Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

ΥΠΟΣΧΕΘΗΚΕΣ ΘΕΕ

Υποσχέθηκες Θεέ, μετά τον κατακλυσμό του Νώε πως άλλη καταστροφή για να χαλάσεις τον κόσμο  δεν θα έρθει και πως οι άνθρωποι δεν θα πληγούν από αυτήν, παρά μονάχα την Δευτέρα παρουσία. Όμως για πες μου Θεέ, καταστροφή και συντέλεια δεν είναι να παίρνεις ένα παιδί που δεν έχει δει την ομορφιά του κόσμου; που δεν έχει προλάβει να παίξει, να γελάσει, να μεγαλώσει; Καταστροφή δεν είναι να αρπάζεις βίαια ένα μωρό από την αγκαλιά της μάνας του; Άνοιξε μέσα τα σωθικά της και κοίταξε την πληγή, κανένας κατακλυσμός και καμιά καταστροφή δεν θα πονούσε τόσο και ούτε θα της άνοιγε τόσο μεγάλη πληγή. Καμιά φορά αναρωτιέμαι αφού είσαι τόσο δίκαιος πως κάνεις τέτοιες αδικίες και είναι πολλές. Βοήθησε με να καταλάβω ποια είναι η μεγαλύτερη καταστροφή από τον θάνατο, γιατί εγώ αυτή θεωρώ καταστροφή. 


Μπορούσες με μια κίνηση απλή να απαλλάξεις τον κόσμο από τη δυστυχία και όμως δεν το κάνεις. Μας δίνεις πόνο και αυτό μας λένε είναι δοκιμασία. Δοκιμασία ψυχής θα μπορούσα να πω, αλλά γιατί; προς τι όλο αυτό; Έφταιξαν οι πρωτόπλαστοι, όμως ήταν δικό σου δημιούργημα και εμείς δεν φταίμε και δεν έχουμε καμιά ευθύνη να πληρώνουμε μια ζωή γιαυτό. Γιατί να δοκιμάζεις έτσι τα παιδιά σου; τιμωρός δεν είσαι είσαι, φιλεύσπλαχνος όπως λένε και όμως φέρεσαι σαν τιμωρός που κρατάς ένα μεγάλο δρεπάνι και αφαιρείς άδικα της ζωές. Θέλω επιτέλους να σταματήσεις αυτό που κάνεις, μην παίρνεις άλλα παιδιά. Δεν μπορώ να σκέφτομαι μανούλες να κλαίνε απαρηγόρητες, πατεράδες να παραμιλάνε και να αναρωτιούνται γιατί σε εμάς. Έχεις έρθει ποτέ να δεις τον  αποχαιρετισμό ενός αγγέλου; Εγώ έχω βρεθεί και έχω δει πόσο σκληρό είναι, οι γονείς συντετριμμένοι από την μεγάλη απώλεια, μοιάζουν χαμένοι, θαρρείς και δεν πιστεύουν πως είναι αλήθεια και περιμένουν πως θα ξανακούσουν την φωνούλα και το γέλιο του.

Το μικρό άσπρο φέρετρο του παιδιού με το κουκλάκι μέσα για συντροφιά, σε κομματιάζει, σου σπαράζει την καρδιά. Εσύ πως το αντέχεις; πως το βαστάει η καρδιά σου, να βάζουν σε ένα παγερό κρεβάτι από χώμα και υγρασία, ένα παιδί; Πήρες το Μανωλάκη έναν άγγελο σωστό και άφησες τους γονείς του απαρηγόρητους. Τώρα πήρες και τον Ηλία, ένα παιδί όλο ζωντάνια, που αγαπούσε και ήθελε  την ζωή και όμως εσύ δεν του έδωσες την ευκαιρία, να την εξερευνήσει και να τη ζήσει. Έχεις πάρει τόσα παιδιά φτάνει, δεν είναι σωστό να γεμίζεις με  τόσο πόνο τους ανθρώπους. Εγώ είμαι ένα τίποτα μπροστά σου, όμως  σε παρακαλώ να σταματήσεις. Δώσε υγεία σε όλα τα παιδάκια και άφησε τα εδώ μαζί μας.  Εξάλλου χρειαζόμαστε και εμείς αγγέλους στην γη  για να μας προσέχουν και να μας δίνουν δύναμη, να συνεχίσουμε το δύσκολο αυτό έργο που λέγεται ζωή. Εύχομαι να έχουν δύναμη οι γονείς του μικρού Ηλία και όλοι γονείς φυσικά που έχασαν τα παιδάκια τους και ελπίζω να πήγαν κάπου καλύτερα. Ακόμα θέλω να ρωτήσω  όλους τους ασυνείδητους, από πολιτεία μέχρι γιατρούς, που δεν  βοήθησαν το μικρούλη Ηλία και έφτασε στο τελευταίο στάδιο. Πως κοιμάστε μωρέ τα βράδια; πως είδατε τα ματάκια αυτά, που έλαμπαν και δίψαγαν για ζωή και δεν τα βοηθήσατε; Αυτά είχα να γράψω με όλες τις απορίες μου και τα γιατί μου. Δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο, γιατί από χτες είμαι τρομερά συγκινημένη με τον χαμό του μικρού Ηλία. Συγχωρέστε με αν είπα κάτι παραπάνω, αλλά έτσι μου βγήκε.

Μερικοί θα πουν πως βλαστημώ με αυτές τις απορίες μου. Όμως όχι, απλά κουράστηκα να βλέπω δάκρυα και πόνο, στα πρόσωπα των ανθρώπων.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

ΕΝΔΟΙΑΣΜΟΙ ΤΩΝ ΩΑΡΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Μια φορά και ένα καιρό, ζούσαν μέσα σε μια χώρα που την έλεγαν κοιλιά, κάτι παράξενα ανθρωπάκια, που τα έλεγαν ωάρια. Ήταν όλα περίπου ίδια, ακόμα και στην συμπεριφορά. Όλη μέρα έτρεχαν, έπαιζαν, χοροπηδούσαν ανέμελα στην πόλη τους. Το κρύο ήταν άγνωστη λέξη για αυτά, όπως και η πείνα. Δεν πλήρωναν για τίποτα, αφού χρήματα στην χώρα τους δεν υπήρχαν και έτσι ήταν πολύ χαρούμενα, πάντα. Τον τελευταίο καιρό βρήκαν ένα καινούριο παιχνίδι που τα είχε ξετρελάνει. Είχαν αρχίσει και έμπαιναν στην πόλη τους κάτι άλλα ανθρωπάκια, πολύ διαφορετικά από αυτά. Ήταν μακρόστενα σαν φίδια και πολύ σβέλτα. Έτρεχαν τόσο γρήγορα, μόνο και μόνο  να πιάσουν   μια θέση πρώτοι, σε ένα ένα ωάριο.  Όποιος κατόρθωνε να φτάσει πρώτος, θα ενωνόταν μαζί του και θα γινόταν ένα καινούριο είδος. Θα μεγάλωνε πολύ μέσα στην κοιλιακή χώρα ή μήτρα όπως την έλεγαν  και μετά  από λίγους μήνες,  θα έβγαιναν έξω, σε έναν  φωτεινό μέρος, έτσι  είχαν ακούσει.  Ο τόπος που θα πήγαιναν ήταν μαγικός, υπήρχε πολύ φως και θα έβγαιναν επιτέλους από  το σκοτάδι. Ακόμα είχαν ακούσει ότι υπήρχαν διάφορα μεγάλα ανθρωπάκια χρωματιστά. Υπήρχε μουσική, φαγητό,χορός και διάφορα άλλα άγνωστα πράγματα, που μόνο ακουστά τα είχαν. Τους είπαν και για την θάλασσα ακόμα και για τα διάφορα ζώα. Με όλα αυτά που  άκουγαν κατά καιρούς,  τα ωάρια έκαναν σαν τρελά να ενωθούν με τους επισκέπτες και να μεταμορφωθούν, για να βγουν έξω εκεί στον όμορφο κόσμο.

Όταν λοιπόν άρχισαν να μπαίνουν μέσα στην φυλή τους έτρεχαν και στριμωχνόταν τα μεγαλύτερα που ωρίμασαν για να ενωθούν. Ένα ωάριο όμως ποτέ δεν έτρεχε και ούτε καν έδινε σημασία,  φαινόταν καθαρά πως δεν ήθελε να μπει στην διαδικασία της μεταμόρφωσης. Κάποια ωάρια που το είχαν προσέξει, μια μέρα τον πλησίασαν όλο περιέργεια και το ρώτησαν, γιατί εσύ δεν τρέχεις να προλάβεις τα καινούρια ανθρωπάκια, να ενωθείς και να φύγεις από εδώ; Τότε το σοφό ωάριο που όλο αυτό τον καιρό παρατηρούσε και μάθαινε τα πάντα, τους είπε. Ξέρετε τι θα βρείτε βγαίνοντας από εδώ; σας λείπει τίποτα αυτή την στιγμή; καλά δεν είστε εδώ μέσα όλα μαζί ενωμένα; Μα, ξεκίνησε να λέει ένα μικρότερο ανθρωπάκι, έξω είναι πολύ όμορφα και φωτεινά θέλουμε να ζήσουμε σε μια μεγάλη και απέραντη πόλη, να δούμε και άλλα πράγματα, εκτός από τον υγρό και σκοτεινό κόσμο μας. Το σοφό ανθρωπάκι τα κοίταξε λυπημένο και αφού σώπασε για λίγα λεπτά, άρχισε να τους λέει. Αδέλφια μου, λυπάμαι αν σαν χαλώ το όνειρο που έχετε, μα πρέπει να σας πω αυτά που έμαθα από κάποιον ιό, που μπήκε πριν λίγο καιρό την πόλη μας. Τα ανθρωπάκια όλα αμέσως τότε τον κύκλωσαν και περίμεναν να ακούσουν, τι είναι αυτό το σπουδαίο που θα τους πει.

