Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

ΚΑΤΑΧΡΑΣΤΗΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ ΑΥΤΟΤΡΑΥΜΑΤΙΣΤΗΚΕ

Σε κάποιο  νησί, ζει  ένας  οικογενειάρχης άνθρωπος. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά στην ζωή του.  Έπιασε δουλειά στο ταχυδρομείο και ζούσε την οικογένεια του όπως όλοι οι άνθρωποι. Σιγά σιγά όμως με τον χρόνο, άρχισε να πίνει και να του γίνεται συνήθεια. Έφτασε σε σημείο να γίνει αλκοολικός. Άρχισαν τότε οι καυγάδες και οι γκρίνιες στην οικογένεια, καθώς το πιοτό τον έκανε νευρικό και άλλο άνθρωπο. Δεν έφτανε όμως το ποτό άρχισε και μια άλλη κακή συνήθεια,  τον τζόγο. Έμπαινε στο πρακτορείο του  Προπό και ξεχνούσε να βγει έξω. Έπαιζε όλα τα παιχνίδια που υπήρχαν εκεί, Κίνο, ποδόσφαιρο Λόττο, Τζόκερ και άλλα πολλά. 

Η κατρακύλα δεν άργησε να έρθει.  Τα παιδιά του που ήτανε μεγάλα ντρεπόταν με την συμπεριφορά του και προσπάθησαν να του μιλήσουν, αλλά αυτός δεν καταλάβαινε τίποτα.  Άρχισε μάλιστα να δανείζεται.  Όποιος του έλεγε όχι του έκανε καυγά μεγάλο και ζητούσε τον λόγο που δεν τον δάνειζαν. Μια μέρα από την υπηρεσία που δούλευε, παρατήρησαν ένα μεγάλο έλλειμμα και άρχισαν να το ψάχνουν. Διαπίστωσαν τότε ότι ο ταχυδρόμος καταχράστηκε τα  λεφτά,  για να ικανοποιήσει το πάθος του.  Όμως έκανε ακόμα ένα βαρύ παράπτωμα, έπαιρνε την σύνταξη κάποιου ανθρώπου που είχε πεθάνει από καιρό. Υπέγραφε εκείνος και έβαζε τα λεφτά στην τσέπη του. Όταν πια έγινε γνωστό η υπηρεσία κινήθηκε νομικά εναντίον του. Αυτός όταν το έμαθε για να γλυτώσει  την διαπόμπευση,  μαχαιρώθηκε. Τον πήγαν στο νοσοκομείο και αυτή την ώρα αναρρώνει. Αυτό το συμβάν, δεν είδε το φως της δημοσιότητας ακόμα, αν και είναι πολύ πρόσφατο. Εγώ το έμαθα από την φίλη μου που ζει σε αυτό το νησί και ξέρει καλά τους ανθρώπους και τα πράγματα του νησιού,  καθώς είναι κλειστή κοινωνία και όλα μαθαίνονται εύκολα. 

Η ιστορία αυτή  είναι πέρα για πέρα αληθινή.  Με αυτήν θέλω να πω στους ανθρώπους μακριά από τα ποτά και τον τζόγο γιατί είναι καταστροφικές συνήθειες  που εθίζουν και έχουν ολέθρια αποτελέσματα. Επίσης εσείς οι εργαζόμενοι να είστε τίμιοι στην δουλειά  σας γιατί ο ψεύτης και ο κλέφτης τον πρώτο χρόνο χαίρονται.
Μύριαμ Κ. Ρόδος

ΠΡΑΣΙΝΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ ΚΑΙ ΚΟΥΡΑΦΕΞΕΛΑ

Ο Καλλικράτης είναι ένα σχέδιο αποτυχίας, όπως φαίνεται πιάσαμε πάτο. Μας μιλούσαν για το περίφημο στρατηγικό σχέδιο Καλλικράτης, σαν να ήταν ένα σπουδαίο και καλά μελετημένο σχέδιο, που θα μας έσωζε ή έστω θα μας ανακούφιζε λιγάκι. Το σχέδιο απέτυχε και ο ασθενής ξεψύχησε. διάβασα το σχέδιο Καλλικράτης τι συμπεριλαμβάνει και  πήρα ένα μέρος από το σχέδιο να σας το δείξω τι λέει. 

