Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

ΜΑΤΙΑ ΠΟΥ ΚΟΙΤΟΥΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΜΕ ΑΛΛΗ ΛΟΓΙΚΗ

Mέσα στον κόσμο μας υπάρχουν κάτι μάτια, που  κοιτούν πέρα από την δική μας λογική, έχουν ένα βαθυστόχαστο ερευνητικό βλέμμα. Όμως δεν  κοιτούν με τον τρόπο που εμείς βλέπουμε τα πράγματα. Αυτά τα μάτια έχουν στόχο να  κοιτάξουν ευθεία στην καρδιά να δουν τα σωθικά, με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο. Βλέπουν μονό τις ομορφιές του κόσμου, για κάθε ασχήμια κλείνουν τα μάτια ή στρέφουν αλλού το βλέμμα. Βλέπουν τα πολύχρωμα λουλούδια, τις σταλαγματιές από την ψιχάλα ή την δυνατή βροχή που ποτίζει το χώμα. Όταν πετούν τα πουλιά και σχηματίζουν ένα πανέμορφο σμήνος, που θα το ζήλευε ακόμα και ο μεγαλύτερος ζωγράφος, εκστασιάζονται και ανοίγουν διάπλατα, να τα αποθανατίσουν για πάντα μέσα τους. Τα παράξενα αυτά μάτια που κοιτούν με άλλη λογική αγαπούν την φύση και σέβονται την γη. Θα ήταν έγκλημα για αυτά να έβλεπαν κάποιον να καίει, να κόβει και να καταστρέφει ένα δάσος. 

Κάθε λουλούδι, κάθε ζώο και γενικά ότι έχει ζωή, το σέβονται και το αγαπούν. Δεν γνωρίζουν τι θα πει θάνατος, αυτόματα κάθε οργανισμός ή άνθρωπος που πεθαίνει τον μετατρέπουν σε κάτι άλλο και το τοποθετούν σε ένα όμορφο μέρος, που θα τους ταίριαζε. Ακόμα όταν βλέπουν μια αγάπη, σταματούν και την κοιτούν ώρες με ευχαρίστηση. Αυτά τα παράξενα μάτια με άλλη λογική, όταν κοιτούν το ουράνιο τόξο χαμηλώνουν ευλαβικά την ματιά τους και υποκλίνονται, στο αρμονικό δέσιμο χρωμάτων. Στην θέα ενός παιδιού, χαμογελούν και τα μάτια τους παίρνουν ένα σχιστό σχήμα, είναι αυτό της χαράς και της τρυφερότητας. Αναζητούν την θάλασσα με το απέραντο γαλάζιο χρώμα και τότε ηρεμούν και ονειρεύονται. 


Η λογική τους είναι άρρητα δεμένη με τα μάτια και έχουν μια στενή σχέση, τίποτα δεν θυμίζει τα δικά μας μάτια και την λογική. Αυτά τα παράξενα μάτια με την αλλόκοτη λογική σε εμάς, δεν νιώθουν ποτέ πόνο και δάκρυ δεν ξέρουν τι θα πει. Μπορεί αν δουν κάτι πολύ άσχημο,  να το μετατρέψουν σε μια απέραντη ομορφιά. Μια φορά κατά λάθος, αυτά τα μάτια είδαν ένα μικρό χελιδόνι πληγωμένο, να αιμορραγεί κάτω στη γη πεσμένο. Αμέσως εστίασαν στη πληγή του και ως από θαύμα επουλώθηκε  και τότε, το χελιδόνι πέταξε ψηλά στον ουρανό. Κάποιοι (ανόητοι) για αυτά τα μάτια, κοιτούσαν ακόμα στη γη, γιατί νόμιζαν ότι το χελιδόνι ήταν πεσμένο εκεί. Όμως δεν μπορούσαν να δουν με τα μάτια και την λογική την δική τους και έτσι έμειναν εκεί κάτω στην γη να κλαίνε. Το πουλί όμως ήταν ελεύθερο και ευτυχισμένο, απλά τα κοινά μάτια σαν τα δικά μας, δεν μπορούσαν να δουν  αυτό το θαύμα.

