Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Η ΜΑΡΙΚΑ Η ΖΗΛΙΑΡΑ

Η Μαρίκα ήταν γύρω στα εξήντα καθόλου όμορφη, μπορώ να πω, ότι έμοιαζε με την μάγισσα κλο κλο. Η μύτη της ήταν μακριά και γαμψή και έφτανε μέχρι το πιγούνι της. Τα μάτια της σου προκαλούσαν φόβο, ήταν γουρλωμένα και γεμάτα κακία.  Σε άνθρωπο δεν έλεγε καλημέρα γιατί τους θεωρούσε κατώτερους και χωριάτες. Η μαντάμ Σουσού, έτσι την κορόιδευαν όλοι και γελούσαν κάθε φορά που περνούσε και σήκωνε την μύτη της ψηλά. Αυτή τη γυναίκα, είχε την ατυχία να την παντρευτεί ο Μήτσος, ένα θύμα που δεχόταν κάθε μέρα, την βίαιη συμπεριφορά της. Δεν τον άφηνε να το κουνήσει ρούπι. Καφενείο δεν ήξερε τι θα πει, δουλειά σπίτι ήταν. Αν τολμούσε ας έκανε κάτι άλλο. Είχε πάντα τον πλάστη έτοιμο στα χέρια, χώρια τα πιάτα και τα γυαλικά που του πετούσε. Ευτυχώς παιδιά δεν έκανε, γιατί τα καημένα με τέτοια στρίγγλα μάνα, θα έβγαιναν και αυτά προβληματικά. Ο Μήτσος ήταν  κατά πολλά χρόνια μικρότερό της και γιαυτό  τον ζήλευε παράφορα. Δεν τολμούσε ο καημένος να ξεμυτίσει, τα λεφτά όλα στα χέρια της ήταν και πως να της ζητούσε να πάει καμιά φορά στο καφενείο; Άσε που ο ένας της βρώμαγε  ο άλλος της ξίνιζε, για όλους είχε να πει μια άσχημη κουβέντα για να απομακρύνει τον άντρα της από αυτούς.

Ρε γυναίκα, να πάω με τον μπάρμπα Μιχάλη να παίξω ένα τάβλι, που με φώναξε για να περάσει η ώρα; την ρώτησε  κάποια φορά. Μόλις το άκουσε αυτή, έβαλε τις φωνές, με τον βρωμόγερο ρε θες να παίξεις τάβλι; καλός είσαι και του λόγου σου. Ξέρεις τι πράμα είναι αυτός; συνέχισε να λέει η Μαρίκα, τι έχει; μια χαρά   άνθρωπος είναι. Δεν πρόλαβε να πει δεύτερη κουβέντα και έγινε ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος.  Όλη η γειτονιά τους άκουσε πάλι και να τα πιάτα και να ο πλάστης και ένας χαμός στο σπίτι. Αυτός ρε δεν είναι που πριν μερικά χρόνια ξελόγιασε μια παντρεμένη και την χώρισε; Ο καημένος όμως δεν απάντησε και τι να της έλεγε δηλαδή, σάμπως και τον άκουγε; το μόνο που θα πετύχαινε ήταν ένα καρούμπαλο παραπάνω. Την άλλη μέρα, καθώς πήγαινε στο χωράφι να δουλέψει, οι χωριανοί τον κοιτούσαν με λύπη. Ε! Μήτσο τι έπαθες; του είπε πειράζοντας τον ο Θανάσης, τίποτα έπεσα από την σκάλα και χτύπησα. Το κεφάλι του ήταν γεμάτα καρούμπαλα και μια μικρή γάζα δίπλα στο το μάτι του, μαρτυρούσαν την κακοποίηση του. Α! όλα και όλα η γυναίκα του μετά από κάθε καυγά,  φρόντιζε πάντα  τα τραύματα του. Είχε βλέπετε αυτό το καλό, τον συμπονούσε, άντρας της ήταν. Αυτός ντρεπόταν για το χάλι του και πάντα σηκωνόταν από τα χαράματα να πάει στην δουλειά, για να γλυτώσει από τα κουτσομπολιά και την κοροϊδία, μα  μερικές φορές συναντούσε στον δρόμο του ανθρώπους σαν τον Θανάση.