18.    Μέτρο για την αξιολόγηση της επιτυχίας της είναι η αναβάθμιση της καθημερινότητας του πολίτη, η ενίσχυση της επαγγελματικής δράσης και της επιχειρηματικότητας, η αναβάθμιση του ρόλου των αιρετών και των συνθηκών εργασίας των εργαζόμενων της αυτοδιοίκησης, η σωστή διαχείριση των δημόσιων πόρων και η συμβολή στη δημοσιονομική ανάταξη και την αναπτυξιακή επανεκκίνηση της χώρας μας.

Λέει λοιπόν για να αξιολογηθεί η επιτυχία θα πρέπει να αναβαθμιστεί η καθημερινότητα του πολίτη.  Εμάς όχι  μόνο δεν αναβαθμίστηκε,   αλλά υποβαθμίστηκε τόσο που έφτασε κάτω από τα όρια της αξιοπρέπειας. Ακόμα μιλάει  ότι για ενίσχυση της επαγγελματικής δράσης και της επιχειρηματικότητας. Μάλλον το αντίθετο εννοεί γιατί η ανεργία είναι στα ύψη και οι επιχειρήσεις κλείνουν η μια μετά την άλλη. Όσο για την σωστή διαχείριση των δημοσίων πόρων, άσε να μην το συζητήσουμε, ξέρουμε καλά τι γίνεται. Αν ένα σχέδιο τέτοιο μπορεί να επανεκκινήσει  την χώρα μας, ε μπράβο πατήστε το κουμπάκι και ξεκινήστε πάλι από την αρχή.  Φροντίστε μόνο να είναι το σωστό κουμπί, γιατί στην δεύτερη φορά αποτυχία θα πατήσουμε εμείς το κουμπάκι της διαγραφής σας.
Μύριαμ Κ. Ρόδος

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

SOS ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΙΚΡΟΥΛΑ ΜΑΡΙΛΕΝΑ

Πριν λίγο καιρό, στο ιντερνέτ και μέσα από μια ομάδα, γνώρισα έναν εξαιρετικό άνθρωπο, την κυρία Άννα Κυρόζη. Από εκεί γνώρισα και έμαθα για  την Μαριλένα την κόρη της. Με μεγάλη έκπληξη διάβασα για πρώτη φορά,  για την  ασθένεια που πάσχει το παιδί, που ούτε καν την είχα ακούσει. Ήταν το σύνδρομο Οκαμότο που χτύπησε την πόρτα τους και ταλαιπωρεί ένα μικρό παιδί. Από τις πρώτες ώρες που ήρθε στον κόσμο, πάλευε και παλεύει για να κρατηθεί στην ζωή. Έχει κάνει μια σειρά από δύσκολες επεμβάσεις, για να αποκατασταθούν κάποιες ζωτικές λειτουργίες της. Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε πως σε όλο τον κόσμο μόνο τέσσερις περιπτώσεις με την ασθένεια αυτή έχουν διαπιστωθεί. Τα δυο παιδιά δυστυχώς δεν τα κατάφεραν και αυτή την στιγμή είναι στην ζωή μόνο   η Μαριλένα που παλεύει, με αυτό το άγνωστο θεριό και ένα άλλο ακόμα παιδί στην Ιαπωνία.

Το κράτος πάλι, ακόμα δεν πήρε θέση και δεν βοηθάει ουσιαστικά.  Ακόμα δεν έχει  συμπεριληφθεί το σύνδρομο στη λίστα των σπάνιων νοσημάτων του Υπουργείου Υγείας. Αν  ένα τέτοιο βήμα που επιβάλλεται και έπρεπε αμέσως μετά την διάγνωση να είχε αναγνωριστεί και δεν έγινε, φανταστείτε τώρα τι  παροχή βοήθειας   θα έχει η Μαριλένα στην ιατρική περίθαλψη και στις  καθημερινές ανάγκες της. Γιατί μια τέτοια ασθένεια χρειάζεται μια άλλη αντιμετώπιση, θέλει ειδικό σχολείο, ειδικές κινητικές ασκήσεις, λογοθεραπευτή και άλλα πολλά για την περίπτωσή της.  Όμως δεν υπάρχει πουθενά  η υποδομή αντιμετώπισης της ασθένειας.

Οι γονείς δίνουν ένα σκληρό αγώνα και δεν ζητάνε πολλά, θέλουν το παιδί τους να έχει έναν τρόπο καλύτερης αντιμετώπισης για μια καλύτερη ποιότητα ζωής. Η μάνα της Μαριλένας η κυρία Άννα καθημερινά αντιμετωπίζει ένα σωρό δυσκολίες, που όμως υπομονετικά και με χαμόγελο τις ξεπερνάει. Για μένα είναι ένας μικρός ήρωας που προσπαθεί να εξουδετερώσει τα  θεριά του συνδρόμου που  κάθε μέρα εμφανίζονται  και παλεύει  με νύχια και με δόντια  για  να μείνουν μακριά από την κορούλα της. Για να τα καταφέρει όμως χρειάζεται και την βοήθεια του κράτους που δυστυχώς ακόμα κωφεύει. Τα έξοδα είναι πολλά  για μια περίπτωση σαν αυτή και χρειάζεται να σταθούμε όλοι κοντά σε αυτό το αγγελουδάκι και  να το βοηθήσουμε να μπορεί να σταθεί, στα δικά του  ποδαράκια. Φανταστείτε την χαρά που θα πάρει όταν το καταφέρει αυτό. Να μπορεί να ντύνεται, να τρώει και να εξυπηρετείται μόνο του. Πράγματα που για τα υπόλοιπα παιδιά είναι εντελώς φυσιολογικά, αλλά για το κοριτσάκι αυτό θα είναι επίτευγμα.

Ελπίζω το κράτος να ξεβουλώσει τα αυτιά του και να ακούσει τις κραυγές της μητέρας, που φωνάζει απελπισμένα  εδώ και καιρό. Ακόμα ελπίζω πως κάποιος από την βουλή θα ευαισθητοποιηθεί και θα βοηθήσει την Μαριλένα.


Στο παραπάνω βίντεο θα δείτε την ιστορία της Μαριλένας

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Παρασκευή, 17 Αυγούστου 2012

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ

Μια φορά και ένα καιρό, ήταν ένα μικρό δεντράκι. Αυτό μεγάλωνε σε ένα  δάσος, μαζί με άλλα δέντρα. Hταν όμως  λίγο διαφορετικό.  Του άρεσε να ψάχνει,  να ρωτάει πράγματα και να μαθαίνει. Έτσι κάποια μέρα, έμαθε για τον Θεό και την δημιουργία της γης και ότι ζωντανό  είναι πάνω σε αυτήν.   Από τότε, του γεννήθηκε η επιθυμία να  γνωρίσει τον Θεό. Ήθελε να τον δει  και να τον ευχαριστήσει για την ύπαρξη του. Άρχισε λοιπόν να μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο.  Νόμιζε, πως όταν ψήλωνε αρκετά, θα έφτανε στον ουρανό και θα τον έβλεπε. Κάθε μέρα ρουφούσε  τις  ακτίνες του ήλιου που έφταναν στα φύλλα του, ώστε να γίνεται  η φωτοσύνθεση και να μεγαλώσει γρηγορότερα. Έτσι  άρχισε να γίνεται σιγά  σιγά ένα πανύψηλο  δέντρο, όμως ο Θεός πουθενά δεν φαινόταν. Άρχισε τότε να ρωτάει τα πουλιά, γιατί αυτά πετάνε ψηλότερα από όσο μπορούσε να φτάσει εκείνο. Καλά μου πουλάκια, εσείς που πετάτε ψηλά, μήπως έχετε συναντήσει τον Θεό; Τα πουλιά τον κοιτούσαν παραξενεμένα και πότε τον κορόιδευαν και πότε του έλεγαν, όχι δεν τον είδαμε.

Το δέντρο πήγαινε να σκάσει από την στεναχώρια, η επιθυμία του να δει την Θεό ήταν μεγάλη. Άρχισε τότε, να βάζει μαύρες σκέψεις στο μυαλό του. Μήπως δεν είμαι άξιος να δω τον Θεό; αναρωτήθηκε.  Γιατί δεν γίνεται, Θεός είναι και θα γνωρίζει ότι τον ψάχνω, έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του. Έτσι πέρασαν τα χρόνια και η επιθυμία του δεν ήταν δυνατόν να εκπληρωθεί. Άρχισε να μαραζώνει από στεναχώρια,  τα φύλλα του μαράθηκαν και έπεσαν κάτω στην γη, δεν ρωτούσε πια τα πουλιά. Ο κορμός του άρχισε να κυρτώνει και να γέρνει. Ένα βράδυ ήρθε να καθίσει στο δέντρο και να ξεκουραστεί, μια κουκουβάγια. Γεια σου, είπε και  χαιρέτησε το δέντρο,  τι έπαθες; πριν λίγο καιρό που πέρασα ήσουν όλο ζωντάνια τι σου συνέβη έτσι ξαφνικά; Το δέντρο δεν είχε όρεξη να μιλήσει, έπαθε βαριά κατάθλιψη και έτσι δεν του απάντησε. Η κουκουβάγια όμως που ήταν σοφή,  κατάλαβε ότι κάτι το βασάνιζε.

Άρχισε τότε, να του μιλάει και να του λέει πολλές ιστορίες,  μήπως και της μιλήσει. Αυτό όμως, κουβέντα δεν έβγαλε. Τότε η κουκουβάγια του είπε. Αν μου πεις τι έχεις, σου δίνω τον λόγο μου ότι θα σε βοηθήσω, ότι και αν έχεις. Τότε άκουσε  το δέντρο, να λέει χαμηλόφωνα.  Δεν νομίζω να μπορείς να με βοηθήσεις. Τόσα πουλιά ρώτησα και κανένα δεν με βοήθησε. Πες μου εσύ και θα δεις, του είπε η κουκουβάγια. Να, ήθελα τόσο πολύ να συναντήσω τον Θεό και να τον ευχαριστήσω που με δημιούργησε. Έκανα πολλές προσπάθειες, αλλά τίποτα, πουθενά δεν τον είδα, είπε λυπημένο. Σκέφτηκα μήπως δεν με θεωρεί άξιο και δεν θέλει να μιλήσει μαζί μου, γιατί Θεός είναι και θα ξέρει πως τον ψάχνω χρόνια τώρα. Η κουκουβάγια αφού άκουσε προσεκτικά το παράπονο του δέντρου του είπε. Τον Θεό τον ψάχνεις σε λάθος μέρος για αυτό δεν μπορείς να τον δεις. Και που έπρεπε να ψάξω για να τον βρω; είπε απορημένο το δέντρο. Ο Θεός δεν έχει σπίτι στον κόσμο, δεν κατοικεί  στο σύμπαν. Όμως θα σου πω που μένει για να τον βρεις σίγουρα. Ο Θεός λοιπόν μάθε πως κατοικεί, μέσα στην καρδιά και στην σκέψη μας. Αν υπάρχει καθαρότητα, αγνότητα και ξεχειλίζει η αγάπη   εκεί μέσα, τότε  θα μείνει για πάντα.

Το δέντρο προσπάθησε να καταλάβει το νόημα που ήθελε να δώσει  η κουκουβάγια.  Έμεινε αρκετή ώρα σκεφτικό και επιτέλους κατάλαβε τι ήθελε να πει. Σε ευχαριστώ για την πολύτιμη βοήθεια σου κουκουβάγια μου, εγώ θα φροντίσω να μην βγει ποτέ από εκεί μέσα. Από την άλλη μέρα κιόλας το δέντρο, άρχισε να βγάζει τα φύλλα του ξανά και σιγά, σιγά έγινε καταπράσινο πάλι. Φρόντιζε πάντα να έχει πυκνό φύλλωμα για να δίνει την σκιά του εκεί που θα την αναζητούσαν. Τα ζωάκια και κανένας περαστικός, όταν περνούσαν από αυτό το πλούσιο σε φύλλα δέντρο, καθόταν να ξαποστάσουν και να δροσιστούν και έτσι το δεντράκι ήταν ευτυχισμένο που μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του με αυτόν τον τρόπο. Και έτσι έζησε καλά το δέντρο βρίσκοντας τον Θεό και εμείς ακόμα καλύτερα που μάθαμε την κατοικία του.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2012