Αν μπορούσαμε όλοι να κοιτάξουμε με τα μάτια αυτά, σίγουρα ο κόσμος μας θα ήταν πολύ πιο όμορφος. Όμως στην δική μας λογική φαντάζει σαν κάτι περίεργο και εξωπραγματικό, αλλά πιστεύω το ίδιο θα σκέφτονται και αυτά για εμάς. Που είναι η πραγματικότητα, που αρχίζει η αλήθεια και που η φαντασία, ίσως κανείς από τους δυο δεν θα μπορέσει  να μας πει.

Μύριαμ Κ. Ρόδος




Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

ΔΗΜΗΤΡΑΚΗΣ Ο ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΗΠΑ

Μια φορά και ένα καιρό, γεννήθηκε ένας χαρισματικό παιδί. Αυτό το είχε διαλέξει ο Θεός από την πρώτη στιγμή. Του έδωσε δυο όμορφα μεγάλα μάτια, που όποιος τα  κοιτούσε μαγευόταν από την τόση ομορφιά. Το πριγκιπόπουλο το έλεγαν Δημητράκη και ήταν τόσο αγαπητό στους ανθρώπους, όλοι  το λάτρεψαν από την πρώτη στιγμή. Όμως  δυστυχώς για τους ανθρώπους ο Θεός είχε άλλα σχέδια για αυτόν. Ακόμα και οι άγγελοι το αγάπησαν και  σκεφτόταν πως θα το πάρουν μαζί τους, έκαναν τότε μια προσευχή στο Θεό. Θεέ μου σε παρακαλώ βάλε ανάμεσα μας το παιδάκι αυτό.

 Ο Θεός είχε αγαπήσει το μικρούλη από την πρώτη στιγμή και έψαχνε μέρος να το τοποθετήσει και να είναι κοντά του. Το Δημητράκη, ήξερε το σχέδιο του Θεού και δεν μιλούσε, σκεφτόταν τους υπέροχους γονείς του και στεναχωριόταν για την λύπη που θα τους έδινε.  Μια μέρα όμως ήρθε ένα αγγελάκι στον ύπνο του και του είπε, Δημητράκη μου χρυσό μου αγόρι, ξέρω πόσο αγαπάς τους γονείς σου και πόσο νοιάζεσαι για αυτούς, όμως ο Κύριος σε θέλει κοντά του. 

Το Δημητράκη έκλαψε για την απόφαση του κυρίου του, όμως έπρεπε να ακολουθήσει τον δρόμο που του χάραξε. Ο δρόμος αυτός ήταν ένας δρόμος σε κάποιο τόπο, το οποίο τον όριζε ως πρίγκηπα, εκεί θα ήταν αρχηγός και θα έλεγε στους αγγέλους τι θα κάνουν.Στον παράδεισο, ο τόπος που του ετοίμαζε ο Θεός, ήταν γεμάτος λουλούδια, αγάπη, αιωνιότητα και ηρεμία. Ο Δημητράκης  ξέροντας ότι οι άνθρωποι, έπρεπε να αλλάξουν κάποια πράγματα στην ζωή τους, ήταν ταγμένος να τους μάθει τι θα πει αγάπη και βοήθεια στους συνανθρώπους τους και αυτή ήταν η αποστολή του. Τα κατάφερε τέλεια ο μικρούλης αν δούμε μέσα στην ομάδα που φτιάχτηκε για αυτόν, ότι υπάρχει μόνο αγάπη και ομόνοια.

Έτσι εμβολιάστηκε με την αρρώστια του καρκίνου, μια αρρώστια που πολλοί άνθρωποι φοβόντουσαν ακόμα και το όνομα της να πουν. Κάποιοι την έλεγαν ξορκισμένη, κάποιοι πάλι επάρατη νόσο, όμως αυτό έδειχνε πόσο  λιγόψυχοι ήταν. Το Δημητράκη ο μικρός πρίγκηπας πέρασε όλα τα στάδια του καρκίνου για να μας δείξει ότι δεν είναι φοβερό. Βέβαια πόνεσε και ταλαιπωρήθηκε το μικρό μας πριγκηπόπουλο πάρα πολύ και πιο πολύ πόνεσαν οι δικοί του άνθρωποι. Η μανούλα Ντενίζ, έγινε ένας μικρός ήρωας χωρίς να το θέλει, πόνεσε,  έκλαψε και αναρωτήθηκε γιατί σε αυτήν. Ο μικρούλης πρίγκηπας όμως κατάφερε να ενώσει πολλούς ανθρώπους άγνωστους μεταξύ τους και να τους κάνει να νιώσουν τι θα πει αγάπη για τον άνθρωπο.