Πέρασαν τα χρόνια με τον καημένο τον Μήτσο να μην έχει ζήσει τίποτα στην ζωή του και να ήταν μόνο αυτό; Τα χρήματα του τα κρατούσε όλα αυτή, δεν του έδινε να αγοράσει ούτε τα αναγκαία. Χτες της ζήτησε χρήματα να αγοράσει ρούχα και κάλτσες που του τρύπησαν, εκεί σας θέλω να δείτε τι τράβηξε ο καημένος. Τι τα θέλεις τα καινούρια ρούχα έτσι ξαφνικά; ρε μπας και έμπλεξες με καμιά παστρικιά και θέλεις να αγοράσεις καινούρια ρούχα να κάνεις το γαμπρό; Ε τότε αυτός δεν άντεξε και για πρώτη φορά της αντιμίλησε, με τόνο που δεν άρεσε καθόλου στην Μαρίκα. Άκου να σου πω έχω και εγώ δικαίωμα να αγοράσω ένα ρούχο, θυμάσαι από πότε έχω να πάρω ρούχα; Εγώ δεν θυμάμαι, έχω ξεχάσει, ένα παντελόνι πριν μερικά χρόνια από τον γυρολόγο που μου έχεις πάρει και το κουστούμι του γάμο μου, που τώρα πια δεν μου κάνει γιατί πάχυνα. Είπε παραπονεμένος και δάκρυσε από αγανάκτηση.  Αν δεν ήταν και η αδελφή μου να μου φέρνει τα αποφόρια του γαμπρού μου, αυτή την ώρα δεν θα είχα ρούχο να φορέσω. Ένα πιάτο εκσφενδονίστηκε με μεγάλη ταχύτητα. Ευτυχώς όμως το μάτι του γυμνασμένο καθώς ήταν από τα ιπτάμενα αντικείμενα που έβλεπε κάθε τόσο, τον προειδοποίησαν και πρόλαβε να σκύψει. Ακολούθησε η ίδια σκηνή, ξύλο, φωνές και σπάσιμο αντικειμένων. Μετά σιωπή και τα φώτα έσβησαν, άλλο ένα ταραχώδες  βράδυ.

Τα χαράματα ο Μήτσος έφυγε για την δουλειά, η Μαρίκα σηκώθηκε να βγάλει τα μπικουτί της όπως κάθε πρωί. Έπειτα έκανε το καφεδάκι της και κάθισε στην αυλή να τον απολαύσει. Πέρασαν οι ώρες και άρχισε να σκοτεινιάζει, ο Μήτσος δεν φάνηκε ακόμα, ψύλλοι άρχισαν να γαργαλάνε τα αυτιά της Μαρίκας και όχι άδικα αυτή την φορά. Ο Μήτσος αποφάσισε σήμερα να το παίξει άντρας. Σηκώθηκε το πρωί αθόρυβα, άνοιξε το συρτάρι και πήρε δυο ολόκληρα κατοστάρικα. Στην δουλειά δεν πήγε, αλλά τράβηξε τον δρόμο του καφενέ. Όταν τον είδαν μέσα σταυροκοπήθηκαν, πως από τα μέρη μας του είπαν πειραχτικά οι συγχωριανοί του. Αυτός όμως, σήμερα δεν τους άκουγε, είχε σκοπό να περάσει όμορφα. Φτιάξε μου μια μερίδα καλαμαράκια και μια σαλάτα χωριάτικη έκανε την παραγγελιά του όλο καμάρι ο Μήτσος. Μετά πήρε μια μπύρα από το ψυγείο και άρχισε να πίνει και να καπνίζει το πούρο του, που μόλις είχε αγοράσει από το περίπτερο. Σε λίγο, να και η παραγγελιά, τα καλαμαράκια μοσχομύριζαν. Εκείνη την ώρα, έμπαινε μέσα και ο μπάρμπα Μιχάλης, που τον κοίταζε παραξενεμένος. Έλα κάθισε μαζί μου μπάρμπα Μιχάλη του φώναξε, εκείνος πήγε κοντά του και κάθισε δίπλα του. Ήταν ο μόνος που δεν τον ειρωνευόταν, ίσα ίσα που τον συμπονούσε, μα ποτέ δεν του το έδειχνε για να μην στεναχωριέται.