Η ΚΟΥΚΛΑ ΠΟΥ ΝΙΚΗΣΕ ΤΟΝ ΚΑΡΚΙΝΟ

Μια φορά και ένα καιρό, υπήρχε σε μια πόλη ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε κούκλες. Κάθε μέρα οι άνθρωποι που δούλευαν εκεί, συσκεύαζαν πολλές  και τις έστελναν σε διάφορες πόλεις για να πουληθούν. Υπήρχαν κάτι καλούπια, που έμπαιναν μέσα οι κούκλες και από εκεί, τις έβαζαν σε διάφορα μηχανήματα, για να τελειοποιηθούν. Οι κούκλες ήταν όλες όμορφες, με διάφορα χρώματα μαλλιών. Όταν ήταν έτοιμες, τις έντυναν με  ρουχαλάκια και μετά τις έβαζαν σε κάτι ωραία κουτιά, με ζελατίνες. Μια μέρα, καθώς γινόταν η ίδια διαδικασία, στην τελευταία κούκλα δεν έφτασε το μαλλί.  Όπως τις έφτιαχναν και τις συσκεύαζαν, έφτασε στα χέρια του εργάτη η καραφλή κούκλα. Μόλις την είδε σκέφτηκε, τι να κάνω τώρα;  Αν την πετάξω, πρέπει να  πληρώσω στο αφεντικό μου την ζημιά που έκανα, γιατί δικό μου ήταν το λάθος, δεν υπολόγισα σωστά το μαλλί που έβαλα στα μηχανήματα. Καθώς σκεφτόταν τι να έκανε, του ήρθε μια ιδέα.  Θα την συσκευάσω έτσι και αν μου που τίποτα θα πω ότι έτσι είναι το μοντέλο.

Την έβαλε λοιπόν σε μια ωραία ζελατίνα και την έστειλε μαζί με άλλες σε ένα μαγαζί για να της πουλήσουν. Η κούκλα αυτή, είχε ένα περίεργο θλιμμένο ύφος, δεν ήταν σαν τις άλλες χαμογελαστή. Το αφεντικό του καταστήματος όταν την είδε, την έβαλε σε άλλο ράφι με κάτι ξεχασμένα φτηνά παιχνίδια. Η κούκλα ήταν τώρα μόνη της και ήταν πιο θλιμμένη από ποτέ.  Μια μέρα, μπήκε στο κατάστημα ένα πολύ χαρούμενο κοριτσάκι. Η μητέρα της που της κρατούσε το χέρι της είπε, διάλεξε  όποια  κουκλίτσα θέλεις Τόνια μου, για να σου κάνω δώρο για τα γενέθλια σου. H Τόνια έκανε μια βόλτα στα ράφια με τα παιχνίδια, έδειχνε να μην την εντυπωσιάζει καμιά, ώσπου το μάτι της έπεσε στην καραφλή κούκλα. Μα γιατί είναι μόνη της αυτή η κούκλα; πολύ λυπημένη την βλέπω σκέφτηκε  και τότε άπλωσε το χέρι και την πήρε στα δυο χεράκια της. Να μαμά, αυτή θέλω, είπε και την έσφιξε πάνω της στοργικά. Η μαμά της την κοίταξε λίγο περίεργα.  Μα παιδί μου, τόσες ωραίες κούκλες έχει, αυτήν διάλεξες; Η μικρή τότε της απάντησε, ναι αυτήν θέλω οι άλλες κούκλες μοιάζουν όλες μεταξύ τους και είναι σαν αυτές που έχω σπίτι, εμένα αυτή μ'αρεσει, δεν θέλω άλλη. Τι να κάνει η μητέρα της, την αγόρασε. Η Τόνια χαρούμενη την έσφιξε στην αγκαλιά της και της ψιθύρισε, μην στεναχωριέσαι πια, τώρα θα είμαστε μαζί συνέχεια και δεν θα είσαι μόνη σου.

Πέρασαν πολλοί μήνες, από τότε που αγόρασε την κούκλα, η Τόνια όλη μέρα έπαιζε με την λυπημένη κουκλίτσα. Την έντυνε, την τάιζε με ένα μπιμπερό που είχε και δεν σταματούσε να της μιλάει για τα πάντα. Εκείνη όμως, πάντα ήταν θλιμμένη.  Ένα πρωί  η Τόνια αρρώστησε, έκανε πολύ πυρετό και  δεν έπεφτε.  Έφεραν τον γιατρό σπίτι και εκείνος αφού την εξέτασε προσεκτικά  είπε, πρέπει να κάνει μια σειρά εξετάσεων, βλέπω κάτι που με ανησυχεί. Οι γονείς του κοριτσιού, άρχισαν αμέσως να την τρέχουν εκεί που έπρεπε για να κάνει τις εξετάσεις. Όταν βγήκαν όλες οι εξετάσεις, διαγνώστηκε ότι η μικρή Τόνια πάσχει από καρκίνο. Η είδηση του κακού μαντάτου, έπεσε σαν κεραυνός μέσα στο σπίτι, όλοι έκλαιγαν κρυφά από το παιδί. Μετά το πρώτο σοκ,  η μητέρα οπλίστηκε με κουράγιο και ξεκίνησε έναν αγώνα, για να σώσει το παιδί της.

Έκανε εισαγωγή στο νοσοκομείο της Γαλλίας για μια επέμβαση. Αξέχαστη ημερομηνία για τους δικούς της, 14/9/11 και έπειτα άρχισε τις χημειοθεραπείες.   Μια επώδυνη διαδικασία για την Τόνια  που τρομαγμένη παραπονιόταν συνέχεια.  Η μικρή παρέα πάντα με την κουκλίτσα της, περνούσε τις δύσκολες ώρες. Τις μιλούσε για το κάθε τι και της έλεγε πως αισθανόταν. Σήμερα έχω πάλι αυτή την ένεση, που μετά μου φέρνει εμετούς και δεν μπορώ να φάω, έλεγε στην κουκλίτσα και έδειχνε κουρασμένη και εξαντλημένη. Μια μέρα άρχισαν να πέφτουν τα μαλλιά της, στην αρχή έκλαιγε πολύ, αλλά μετά της ήρθε μια ιδέα, να βάλω στην κούκλα μου τα δικά μου μαλλιά, τουλάχιστον αυτή να μην είναι καραφλή. Και άρχισε να της κολλάει όλες τις τρίχες που τις έπεφταν. Τότε η κούκλα από λυπημένη που ήταν, άρχισε να παίρνει ένα χαρούμενο ύφος, που το πρόσεξε αμέσως η μικρή. Κουκλίτσα μου αυτή ήταν η λύπη σου; τα μαλλιά; Η κούκλα που ζωντάνεψε μόλις μπήκε η πρώτη τρίχα στο κεφάλι της, άρχισε να μιλάει με την Τόνια, μα μόλις ερχόταν κανένας γινόταν πάλι μια συνηθισμένη κούκλα.

Τόνια μου όταν κοιμάσαι, έρχεται ο καλός σου άγγελος και σε χαϊδεύει, μου είπε μάλιστα να σου πω να μην φοβάσαι και όλα θα πάνε καλά. Αλήθεια; ρωτούσε το κοριτσάκι την κουκλίτσα της και φαίνεται να έπαιρνε πολύ κουράγιο από τα λόγια της. Ναι της απαντούσε εκείνη, θα δεις μετά κάτι ωραία μαλλιά που θα ξαναφυτρώσουν.  Έρχεται κάθε βράδυ  και σε ραντίζει με ένα μαγικό υγρό για να σε κάνει καλά. Από την ημέρα εκείνη που της μίλησε η κουκλίτσα, η Τόνια έπαψε να φοβάται και τα αντιμετώπιζε όλα γενναία χωρίς παράπονο. Η μητέρα της που είδε αυτή την αλλαγή, δεν καταλάβαινε τι έγινε ξαφνικά, όμως ήταν πιο αισιόδοξη ότι η κορούλα της θα γινόταν καλά. Ο καρκίνος μισεί θανάσιμα και φοβάται, την αισιοδοξία, την δύναμη και το κουράγιο. Η μικρή χάρη στην κούκλα και το    μικρό μυστικό για τον άγγελο, βρήκε ξανά το κουράγιο και το χαμόγελο. Τώρα ήξερε, είχε το  το όπλο να πολεμήσει τον καρκίνο.  Η κούκλα της είπε καθαρά, η αρρώστια σου, θέλει να της κάνεις  επίθεση κατά μέτωπο χωρίς φόβο, γιαυτό και σε ραντίζει το αγγελάκι να πάρεις δύναμη και έτσι θα γίνεις καλά.  Ο καρκίνος όταν είδε την μικρή Τόνια να αγωνίζεται και να χαμογελά, άρχισε να τρέπεται σε φυγή, το κοριτσάκι  τον ξεφορτώθηκε επιτέλους.