Λοιπόν αυτή την στιγμή, έξω στην νέα πόλη που θέλετε να πάτε, στον κόσμο δηλαδή όπως λέγεται, υπάρχει μια μεγάλη δυσάρεστη αλλαγή. Τι; τι; φώναξαν όλα με μια φωνή. Υπάρχει ένα πράγμα που λέγεται κρίση και αυτό έχει επηρεάσει πολύ τους ανθρώπους εκεί έξω. Για αυτούς που δεν γνωρίζουν, σας λέω ότι άνθρωποι γίνεστε μετά την μεταμόρφωσή σας. Στην αρχή θα λέγεστε παιδιά, γιατί θα είστε ακόμα μικρά και έπειτα θα μεγαλώσετε και θα λέγεστε και εσείς άνθρωποι.  Η κρίση είναι ένας πόλεμος μεγάλος, που γίνεται αυτή τη στιγμή. Τα παιδιά, δηλαδή εσείς που θα βγείτε τώρα, δεν σας χωνεύουν κάποιοι και θέλουν να σας θανατώσουν.  Θυμάστε την ιστορία που σας είπα με τον Ηρώδη; ναι, είπαν όλα μαζί και τα ματάκια τους σκιάχτηκαν από φόβο. Τότε υπήρχε ο Ηρώδης, συνέχισε να λέει το σοφό ωάριο, που ευτυχώς έχει πεθάνει, μα τώρα υπάρχει ένας  πολύ πιο κακός και μοχθηρός από αυτόν, που λέγετε Ευρώπη και πολιτικοί. Αυτά τα δύο μαζί, σας μισούν και  θέλουν να σας εξαφανίσουν. Έχουν καταφέρει να βάλουν όλους τους ανθρώπους σε μια κατάσταση πολύ άσχημη. Τα λεφτά, που  είναι το μέσο για να σας εξασφαλίσουν φαγητό, σπίτι, ζεστασιά, γιατρούς και όλα αυτά που χρειάζονται οι γονείς σας, αυτοί που θα σας βγάλουν έξω στην καινούρια χώρα, έχουν χαθεί τα έκλεψαν οι πολιτικοί. Μα γιατί το κάνουν αυτό; ρώτησε απορημένο ένα μικρούλη ανθρωπάκι. Αυτό είναι το σχέδιο τους, για να σας κάνουν να μην πηγαίνετε στον κόσμο τους και να είναι κυρίαρχοι αυτοί. Καταλαβαίνετε τώρα τι θα πάθετε αν βγείτε εκεί έξω; θα κρυώνετε, θα πεινάτε και θα βλέπετε όλους τους ανθρώπους λυπημένους. Τα γέλια έχουν κοπεί και τώρα υπάρχει μόνο στεναχώρια και θλίψη.

Τα ανθρωπάκια σώπασαν όλα, άρχισαν να φοβούνται, τι θα έκαναν τώρα; Άρχισαν να το ξανασκέφτονται, να βγουν έξω για καλύτερα και να βρουν χειρότερα; Μερικά άρχισαν να φωνάζουν, εγώ δεν θα φύγω μου αρέσει το παιχνίδι και η ξεγνοιασιά, τι να κάνω εκεί έξω με όλους αυτούς τους παραμορφωμένους. Σε λίγο να και οι επισκέπτες τα σπερματοζωάρια που ήρθαν με όρεξη να παίξουν μαζί τους. Όμως κανένα ωάριο δεν κινήθηκε προς το μέρος τους, όλα μαζεύτηκαν σε μια άκρη για να μην τα δουν. Τα σπερματοζωάρια μετά από μερικές μέρες  επισκέψεις τους, άρχισαν να αναρωτιούνται, τι συμβαίνει και δεν παίζουν μαζί τους πια. Τότε το σοφό ωάριο τους εξήγησε τι συμβαίνει και γιατί κρατούν αυτή τη στάση. Μα τότε, λένε και τα σπερματοζωάρια, ούτε εμείς θέλουμε να βγούμε έξω στον κόσμο, ελάτε να κάνουμε μια δική μας συμμαχία για να παίζουμε πάλι. Τι συμμαχία; να, θα παίζουμε εμείς θα σας κυνηγάμε και εσείς θα τρέχετε, αλλά ποτέ δεν θα σας πιάνουμε. Έτσι δεν θα επιτρέψουμε να μεταμορφωθεί κανείς σε άνθρωπο και δεν θα κινδυνεύουμε πια από τα τέρατα, που θέλουν να μας σκοτώσουν. Ωραία ιδέα απάντησαν τα ναζιάρικα ωάρια και ξεκίνησαν αμέσως το παιχνίδι. Από απόσταση όμως, για να μην γίνει η ένωση και μεταμορφωθούν. Και έτσι έζησαν όλοι καλά και εμείς σε λίγο καιρό χωρίς παιδιά, καλύτερα!!!!!!

Αφιερωμένο στους αγαπημένους μας πολιτικούς, που κάνουν τα πάντα να ξολοθρέψουν τα παιδιά, που είναι το μέλλον του τόπου μας.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ;

Τι είναι ο έρωτας τάχα; μήπως μπορεί κάποιος να μας τον περιγράψει; Ρωτάω πολλούς ανθρώπους και πάντα παίρνω διαφορετικές απαντήσεις. Προσπάθησα να τον προσδιορίσω, όμως και πάλι δεν τα κατάφερα.  Ο έρωτας στην ουσία τι είναι; Θα τον παρομοίαζα με μια μεγάλη  θύελλα συναισθημάτων, που δεν ξέρεις που θα ξεσπάσει και με ποιο τρόπο, καθώς μάτια δεν έχει, είναι τυφλός. Όμως και πάλι αυτό δεν αρκεί. Θα  του δώσω χρώμα και θα τον ζωγραφίσω, ίσως καταφέρω να τον απεικονίσω. Όμως ποιο χρώμα θα ταίριαζε στην ψυχοσύνθεσή του; Να είναι το κόκκινο του πάθους; το κάτασπρο αγνό της ανιδιοτέλειας; μπα και πάλι δεν φτάνουν μόνο αυτά τα δυο, γιατί άλλοτε γίνεται γκρίζος και σκοτεινιάζει ή μαύρος και μοχθηρός, όταν παίζει με τις καρδιές και τότε οι άνθρωποι υποφέρουν. Άσε δεν γίνεται με χρώματα να τον περιγράψω.

Μήπως να δοκίμαζα με την μουσική; Χμ εδώ πάλι περιπλέκονται τα πράγματα. Το χαρούμενο κελάηδημα από τα πουλιά, μπορεί και να του ταίριαζε, γιατί μερικοί άνθρωποι όταν τους πλησιάζει ο έρωτας, ακούνε τιτιβίσματα πολλά.  Μα πάλι, υπάρχει και ο ανεκπλήρωτος έρωτας, που είναι ένα κομμάτι δικό του. Με τον ανεκπλήρωτο έρωτα δεν υπάρχουν καλαήδισματα, αλλά μουγκρίσματα μεγάλου βοδιού ακούγονται από τα αναστενάγματα των ανθρώπων. Όχι ούτε με την μουσική δεν μπορώ να περιγράψω τον έρωτα. Ε! τότε  να δοκιμάσω με το υγρό στοιχείο της φύσης; Το ποτάμι που κυλάει προς μια κατεύθυνση πάντα και είναι γάργαρο και δροσερό, ίσως θα μπορούσε να αποτυπώσει έναν τέλειο έρωτα που σε κάνει ευτυχισμένο. Όμως ο έρωτας πολλές φορές, είναι πολύ πρόσκαιρος και βιαστικός και μπορεί να χαθεί αμέσως. Δεν  θα μπορούσε να μοιάσει στο ήσυχο ποταμάκι, ούτε με την απέραντη θάλασσα που για χρόνια και αιώνες παραμένουν σταθερά στην θέση τους. Να τολμήσω να πω ότι μοιάζει με τη λάβα ή με την φωτιά; Εδώ έχουμε μια ομοιότητα καθώς η φωτιά μας ζεσταίνει αλλά με μια απροσεξία μπορεί και να μας κάψει, να μας κάνει στάχτη. Όμως δεν θέλω να ισοπεδώσω και εντελώς τον έρωτα, δεν κάνει και ίσως θυμώσει.

Μα πως στο καλό να τον περιγράψουμε; δεν βρίσκω λέξεις, εικόνες, ούτε καν ήχο. Πολλές φορές σκέφτομαι, μήπως είναι κανένας θεός της μυθολογίας που μισεί τους ανθρώπους και θέλει να τους εκδικηθεί; Μα μετά πάλι λέω  πως όχι, δεν μπορεί, γιατί έχει κάνει και πάρα πολλούς ανθρώπους ευτυχισμένους και πλήρεις από συναισθήματα. Πάντως ότι και να είναι ο έρωτας, είναι ένας γρίφος, που πολλοί ποιητές, συγγραφείς και  άνθρωποι απλοί, προσπάθησαν να περιγράψουν και να τον υμνήσουν. Το σίγουρο πάντως είναι, ότι έχει μεγάλη δύναμη και μπορεί να νικήσει και το μεγαλύτερο θεριό. Μπορεί ακόμα και τον πιο ισχυρό άνθρωπο, να τον κάνει ανίσχυρο  και δούλο του, τόσο δυνατός είναι.

 
 Ότι και αν είναι, όπως και αν είναι προσέχετε παιδιά. Γιατί όσο καλός και γλυκός δείχνει, άλλο τόσο κακός και πικρός μπορεί να γίνει. Να κοιτάτε πάντα που απευθύνεστε και αν αυτό το άτομο μπορεί να μην διαψευσει τις προσδοκίες σας. Έτσι  σίγουρα δεν θα   καταφέρετε να  δείτε την αρνητική και άσχημη, πλευρά του έρωτα.

Αν κάποιος θέλει να προσπαθήσει να μου τον περιγράψει ευχαρίστως θα τον ακούσω. Γράψτε εδώ και εγώ θα τα δω και θα σας απαντήσω.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

ΤΖΑΚ Ο ΦΥΛΑΚΟΒΙΟΣ

Ο Δημήτρης, ήταν ένας άντρας γύρω στα σαρανταπέντε. Αυτός είχε μια μικρή βιοτεχνία, που τα τελευταία χρόνια δεν πήγαινε καθόλου καλά, λόγο κρίσης. Μια μέρα και  αφού τον είχαν πνίξει τα χρέη, αποφάσισε να κλείσει την βιοτεχνία. Έμεινε τότε χωρίς δουλειά, με την μόνη περιουσία ένα μικρό σπιτάκι και τον σκύλο του. Ο Δημήτρης δεν είχε, ούτε ψωμί να αγοράσει, τον συντηρούσε η εκκλησία με μια μερίδα φαγητό που του έφερνε κάθε μέρα. Από αυτή την μερίδα, έτρωγε αυτός και ο σκύλος του. Το βράδυ πάντα κοιμόντουσαν νηστικοί, αλλά το είχαν συνηθίσει πια. Μια μέρα ήρθαν και του έκοψαν το ρεύμα, καθώς οι λογαριασμοί είχαν μαζευτεί και δεν είχε να τους πληρώσει. Και δεν έφταναν όλα αυτά, άκουσε από κάποιον, ότι θα βάλουν χαράτσι ακόμα και στα καλύβια. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε, που θα έβρισκε χρήματα να τα πληρώσει; Αν δεν πλήρωνε, θα του έκαναν κατάσχεση το μικρό του  σπιτάκι και τότε θα βρισκόταν στους δρόμους.

Κάθε νύχτα από την πολύ σκέψη, ο Δημήτρης την έβγαζε στην καρέκλα. Ο ύπνος του χάθηκε και την θέση του την πήρε η αϋπνία.  Ένα βράδυ, εκεί που καθόταν ακουμπισμένος στην καρέκλα του και κάτω από την χλωμή φλόγα ενός κεριού, του ήρθε μια ιδέα. Ναι το βρήκα είπε χαμογελώντας. Το πρωί, με το που χάραξε η ημέρα, τράβηξε τον δρόμο του για το  γραφείο του φίλου του. Περίμενε αρκετή ώρα μέχρι επιτέλους εμφανίστηκε. Ο συμβολαιογράφος,  όταν τον είδε να περιμένει στα σκαλοπάτια του γραφείου του,  ξαφνιάστηκε. Στην αρχή δεν τον γνώρισε καθώς  η παχιά γενειάδα,   του έκρυβε το πρόσωπο. Αλλά και τα ρούχα του ήταν ξεθωριασμένα και  σκισμένα στην άκρη. Σε τίποτα δεν θύμιζε τον παλιό Δημήτρη,  που ήταν πάντα περιποιημένος και φρεσκοξυρισμένος. Όταν όμως του μίλησε  ,τον αναγνώρισε αμέσως από τη φωνή του. Δημήτρη εσύ είσαι; τον ρώτησε λίγο αναστατωμένος από την εικόνα που έβλεπε. Ναι φίλε μου, εγώ είμαι. Μα εγώ τρόμαξα να σε γνωρίσω, τι σου συμβαίνει φίλε μου;

Μπήκαν μέσα στο γραφείο και τράβηξαν πίσω τους την πόρτα. Εκεί ο Δημήτρης του διηγήθηκε όλα τα γεγονότα και τον λόγο που τον έφερε, έως εκεί. Όση ώρα του μιλούσε, ο Μιχάλης, έτσι έλεγαν τον συμβολαιογράφο, τον άκουγε προσεκτικά. Και θέλεις δηλαδή να γράψουμε πάνω στο σκύλο σου το σπίτι; ναι φίλε μου να χαρείς και για την αμοιβή σου μην σκέφτεσαι, κάποτε θα βρω να στα δώσω. Μόνο το σπίτι μην μου πάρουν και βρεθώ στο δρόμο, γιατί στο λέω αυτό δεν θα το αντέξω θα βάλω τέλος στην ζωή μου. Ο Μιχάλης, αφού άκουσε καλά τι ήθελε να κάνει ο απελπισμένος Δημήτρης, αποφάσισε να του κάνει την χάρη και γιατί όχι, το έχουν ξανακάνει και άλλοι άνθρωποι στο εξωτερικό  γιατί όχι και στην Ελλάδα. Έπιασε λοιπόν την πένα του και άρχισε να γράφει, η   μεταβίβαση για το  σπίτι πάνω στον σκύλο έγινε. Όμως είχε την επικαρπία ο Δημήτρης. Ε! ναι, αν γινόταν κανένα κακό, να ψοφήσει δηλαδή μη κακό ο σκύλος του, να του μείνει το σπίτι. Η επικαρπία είναι η κυριαρχία του σπιτιού καμουφλαρισμένη. Και έτσι η μεταβίβαση έγινε με αυτό τον όρο.

Μια μέρα έρχεται ο ταχυδρόμος και του φέρνει ένα χαρτί, ήταν το χαράτσι του σπιτιού. Φυσικά δεν πληρώθηκε, που λεφτά ο σκύλος ή το αφεντικό του. Άρχισαν να έρχονται ειδοποιήσεις από την εφορία, αλλά και πάλι τίποτα. Ένα πρωί, χτυπάει η πόρτα και ανοίγοντας ο Δημήτρης, βρίσκεται απέναντι σε έναν αστυνομικό. Τι θέλετε ρωτάει φοβισμένος; Ήρθαμε να συλλάβουμε για χρέη προς το δημόσιο, κάποιον Τζακ. Ο Δημήτρης φανερά στεναχωρημένος φωνάζει τον σκύλο του, Τζακ έλα έξω σε γυρεύουν. Τι είναι αυτό; είπε νευριασμένος ο αστυνόμος, με κοροϊδεύεις;  όχι κύριε, Τζακ δεν ζήτησες; ορίστε. Αφού έγινε μια κουβέντα και έδειξε και τα χαρτιά, ο σκύλος συλλαμβάνεται από τον αστυνομικό και πάει στο τμήμα. Από εκεί έρχεται το μεταγωγικό και τον πάει στις φυλακές κορυδαλλού.  Στις φυλακές, όλοι οι φυλακισμένοι συμπάθησαν αμέσως το άμοιρο ζώο. Ο Τζακ την έβγαζε φίνα εκεί. Είχε  το φαγητό του, με το ρεύμα του ήταν, με τους συγκρατούμενους φίλους του, τι άλλο ήθελε; Τον στεναχωρούσε βέβαια η απουσία του αφεντικού του, αλλά παρηγορούνταν από τις επισκέψεις που του έκανε.