Η γυναίκα του εντωμεταξύ, έφαγε τον κόσμο να τον βρει, είδε ότι έλειπαν τα λεφτά και είχε αφρίσει από τα νεύρα της. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε,  ότι σίγουρα ήταν με κάποια γυναίκα. Άρχισε να ψάχνει όλα τα καφενεία. Πήγαινε στην πόρτα χωρίς να μιλήσει, κοιτούσε και έφευγε, γιατί αν ρωτούσε θα της έπεφτε η μύτη, άσε που δεν θα της απαντούσε κανείς. Έφαγε όλο το χωριό ο άντρας της πουθενά. Γύρισε στο σπίτι της παραμιλώντας και τρέμοντας από τα νεύρα, που θα πας δεν θα σε πιάσω στα χέρια μου; έλεγε και ξανάλεγε μόνη της. Καθώς ανοίγει την πόρτα βλέπει τον Μήτσο στην κουζίνα να πίνει νερό. Άρχισε να ουρλιάζει με την χοντροφωνάρα της και να ρωτάει επίμονα να της πει, που πήγε τα λεφτά και με ποια παστρικιά ήταν. Αυτός δεν μίλησε, κάτι κοιτούσε στην κουζίνα.  Τότε η Μαρίκα, αρπάζει τον πλάστη και αρχίζει να τον χτυπάει, ο Μήτσος πιάνει το τηγάνι και προσπαθούσε να αμυνθεί. Μα της Μαρίκας το χέρι έτρεχε σαν τον άνεμο, τόσα χρόνια τον χρησιμοποιούσε, ήξερε καλά να χειρίζεται τον πλάστη. Μάλιστα γάντζωσε πάνω του και με κλωτσιές και μπουνιές τον  χτυπούσε με μανία. Το τι κακό έγινε, δεν λέγεται. Οι γείτονες πρώτη φορά τρόμαξαν, είχε διάρκεια ο καυγάς και αυτή την φορά φώναζε και ο Μήτσος. Πήραν την αστυνομία τηλέφωνο, γρήγορα σας παρακαλώ γίνεται μεγάλο κακό στο σπίτι του Μητσου ελάτε, ελάτε είπε ο μπαρμπά Μιχάλης που κατάλαβε τι έγινε. 

Όταν ήρθε η αστυνομία αναγκάστηκε να σπάσει την πόρτα και να επέμβει. Ο Μήτσος είχε παντού αίματα και μώλωπες.  Πήγαν πρώτα στο νοσοκομείο να τον περιποιηθούν και μετά στο αστυνομικό τμήμα.  Η γλωσσού όμως αντρογυναίκα δεν έλεγε να το βάλει κάτω, ακόμα και εκεί μέσα απειλούσε με ξυλοδαρμό τον άντρα της. Ο αστυνόμος της φώναξε να καθίσει κάτω και άρχισε να μιλάει τώρα ο άντρας της.  Ξαφνικά της πέρασε ο τσαμπουκάς, της πέρασαν τα νεύρα, της πέρασαν τα πάντα. 

Η μαντάμ σουσού έμεινε στήλη άλατος, όταν άκουσε τον άντρα της να της ζητάει διαζύγιο, δεν  περίμενε ποτέ κάτι τέτοιο. Σταμάτησε και άκουγε με προσοχή αυτά που έλεγε ο Μήτσος. Της έριχνε κατηγορίες πολλές, για καθημερινό ξυλοδαρμό, για καταπάτηση της προσωπικής ελευθερίας του και για άλλα πολλά ακόμα. Είπε πολλά εκεί μέσα, μα η Μαρίκα δεν άκουγε, για πρώτη φορά λύγισε και άρχισε να κλαίει. Διαζύγιο; ζητάει διαζύγιο από μένα ο Μήτσος μου; δεν  μ'αγαπάει πια;  γιατί; έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό της. Δεν έμεινε άλλο εκεί γιατί δεν ήθελε, είχε πληγωθεί ο γυναικείος εγωισμός της. Από τότε η Μαρίκα, δεν ξαναείδε ποτέ πια τον Μήτσο. Ο Μήτσος  την ίδια μέρα έφυγε στην πόλη για πάντα, τώρα πια ήταν ελεύθερος να κάνει ότι θέλει.

Μύριαμ Κ. Ρόδος


Δεν υπάρχουν σχόλια: