Όταν τελείωσαν όλα τα παραμυθάκια που ήξερα, άρχισα να βγάζω δικά μου μέσα από το μυαλό μου για να την ευχαριστήσω, της το είπα όμως ότι είναι δικά μου. Εκείνη τότε μου είπε, μπράβο παιδί μου να το δουλέψεις λες πολύ ωραία παραμυθάκια. Ίσως η αγάπη που έχω στο  να γράφω δικά μου παραμύθια, ξεκίνησε από τότε που ήθελα να τα λέω της γιαγιάς και να χαίρεται. Μια μέρα όπως πήγα πάλι να κάνω επίσκεψη στην γιαγιά, με περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη.  Η γιαγιά μόλις πήγα με κοιτούσε πονηρά και χαμογελούσε, σαν κάποιο μυστικό να έκρυβε, δεν πρόλαβα να σκεφτώ όμως και μου λέει, πάρε εκείνη την τσάντα και άνοιξε την, είναι ένα δωράκι για σένα. Εγώ όλο χαρά πήρα την τσάντα και άρχισα με βιαστικές κινήσεις να ανοίγω το περιτύλιγμα, για να δω τι είχε μέσα. Ήταν μια μεγάλη ξανθιά πανέμορφη κούκλα, μου άρεσε τόσο πολύ που εκείνη την ημέρα δεν μπορούσα να πω παραμύθι, βιαζόμουν να την δείξω στις φίλες μου και να παίξουμε με αυτήν. Η γιαγιά το κατάλαβε και γέλασε, με είδε να έχω ανησυχία και μου λέει άντε να παίξεις και λέμε αύριο παραμυθάκια. Έφυγα τρέχοντας να δείξω την κούκλα μου στις φίλες μου και να τους πω, είδατε που γκρινιάζετε που πάω στην γιαγιά, κοιτάξτε τι καλή είναι.

Στην γιαγιά συνέχιζα να πηγαίνω για πολύ καιρό, δεν θυμάμαι να προσδιορίσω ακριβώς πόσο, ίσως μήνες μπορεί και χρόνος. Είχαμε γίνει οι καλύτερες φίλες, ότι παράπονα είχα τις τα έλεγα και εκείνη με συμβούλευε σαν μεγάλη σοφή, τι να κάνω. Ένα απόγευμα όπως έπαιζα με την φίλη μου, είδα κόσμο να πηγαίνει στο διώροφο.  Mου φάνηκε παράξενο γιατί δεν είχα ξαναδεί τόσους επισκέπτες να πηγαίνουν εκεί. Πλησίασα λίγο και τότε είδα την κυρά Δέσποινα να κλαίει, όταν με είδε με φώναξε με δάκρυα στα μάτια, έλα μέσα μικρούλα να πεις το τελευταίο παραμυθάκι στην γιαγιά γιατί θα φύγει στον ουρανό σήμερα. Ένοιωσα έναν κόμπο στο στομάχι, κατάλαβα ότι η γιαγιάκα πέθανε και τρόμαξα πολύ. Χωρίς να σκεφτώ άλλο το έβαλα στα πόδια και άρχισα να τρέχω. Έφτασα σπίτι λαχανιασμένη και ρώτησα την μαμά μου, η γιαγιά Μαρία, της κυρα Δέσποινας η μάνα πέθανε; Η μαμά μου με κοίταξε σκεφτική και μου είπε, ναι παιδί μου πάει στον ουρανό να συναντήσει τον άντρα της. Έβαλα τα κλάματα μόλις μου το επιβεβαίωσε και εκείνη, τότε έρχεται κοντά μου και μου λέει, μην λυπάσαι κόρη μου η γιαγιάκα ξεκουράστηκε, δεν θα πονάει πια και θα είναι χαρούμενη κοντά στον άντρα της  και τους γονείς της. Η εξήγηση αυτή απάλυνε την καρδιά μου, στεναχωριόμουν μόνο που δεν θα την ξανάβλεπα.

Τώρα που μεγάλωσα, κατάλαβα ότι η γιαγιά ένιωθε μοναξιά αν και είχε την κόρη της κοντά της. Ήθελε συντροφιά και η κυρά Δέσποινα είχε τις δικές της ασχολίες, δεν είχε χρόνο να καθίσει κοντά της να κουβεντιάσουν. Όχι ότι την αδικώ, γιατί είχε πολλά στο κεφάλι της και ήθελα να τα προκάμει όλα και έτσι έμενε μόνη η γιαγιά για ώρες, χωρίς να ανταλλάσσει μια κουβέντα. Οι ηλικιωμένοι και οι άρρωστοι θέλουν κάποιον να τους μιλάει και να τους συντροφεύει επειδή δεν μπορούν να κάνουν πράγματα. Ιδίως αυτοί που είναι στο κρεβάτι θέλουν να μαθαίνουν τα νέα του έξω κόσμου για να μην νιώθουν απομονωμένοι. Πιστεύω πως από ένα  παιδάκι η γιαγιά εκτός από την συντροφιά που της κρατούσε, ένιωθε  να είναι η γέφυρα που την ένωνε  με τον  έξω  κόσμο. Μπορεί ακόμα στα μάτια ενός παιδιού να έβλεπε την δική της παιδική ηλικία και να χαιρόταν, γιατί η καρδιά του ανθρώπου ποτέ δεν γερνάει.

Αν και πέρασαν τόσα χρόνια η μορφή της  είναι ακόμα στο μυαλό μου έντονη. Θυμάμαι με νοσταλγία, μια γιαγιά ευγενική με κάτασπρα μαλλιά και πάντα χαμογελαστή. Εγώ έτσι θα την θυμάμαι πάντα και για μένα δεν έχει πεθάνει, απλά πήγε ένα ταξίδι μακρινό όπως όλους τους ανθρώπους που χάνονται. Η μνήμη και οι αναμνήσεις δεν αφήνουν κανένα άνθρωπο να πεθάνει, πεθαίνει κάποιος μόνο όταν το ξεχάσεις, έτσι πιστεύω εγώ.

Μύριαμ Κ Ρόδος









Πέμπτη, 6 Ιουνίου 2013

Ερωτικό 1


Χτύπησες με θυμό την γροθιά σου στο τραπέζι και είπες:
Υπάρχει παράδεισος και είσαι εσύ!
Τρίξαν ξαφνιασμένα τα μαχαιροπίρουνα στα πιάτα
κι η μπύρα μου άφρισε και χύθηκε έξω από το ποτήρι
δεν μιλώ... δεν μιλώ μόνο ταπεινώνω την ματιά μου
για να μην δεις τον ερωτά μου και τρομάξεις.

Γύρω μας ο ήλιος παίζει την μελωδία του με τις ακτίνες του στην θάλασσα
και το νερό δοξολογεί εμένα κι εσένα
πατάς στην χρυσή άμμο μα δεν αφήνεις ίχνη,
πατάς στο απύθμενο νερό μα δεν βυθίζεσαι,
πατάς στον αέρα μα δεν πέφτεις.
Κι εγώ σου κρατώ το χέρι να μ' οδηγείς και να σε οδηγώ....

Παίρνω βαθιά ανάσα να γεμίσουν τα πνευμόνια μου με την αύρα σου
και γεμίζει η ψυχή μου με το φως σου. Νικήσαμε...
Νικήσαμε τον χώρο, τον χρόνο και την δυστυχία τους.
Νικήσαμε επειδή με την αγάπη μας υποτάξαμε την ύλη στο πνεύμα.
Νικήσαμε επειδή τα κορμιά μας έγιναν ήλιοι κι οι ήλιοι φως
και το φως μας θεός και ο θεός παράδεισος.
Κι ας είχαμε εγώ μόνο εσένα κι εσύ μόνο εμένα. Δεν χρειαζόμασταν άλλα.
Μόνο την φωτιά της αγάπης να λιώσουμε το φτηνό μας εγώ
και να χυτεύσουμε το ανεκτίμητο εμείς. Το εμείς οι δυο..

Το παλιό αμπελάκι που μας άφησαν οι πρόγονοι
στην ανεμοδαρμένη ακτή με την προτροπή να το ζήσουμε, άνθισε!
Το σκαμμένο με την σοφία αιώνων χώμα του
ανάσανε μέσα από τα πνευμόνια μας και δεν αργεί το καλοκαίρι
να φάμε τα σταφύλια του και να πατήσεις με τα λευκά σου ποδαράκια
τον μούστο που στην αγκαλιά μας θα ζυμωθεί στο κρασί της γνώσης.

Μην σκύβεις και μην λυπάσαι μου λες
Η ζωή μας είναι ισόβια και δεν θα ζήσουμε τον θάνατο
γιατί ο θάνατος δεν χωράει μες την ζωή.
Σήκωσε το βλέμμα σου και δες με, δες την αλήθεια!

Μα δεν σε κοιτώ, δεν σε κοιτώ να μην σε κάψω
μόνο γέρνω τα χείλη μου στον λαιμό σου
κι από 'κει σαλπάρω μες την βαρκούλα μας για πέλαγο μας
Σ' αγαπώ. Σ' αγαπώ και σ' αγαπώ!

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2013

Η ΡΕΠΟΥΣΗ ΚΑΙ Ο ΓΙΑΤΡΟΣ

Πάει η Ρεπούση στο γιατρό, μετά από μια αδιαθεσία που είχε και  αυτός αφού την εξετάζει την στέλνει να  κάνει γενικές εξετάσεις. Της είπε  να του τις φέρει, όταν θα βγουν όλες μαζί. Η Ρεπούση τρέχει αμέσως, κάνει όλες τις εξετάσεις που της έγραψε και όταν επιτέλους βγήκαν, πάει στον γιατρό, να της πει τι έχει. Μπαίνει μέσα στο ιατρείο του, κρατώντας της απαντήσεις και του της παραδίδει. Ο γιατρός  παίρνει στα χέρια του τις απαντήσεις, τις κοιτάει καλά καλά και έπειτα ήρθε η ώρα, να της πει από  τι πάσχει. Η Ρεπούση αγωνιά πολύ και τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν, με τα μάτια  γουρλωμένα σαν του βατράχου και  φωνή που τρεμοπαίζει από την αγωνία,   τον ρωτά. Γιατρέ, είναι σοβαρό αυτό που έχω; γιατί δεν μιλάς; Ο γιατρός βήχει ξεροβήχει και σοβαρός, αρχίζει να της λέει.

- Κυρία Ρεπούση πάσχεις από ένα σπάνιο σύνδρομο δυστυχώς. Μένει κόκκαλο η Ρεπούση για λίγα λεπτά.  Ένας κόμπος σφίγγει το στομάχι της, το πρόσωπο της χλόμιασε ξαφνικά σαν να κατάπιε ώχρα,και ήταν έτοιμη, να λιποθυμήσει.
 -Μα πες μου επιτέλους γιατρέ, τι έχω; μην με κρατάς σε αγωνία. Τότε ο γιατρός σηκώνεται και της ανακοινώνει.
- Δυστυχώς,  είναι μια σπάνια αρρώστια  που την συναντάμε στην ιστορία μας, μόνο από τα βιβλία. Να φανταστείς, συνεχίζει να λέει ο γιατρός, στα τελευταία δυόμιση χιλιάδες χρόνια, μόνο τρία άτομα νόσησαν από αυτή την ασθένεια. Ένας από αυτούς ήταν ο Εφιάλτης, που βρήκε τραγικό θάνατο από την αρρώστια αυτή.
-Και πως λέγεται η αρρώστια; ρώτησε δακρυσμένη η Ρεπούση.
Σκουλουμπρίαση, της απαντάει ο γιατρός αμέσως, στο είπα είναι σπάνια ασθένεια.
-Σκουλουμπρίαση ε; επαναλαμβάνει τσακισμένη από τον πόνο η καημένη και κάθισε στην καρέκλα να σκεφτεί.


Ο γιατρός έπιασε το συνταγολόγιο του και άρχισε να γράφει, ένα κατεβατό φάρμακα.
-Το βρήκα!!!! άρχισε να φωνάζει σαν τρελή από χαρά η Ρεπούση.
Ο γιατρός, νόμισε πως παραληρούσε από την στεναχώρια της, γιατί καμιά φορά το μυαλό σαλεύει σε τέτοιες καταστάσεις.
-Τι βρήκες; την ρώτησε που προσπαθούσε να καταλάβει, τι έπαθε έτσι ξαφνικά και ήταν μες στην τρελή χαρά.
-Άκου γιατρέ, δεν είπες πως η αρρώστια αυτή είναι στην ιστορία μας;
-Ναι, είπε εκείνος, που συνέχιζε να μην την καταλαβαίνει.
-Ε λοιπόν την ιστορία όλη, εγώ θα την βαφτίσω  μύθο και έτσι δεν θα υπάρχει στα αλήθεια αυτή η αρρώστια. Μπορώ να την εξοντώσω με αυτό τον τρόπο τι λες;
Ο γιατρός ξύνει το κεφάλι του, σκεφτικός και λέει, δεν ξέρω μια αρρώστια αν την βαφτίσεις μύθο, θα πάψει να υπάρχει κιόλας, είπε και γύρισε το κεφάλι να την κοιτάξει. 
Η Ρεπούση όμως είχε γίνει άφαντη, έτρεξε να προλάβει να αλλάξει την ιστορία και να την βαφτίσει μύθο. Μπας και εξαφανίσει την αρρώστια της.

Για να δούμε, θα καταφέρει να εξαφανίσει την σκουλουμπρίαση τελικά η  Ρεπούση; ή θα της μείνει το κουσούρι μόνο να βαφτίζει την ιστορία σε μύθο;Πρόσεξε μόνο να μην  μπερδέψεις τον μύθο Ρεπούση μου, γιατί κυκλοφορεί και σε μπύρα.

Μύριαμ Κ. Ρόδος