Πως τα περνάς Τζακ εδώ; τον ρώτησε σε ένα επισκεπτήριο. Ο Τζακ γαύγισε ικανοποιημένος, πάχυνες μπαγάσα ε; θα σε καλοπερνάνε εδώ. Ο Τζακ πήγε κοντά του και τον κοίταξε με βλέμμα όλο λύπη, γιατί να μην μπορούσε να έρθει και το αφεντικό μου εδώ μέσα σκέφτηκε, μα δεν μπορούσε να μιλήσει. Ο Δημήτρης σαν να κατάλαβε την σκέψη του και του απάντησε. Ρε Τζακ λες να κάνω κάτι για να με φέρουν και μένα εδώ; είναι ωραία από ότι βλέπω, ούτε κρύο ούτε πείνα, ούτε αγώνας επιβίωσης, έχουν εδώ μέσα οι άνθρωποι.  Ο Τζακ κουνούσε γρήγορα την ουρίτσα του, ήταν σαν να συμφωνούσε με τα λόγια του αφεντικού του. Όταν τελείωσε το επισκεπτήριο, ο Δημήτρης έφυγε και τράβηξε τον δρόμο για το σπίτι. Στο δρόμο τα μάτια του φωτίστηκαν παράξενα, σαν να είχε ένα διαβολικό σχέδιο στο μυαλό του, Τι να σκέφτηκε άραγε το θολωμένο μυαλό από την πείνα και τις κακουχίες του Δημήτρη; Την άλλη μέρα πήραμε τις απαντήσεις και χορτάσαμε την περιέργεια μας. Οι εφημερίδες όλες έγραφαν για μια απόπειρα ληστείας ο δράστης συνελήφθη και με την διαδικασία του αυτοφώρου κρίθηκε ένοχος και τράβηξε τον δρόμο για τις φυλακές.

Τελικά οι μόνοι που την βγάζουν φίνα στην Ελλάδα τώρα πια, είναι οι φυλακισμένοι και οι πολιτικοί.

Μύριαμ Κ.Ρόδος

Τρίτη, 5 Φεβρουαρίου 2013

ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΚΟΜΜΑΤΑΚΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Στην χώρα μου τα πολιτικά κόμματα είναι θαυματουργά, έχουν καταφέρει να κάνουν κομμάτια τους ανθρώπους. Και όχι μόνο αυτό, αλλά η λέξη κόμμα σημαίνει πολλά στην Ελλάδα. Αν υπήρχε  ρήμα στο κόμμα, αυτό θα ήταν σίγουρα το κόψιμο. Μην πάει ο νου σας στην τουαλέτα; καλά όχι ότι δεν σου φέρνει κόψιμο και αηδία όλο αυτό που γίνεται εδώ. Αν βάλουμε και  τα ληγμένα που τρώνε οι άνθρωποι  ή από  τους σκουπιδοτενεκέδες, όλο και κάποια συσχέτιση έχει και αυτή λέξη. Εδώ εγώ όμως μιλώ για ένα άλλο κόψιμο, από το ρήμα κόβω. Αυτό χρησιμοποιείται κατά κόρον στη βουλή, από όλα τα κόμματα. Κομμάτιασαν τους μισθούς και τις συντάξεις,  κομμάτιασαν την υγεία την παιδεία, όλο τον κορμό μιας χώρας με λίγα λόγια.  Τίποτα δεν άφησαν ολόκληρο, όλα τα διαίρεσαν και τα κομμάτιασαν. Α! ξέχασα, άφησαν και κάτι ακομμάτιαστο να τα λέμε και αυτά, μην είμαστε άδικοι. Τις τιμές από τα καταναλωτικά αγαθά και τους μισθούς τους, αυτά δεν τα κομμάτιασαν οι φιλεύσπλαχνοι, αλλά ούτε και τα χαράτσια. Αντίθετα εδώ υπερισχύει το ρήμα κλέβω, τσεπώνω, φουσκώνω.


  Το μεγαλύτερο κόψιμο όμως από όλα το δέχτηκε η αξιοπρέπεια του Έλληνα, την έκαναν κομμάτια στην κυριολεξία, τόσο που πάνε να την αφανίσουν εντελώς. Στην βουλή πρέπει να κάνουν μάθημα και να κλίνουν κάθε μέρα το ρήμα κόβω, έκοψα, θα κόψω, τόσο σπουδαγμένα είναι τα  παλικάρια μας. Αφού  τόση εργασία και μελέτη κάνουν, για να το εμπεδώσουν και με τρόπο να μας το εφαρμόσουν. Τώρα εμείς σαν απάντηση, πρέπει να μάθουμε και να υιοθετήσουμε ένα άλλο ρήμα και σκέφτηκα, το παίρνω.

 Εγώ-Παίρνω- πίσω την ζωή στα χέρια μου
Εσύ-Παίρνεις- πόδι από την βουλή και την χώρα μου
Αυτός-Παίρνει- την απάντηση που πρέπει
Εμείς- παίρνουμε- αποφάσεις δραστικές
Εσείς-παίρνετε- την απόφασιση να δράσετε επιτέλους
Αυτοί- παίρνουν- την τιμωρία που τους αξίζει

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ ΣΤΗ ΡΟΔΟ

Ακούμε για φαντάσματα και πολλές φορές γελάμε. Όμως  δεν είναι για γέλια η υπόθεση που θα σας διηγηθώ  είναι για κλάματα. Το νοσοκομείο της Ρόδου έχει γεμίσει από φαντάσματα. Θα με ρωτήσετε από που προέκυψε αυτό και εγώ θα σας απαντήσω αμέσως. Έχετε επισκεφτεί σίγουρα όλοι σας ένα νοσοκομείο που κάποτε έσφυζε από ζωή, έτσι; Τι γίνεται όμως όταν η ζωή έχει παρθεί βίαια από αυτό; Θα σας απαντήσω και πάλι πάνω σε αυτό το θέμα. Μια μέρα επισκέφτηκα το νοσοκομείο μας, που κάποτε ήταν ένα από τα καλύτερα στα Δωδεκάνησα και όχι μόνο.Είχε τόσο ησυχία που τρόμαξα λιγάκι. Ο ένας όροφος μου είπαν είχε καταργηθεί, τώρα για ποιο λόγο δεν ξέρω. Έκανα τον περίπατο μου ανέμελα και χάζευα. Το γνωρίζω απέξω και ανακατωτά, σπιθαμή προς σπιθαμή το νοσοκομείο αυτό.

Ξαφνικά, βλέπω μια ιπτάμενη σύριγγα να περνάει πάνω από το κεφάλι μου, σκύβω λίγο τρομαγμένη. Μα τι γίνεται εδώ, αναρωτιέμαι; Και να τα φάρμακα, οι γάζες, οι οροί, ακόμα και γιατρούς ιπτάμενους είδα. Κρύφτηκα σε μια γωνιά φοβισμένη, μια νοσοκόμα ασπρουλιάρα με είδε και γέλασε, δεν έχεις ακόμα εξοικειωθεί με τα φαντάσματα μου είπε, ε; Με τρόμαξε η εμφάνιση της, αλλά πιο πολύ όταν την είδα να εξατμίζεται σαν σύννεφο. Μα τι συμβαίνει; ακόμα να καταλάβω εγώ, τι γινόταν εδώ. Ένας γεραλέος κύριος, με ένα αναπηρικό καροτσάκι ήρθε και στάθηκε μπροστά μου. Τι έχεις κοπέλα μου; με ρώτησε και είσαι τόσο τρομαγμένη; Δεν μπορώ να καταλάβω τι γίνεται εδώ κύριε, όλα είναι ιπτάμενα, εμφανίζονται και εξαφανίζονται στην στιγμή. Ο κύριος ευγενικός και τζέντλεμαν, δεν ήθελε να με τρομάξει θαρρώ.  Με πλησίασε και μου είπε, κοπέλα μου, εδώ κάποτε ήταν ένα νοσοκομείο που ερχόντουσαν οι άνθρωποι για να γιατρευτούν, τώρα όμως δυστυχώς άλλαξε και έγινε νεκροταφείο. Να, και εγώ ήρθα πριν ένα μήνα από τον  δικό σου τον κόσμο και ξαφνικά για ένα ορό βρέθηκα στον άλλο κόσμο. Δεν πολυκαταλάβαινα τι έλεγε ο κύριος αυτός. Μήπως είναι κανένας ψυχοπαθής; σκέφτηκα στην αρχή. Όμως σαν χάθηκε ξαφνικά, σαν όλα τα ιπτάμενα που έβλεπα, άρχισα να σκέφτομαι σοβαρότερα τι μπορεί να συμβαίνει. 

Αφού σκέφτηκα αρκετά, κατάλαβα ότι είχα να κάνω με ένα νοσοκομείο φάντασμα, που κάποιοι σκότωσαν και συνεχίζουν να σκοτώνουν ότι ζωή υπάρχει μέσα σε αυτό. Σαν το δικό μας νοσοκομείο, υπάρχουν πολλά στην Ελλάδα δυστυχώς, που τα τα τεμαχίζουν και αργά τα θανατώνουν. Πόσο απάνθρωποι είναι αυτοί οι πολιτικοί; που σκοτώνουν την υγειά και την κάνουν να μοιάζει με ένα φάντασμα; Το μόνο που μαρτυρά ότι κάποτε υπήρξαν τα νοσοκομεία, είναι τα φαντάσματα που ωρύονται μέσα σε αυτό. Η αγανάκτηση είναι μεγάλη, καθώς και η απελπισία ολόκληρου του νησιού μας. Πως άφησαν αβοήθητη έτσι την άλλοτε πανίσχυρη Ρόδο; μήπως θέλουν να της κόψουν τα φτερά; μήπως θέλουν να την ξεπουλήσουν; μήπως γενικά υπάρχει ένα σχέδιο αποδυνάμωσης και εξόντωσης της;

Εμείς όμως σαν γνήσιοι Ροδίτες δεν θα σας αφήσουμε έτσι, σας έχουμε αποδείξει στο παρελθόν ότι είμαστε μάχιμοι και πως πολεμάμε για τα δικαιώματα και τον τόπο μας. Δώστε μας πίσω την ζωή και τον ρυθμό μας, γιατί αλίμονο σας αν ξεσηκωθούμε.

Ροδίτης οργισμένος 
κράτος τελειωμένο
Με Τσαμπίκους μην τα βάζεις
μάχαιρα έδωσες; μάχαιρα θα   λάβεις.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

ΠΩΣ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΙ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ


Στο μυαλό μου έχω πλάσει έναν παράδεισο. Δεν ξέρω αν υπάρχει πραγματικός και πως είναι, αλλά εγώ τον δικό μου παράδεισο τον έχω φτιάξει πολύ όμορφο. Ο παράδεισος μου είναι ένα απέραντο λιβάδι, χωρίς φωνές και κραυγές απελπισίας. Παντού ακούς τιτιβίσματα από τα πολύχρωμα πουλιά, που κάθονται πάνω στα κλαριά και τραγουδούν τόσο αρμονικά. Οι μυρωδιές από τα λουλούδια, είναι διάχυτες παντού.  Την ημέρα κυριαρχεί η μυρωδιά από τις ανθισμένες γαριφαλιές και του όμορφου γιασεμιού. Όταν σουρουπώνει πάλι μια έντονη βαριά μυρωδιά από νυχτολούλουδα μου σπάει την μύτη. Κλείνω τα μάτια και μπαίνω μέσα στο λιβάδι.  Παντού χαμόγελα, δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος στεναχωρημένος, αρρώστια πουθενά, είναι άγνωστη στον δικό μου παράδεισο. Η θλίψη εκεί δεν υπάρχει. Γιατί  κανείς δεν φεύγει πουθενά, είναι όλοι κοντά στους αγαπημένους του ανθρώπους. Εκεί μέσα είναι και τα δικά μου χαμένα πρόσωπα και μου χαμογελούν συνέχεια ευτυχισμένα. Στιγμές, στιγμές, θαρρώ και ακούω  μια γνώριμη μελωδία, είναι ο ήχος από  την κιθάρα του πατέρα μου. Μου άρεσε τόσο πολύ να τον ακούω και έτσι τον έχω βάλει στην ορχήστρα του λιβαδιού μου.

Ο ήλιος  είναι τόσο λαμπερός μα δεν καίει, μας στέλνει τις ακτίνες του μόνο να μας χαϊδέψει και να μας ζεστάνει την καρδιά και το κορμί μας. Τα ρυάκια τρέχουν και πάνω στα καθάρια και γάργαρα νερά, οι  ζαβολιάρες ακτίνες του ήλιου, γελούν με λαμπυρίσματα.  Μοιάζει με ψευδαίσθηση η τόσο ομορφιά εκεί μέσα, αλλά δεν είναι.  Γιατί τον έχω ζυμώσει στην καρδιά και στο μυαλό μου και τον έκανα υπαρκτό μόνο για μένα. Να και τα ελαφάκια, τρέχουν χοροπηδώντας ανέμελα, δεν φοβούνται  τους ανθρώπους, γιατί δεν  τους κάνουν πια κακό. Μα ούτε και τα άγρια ζώα πια υπάρχουν, έχουν γίνει ήμερα και παίζουν με τους ανθρώπους. Όλοι  εκεί μέσα έχουν σύνεση και γνώση, παντού υπάρχει η αγάπη και αυτό είναι το μυστικό του παραδείσου μου. Όταν αρχίζει να βρέχει, για να δροσίσει και να ποτίσει τα δέντρα και την γη, οι άνθρωποι κάθονται κάτω από τις φυλλωσιές των δέντρων. Ένα παράξενο πράγμα, τα δέντρα κάνουν τόσο πυκνό το φύλλωμα των κλαδιών τους, που σταγόνα δεν πάει πάνω στους ανθρώπους, είναι σαν να θέλει να τους προστατέψει. Το νερό, το πίνει όλο η γη, για να ξεδιψάσει και να μας δώσει την όμορφη πράσινη βλάστηση του. Το βράδυ μαζεύονται άνθρωποι και ζωάκια, γύρω από μια μεγάλη φωτιά, που καίει, μόνο για να ζεστάνει και να φωτίσει  το μέρος. Όλοι κάθονται τριγύρω και σιγοτραγουδούν, κοιτάζοντας τα αστέρια που λαμποκοπούν και τρεμοσβήνουν ρυθμικά.

Έτσι φαντάζομαι και έτσι είναι ο δικός μου παράδεισος, που τον έχω πλάσει για να πηγαίνω εκεί όταν θέλω να ξεφύγω μια άσχημη κατάσταση. Χωρίς όνειρα και ελπίδα ο άνθρωπος δεν ζει και χρειάζεται να βάλουμε όνειρα ελπιδοφόρα, με εικόνες και χρώματα που μας αρέσουν. Φτιάξτε και εσείς τον δικό σας παράδεισο και κάθε φορά που θα βρισκόσαστε σε ένα άσχημο γεγονός, πηγαίνετε εκεί. Όμως μην μένετε πολύ, γυρίστε πίσω να προσπαθήσουμε όλοι μαζί εδώ, για να κάνουμε τον κόσμο όλο, ένα πραγματικό παράδεισο. Μαζί αν το δουλέψουμε, ίσως να μπορέσουν κάποια μέρα οι άνθρωποι, να βρουν αυτό που ονειρευόμαστε εμείς τώρα,  έναν πραγματικό παράδεισο.

Μύριαμ Κ. Ρόδος