Το Δημητράκη μας ο μικρός πρίγκηπας, αύριο έχει ραντεβού με τον Θεό για την μεγάλη στέψη του στο βαθμό του πρίγκηπα, Εγώ αύριο δεν θα κλάψω για το Δημητράκη μας γιατί ξέρω ότι είναι σε καλά χέρια. Θα λυπηθώ σαν άνθρωπος, γιατί νιώθω τον πόνο και την έλλειψη στους δικούς του ανθρώπους, όμως θα ξέρω εκεί που είναι ότι δεν υπάρχει πόνος παρά μόνο χαρά. 

Θέλω αύριο όλοι να είστε παρόντες στη στέψη του αγγέλου μας έστω και νοερά και θα σας παρακαλέσω να ανάψετε ένα κεράκι στη μνήμη του. Θα χαρεί να ξέρετε, εσείς οι φίλοι του και όλοι οι δικοί του άνθρωποι, να βοηθήσετε και να βοηθάτε παιδιά άρρωστα. Γιατί μόνο τότε θα έρθετε κοντά του και μόνο τότε θα ηρεμήσει η ψυχούλα του.

Δημητράκη μου εγώ δεν θα μπορέσω αύριο να είμαι στην στέψη γιατί είμαι μακριά, σου εύχομαι μωράκι μου καλό παράδεισο και πάντα αλησμόνητος να είσαι στις καρδιές μας. Κουράγιο Ντενίς μου μανούλα πονεμένη, μακάρι να βρεις την γαλήνη και την ηρεμία. Ο Δημητράκης μας πάει σε ένα άλλο κόσμο, χαρούμενο και δίχως πόνο, μακάρι αυτό να σου αγαλλίαση την ψυχούλα σου. Δημητράκη μου με άγγιξες βαθιά μέσα στα φυλλοκάρδια μου και ας μην σε έχω δει ποτέ, σαγαπώ και θα μείνεις μέσα στην καρδιά μου για πάντα. Αντίο πριγκιπόπουλο μου!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!

Μύριαμ Κ. Ρόδος


Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Μια φορά και ένα καιρό, ήταν μια νεραϊδούλα που την έλεγαν Αγάπη. Όταν μεγάλωσε και έγινε δεσποινίδα, η μεγάλη νεράιδα που ήταν η νονά της την ρώτησε τι δώρο θέλει να της κάνει. Εκείνη αφού σκέφτηκε καλά της είπε, θέλω να μου χαρίσεις ένα όμορφο δάσος, που θα είναι μόνο δικό μου. Δάσος; ρώτησε απορώντας η νεράιδα.  Ναι νονά μου θέλω ένα δάσος, αλλά όχι συνηθισμένο.  Να δηλαδή, συνέχισε να λέει η αγάπη, θέλω εκεί μέσα να υπάρχει ζωή, κάποιες ώρες τις ημέρας να ζωντανεύει και να παίρνει μορφή. Η νονά της που δεν της χαλούσε ποτέ το χατήρι, της χάρισε ένα όμορφο δάσος. Εκεί μέσα υπήρχαν τα πάντα, από λιμνούλες, ζωάκια, μέχρι δέντρα, λουλούδια και άλλα φυτά. Έριξε και την μαγική χρυσόσκονη που θα ζωντάνευε το δάσος, φίλησε την μικρή νεραϊδούλα και έφυγε.

Η Αγάπη ευτυχισμένη άρχισε να κάνει βόλτες στο δάσος, πότε πετώντας πάνω από τα δέντρα και πότε περπατώντας στο έδαφος. Κάθε μεσημέρι ζωντάνευαν όλα τα πλάσματα εκεί μέσα.  Τα δέντρα, τα λουλούδια και τα υπόλοιπα φυτά,  έπαιρναν ανθρώπινη μορφή και συναισθήματα. Τα ζώα πάλι είχαν την ανθρώπινη λαλιά, αλλά παρέμειναν με την ίδια μορφή. Γιατί αυτό που ενδιέφερε την νεραϊδούλα ήταν να μπορούν τα καημένα τα φυτά  να περπατάνε, να μιλάνε και να νιώθουν χαρά. Δυο σκιουράκια ερωτεύθηκαν τρελά και την ώρα της μεταμόρφωσης αντάλλασσαν λόγια αγάπης, το ίδιο και όλα τα άλλα ζωάκια, βρήκαν το ταίρι τους και έτσι βασίλευαν τα όμορφα και ευγενικά αισθήματα, στο όμορφο αυτό δάσος.

Μια μέρα δίπλα σε ένα ψηλό δέντρο φύτρωσε μια πρασινάδα. Καθώς μεγάλωνε ερχόταν και πιο κοντά σε εκείνο. Ώσπου μεγάλωσε αρκετά και οι βλαστοί  της άρχισαν να αναρριχώνται και να αγκαλιάζουν το δέντρο. Αυτό το έκανε για να προφυλαχτεί από τον αέρα και να μην σπάσει. Το δέντρο όμως ένιωσε παράξενα με αυτό το άγγιγμα, που έμοιαζε σαν απαλό χάδι και η   καρδιά του άρχισε να χτυπάει περίεργα. Το μεσημέρι την ώρα της μεταμόρφωσης γύρισε και κοίταξε την πρασινάδα, με ένα βλέμμα τρυφερό και παράξενο. Η πρασινάδα έγινε μια όμορφη κατάξανθη κοπέλα, ήταν λιγάκι ντροπαλή και γιαυτό δεν έστρεφε το βλέμμα να κοιτάξει τον νεαρό που ήταν κοντά της.  Εκείνος όμως μαγεμένος από την ομορφιά της, την πλησίασε και της μίλησε για τα συναισθήματα του. Από εκείνη την ημέρα όλα άλλαξαν, η κοπέλα ανταποκρίθηκε στον ερωτά του. Μάλλον  πρώτη εκείνη τον αγάπησε και δεν ήθελε να το πει από ντροπή και έτσι του το έδειξε, αγκαλιάζοντας τρυφερά τον κορμό του. Κάθε μεσημέρι το δέντρο την ώρα που γινόταν άνθρωπος, της έφερνε και από ένα δώρο. Μια μέρα της έφερε ένα κοχύλι γεμάτο τριαντάφυλλα, εκείνη τον αγκάλιασε τρυφερά και έγειρε στον ώμο του ευτυχισμένη.

Ένα μεσημέρι παρατήρησαν και οι δυο, ότι το ποταμάκι πάντα τους έβλεπε με λύπη στα μάτια. Τι να έχει άραγε και γιατί μας βλέπει τόσο λυπημένο το ποταμάκι; αναρωτήθηκαν και οι δύο.  Το ρώτησαν αλλά αυτό δεν αποκρίθηκε, έκαμε τάχα πως δεν άκουσε.Οι δυο τους όμως περνούσαν τόσο καλά, με μια αγάπη τόσο δυνατή  και μεγάλη, που δεν έδωσαν άλλη σημασία στο ποταμάκι. Σκέφτηκαν ότι ίσως ζήλεψε την αγάπη τους. Πέρασε ο καιρός και η πρασινάδα άρχισε να χάνει το χρώμα της, γινόταν κίτρινη, μαδούσαν τα φύλλα της, ώσπου έμεινε γυμνή. Αυτό στεναχωρούσε το δέντρο και δεν ήξερε τι να κάνει, άνοιγε τα κλαδιά του να την δει ο ήλιος μήπως και ξαναπρασινίσει, αλλά  τίποτα δεν γινόταν. Όταν ήρθε το μεσημέρι η ώρα για να μεταμορφωθούν και να ζήσουν την αγάπη τους, το δέντρο μεταμορφώθηκε πρώτο και περίμενε την αγαπημένη του, για να κάνουν την συνηθισμένη βόλτα τους. Όμως αυτό που τον περίμενε δεν το φαντάστηκε ποτέ, η μεταμόρφωση έγινε βέβαια, μα η πρασινάδα ήταν κατάκοιτη και με κλειστά τα μάτια. Τρέχει αμέσως κοντά της, την σηκώνει στην αγκαλιά του και το μόνο που πρόλαβε να ψελλίσει είναι σ¨αγαπώ και έγειρε το κεφάλι. Ο πόνος του δέντρου, ήταν μεγάλος και τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του, χωρίς να μπορεί να τα συγκρατήσει. Τα ζωάκια όλα μαζεύτηκαν γύρω του θλιμμένα, μαζί και τα φυτά και τα δεντράκια. Πέθανε, ακούστηκε τότε μια φωνή, όλοι γύρισαν να δουν ποιος μίλησε και είδαν το ποταμάκι. Σίγουρα αυτό με την πείρα της ηλικίας του, θα γνώριζε ότι οι πρασινάδες ζουν λιγότερο από τα δέντρα. Αμέσως θυμήθηκε το θλιμμένο του βλέμμα  και κατάλαβε το γιατί.

Το δέντρο τότε έπεσε σε μεγάλη θλίψη, ένιωθε τόσο μεγάλο πόνο, που στα σωθικά του άνοιξε μια μεγάλη τρύπα. Το κενό αυτό μεγάλωνε και η νεραϊδούλα που παρακολουθούσε τα πάντα στο δάσος της, σκέφτηκε να κάνει κάτι. Μεταμόρφωσε το άψυχο σώμα της πρασινάδας, σε ένα όμορφο συννεφάκι. Εκείνο όταν εμφανιζόταν, έτρεχε στην αγκαλιά του αγαπημένου της και τον φιλούσε τρυφερά. Εκείνος δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτά τα χείλη που τον φιλούσαν, νόμιζε πως ήταν η ιδέα του και έτσι όμως να ήταν του άρεσε αυτό το άγγιγμα των χειλιών, γιατί του θύμιζε την αγαπημένη του. Και έτσι συνέχισαν να ζουν  καλά στο δασάκι και εμείς καλύτερα. 

Τώρα μάθαμε από τι γίνονται οι κουφάλες των δέντρων. Είναι από το σαράκι της αγάπης, όπως όλοι οι ερωτευμένοι έτσι και τα δεντράκια που είναι ζωντανά, ερωτεύονται και όταν χάσουν την αγάπη τους, δημιουργείται αυτή η τρύπα στον κορμό τους από τον πολύ πόνο.

Μύριαμ Κ. Ρόδος




Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ

Μάρτης, ο μήνας αυτός πλημμυρίζει με ευχάριστες εικόνες το μυαλό μου. Όταν ήμουν παιδάκι την πρώτη του μήνα, θυμάμαι την γιαγιά μου να κάθεται σε ένα σκαμνάκι και να φτιάχνει σε όλους μας από ένα ωραίο βραχιολάκι. Ξυπνούσε όπως πάντα από τα χαράματα και πάντα κάτι έκανε πίνοντας τον καφέ της. Εκείνη την μέρα  είχε μπροστά της διάφορα νήματα που τα έμπλεκε και μας έφτιαχνε πολύχρωμα βραχιολάκια. Όλα είχαν διαφορετική πλέξη και σχέδια, αλλά στα χρώματα ίδια, χρησιμοποιούσε το κόκκινο και το άσπρο. Ένα πρωινό  στην πρώτη του Μάρτη ξύπνησα πολύ  πρωί και πήγα κοντά της. Βιαζόμουν να  φορέσω τον μάρτη μου και να πάω στο σχολείο με αυτό. Είχαμε την συνήθεια να δείχνουμε τα βραχιολάκια μας με καμάρι και να βγάζουμε νικήτρια αυτή με τον ποιο όμορφο μάρτη. Ο λόγος που έφτιαχναν τα βραχιολάκια αυτά, ήταν από ότι ξέραμε για να μην μας κάψει ο ήλιος.

Κάθισα εκείνο το πρωινό κοντά στην γιαγιά μου και της είπα να μου πει τι ακριβώς κάνει αυτό το βραχιολάκι και από τι μας προστατεύει. Η γλυκύτατη γιαγιά μου, είχε την υπομονή να μου εξηγεί πάντα ότι την ρωτούσα.  Η αντοχή της με μένα ήταν μεγάλη, γιατί εγώ ήμουν πολυλογού και φλύαρη και όλο την ρωτούσα να μου εξηγεί πράγματα, που δεν καταλάβαινα. Ποτέ δεν  αρνήθηκε να μου εξηγήσει κάτι που ήθελα, είχε έναν τρόπο που αμέσως έλυνε κάθε απορία μου. Έτσι και εκείνο το πρωί την ρώτησα, γιαγιά γιατί κάνουμε τον μάρτη; από τι θα μας προστατέψει; Η γιαγιά πήρε το σοφό ύφος της και άρχισε να μου λέει για έναν μύθο. Πριν από πολλά χρόνια ο ήλιος είχε κλέψει την γυναίκα του Κρόνου, εκείνος τότε θύμωσε και  τον κυνήγησε για να τον τιμωρήσει. Ο Ήλιος όμως ήταν πολύ πονηρός και κρυβόταν μέχρι να του περάσει ο θυμός. Άρχισε να κρύβεται στα σύννεφα, έλα όμως που ο Κρόνος ήταν πιο πονηρός; Όταν κρυβόταν πίσω από τα σύννεφα φαινόταν, γιατί τα συννεφάκια δεν έφταναν για να κρύψουν την λάμψη του και έπαιρναν ένα πορτοκαλί χρώμα που  πρόδιδαν την κρυψώνα του. Όταν ο Κρόνος έβλεπε τα σύννεφα να έχουν πορτοκαλί χρώμα φυσούσε και τα έδιωχνε μακριά και τότε φανερωνόταν ο ήλιος και έτρεχε να τον πιάσει. Εκείνος τότε θύμωνε και έριχνε τις ακτίνες του με δύναμη για να τον κάψει και να γλυτώσει την τιμωρία. Όμως ούτε ο Κρόνος μπόρεσε να τον πιάσει γιατί ήταν καυτός, αλλά ούτε ο Ήλιος μπόρεσε να τον κάψει γιατί φυλαγόταν  Η γυναίκα του Κρόνου καθόταν στη γη κρυμμένη αλλά για να μην τυχών και δεν την δει ο ήλιος και την κάψει κατά λάθος με τις ακτίνες του της έδωσε ένα πολύχρωμο βραχιολάκι. Όταν ο Ήλιος δει από μακριά αυτό το βραχιολάκι δεν ρίχνει καυτές ακτίνες και δεν κινδύνευε η αγαπημένη του.

Η διαμάχη αυτή Ήλιου και Κρόνου ακόμα δεν σταμάτησε, κάθε Μάρτη που βγαίνει για τα καλά από την κρυψώνα του ο Ήλιος, ο Κρόνος τον κυνηγάει και έτσι ο Ήλιος συνεχίζει να ρίχνει τις ακτίνες του καυτές. Οι άνθρωποι για να προστατευτούν φτιάχνουν τα ίδια χρωματιστά βραχιολάκια και έτσι τον ξεγελούν και δεν καίγονται, κατάλαβες τώρα γιατί φοράτε μάρτη στο χεράκι σας; με ρώτησε. Εγώ ευχαριστημένη που άκουσα αυτή την ωραία ιστορία, φόρεσα το βραχιολάκι μου και πήγα καμαρωτή καμαρωτή στο σχολείο. Το μάρτη συνηθίζαμε να τον βάζουμε στο ζωντανό αρνί που αγοράζαμε το Πάσχα και μετά τον καίγαμε  όταν ανάβαμε να ψήσουμε το κοκορέτσι ,η στον φούρνο. Τώρα γιατί τον καίγαμε δεν ξέρω και δεν μπορώ να σας φωτίσω παραπάνω, φταίει ότι δεν μου γεννήθηκε η απορία τότε για το κάψιμο του βραχιολιού. Ίσως γιατί δεν μου άρεσε να καίω τον όμορφο μάρτη μου, που φορούσα όλο τον μήνα και τον καμάρωνα και έτσι θα μείνουμε  όλοι με την ίδια απορία, γιατί τον καίμε άραγε; Όποιος ξέρει ας μας πει να μάθουμε και εμείς το γιατί. Καλό μήνα σε όλους εύχομαι, με υγεία, αγάπη και χαρά.

Μύριαμ Κ. Ρόδος