Σε λίγο καιρό άρχισαν να βγαίνουν τα μαλλάκια της και είχαν γυρίσει σπίτι. Ξέρεις τι πρόσεξα σήμερα; είπε η Τόνια στην κούκλα της. Τι; ρώτησε εκείνη, μοιάζουμε τώρα με τα μαλλιά, ξανθιά εσύ, ξανθιά και εγώ και τότε άρχισαν να γελάνε πολύ   οι δυο τους. Ήταν φανερό ότι πέρασαν τα δύσκολα και ποτέ δεν θα ερχόταν πίσω. Μια μέρα ρώτησε πάλι την κούκλα το κοριτσάκι, ο άγγελός μου δεν ξαναφάνηκε από τότε; η κούκλα γύρισε το κεφάλι από την άλλη μεριά για να μην την δει η Τόνια  και έσκασε ένα γελάκι πονηρό. Όχι, δεν τον είδα από τότε Τόνια μου.  Φαίνεται πως έρχεται μόνο όταν τον έχουν ανάγκη και εσύ δεν έχεις πια. Πέρασαν τα χρόνια και η Τόνια έγινε μια όμορφη δεσποινίδα, τίποτα δεν θύμιζε ότι αυτό το κορίτσι,  πέρασε κάποτε τέτοια δοκιμασία.  Και έτσι η Τόνια έζησε καλά   και εμείς καλύτερα.
Μύριαμ Κ. Ρόδος 

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

ΕΝΑ ΑΝΤΙΟ ΣΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΡΟΥΒΗΜ

Πριν δυο χρόνια είχα πάει σε ένα χωριό της Ρόδου μαζί με την φίλη μου. Σκεφτήκαμε να περάσουμε από ένα καφενείο, για να γνωρίσουμε και από κοντά την Χάρη και τον Ρουβήμ. Όταν ανεβήκαμε τα σκαλάκια του καφενείου, είδαμε τον Ρουβήμ να κάθεται παρέα με δυο φίλους του,  στην γωνιά. Η Χάρη έψηνε εκείνη την ώρα, εμείς συστηθήκαμε με τον Ρουβήμ και καθίσαμε σε ένα γωνιακό τραπεζάκι, έξω στην αυλή. Ο Ρουβήμ φώναξε την Χάρη να μας γνωρίσει, εκείνη μας πλησίασε φορώντας ένα όμορφο πλατύ χαμόγελο. Η Χάρη ήταν η ψυχή  του μαγαζιού, με την απλότητα,  την εγκάρδια καλοσύνη της και το χαμόγελο που σε έκανε να την αγαπήσεις αμέσως. Ήρθε κάθισε κοντά μας και αρχίσαμε να πολυλογούμε, γελούσαμε συνέχεια.  Εγώ ήπια δυο μπυρίτσες και η φίλη μου η Ελένη επειδή θα οδηγούσε, πήρε έναν καφέ. Μείναμε αρκετή ώρα και κάποια στιγμή σηκωθήκαμε και μπήκαμε μέσα στο μαγαζί, για να μας δείξει ο Ρουβήμ τους πίνακες του. Ήταν όλοι στολισμένοι και θαρρείς ότι καμάρωναν που ήταν σε έναν τόσο όμορφο χώρο. Τα τραπέζια ήταν όμορφα στολισμένα με πολύ μεράκι.  Όπου και να γυρνούσε το μάτι σου, θα έβλεπες κάτι όμορφο και πάντα με την πινελιά του παραδοσιακού,  χωριάτικου στιλ.

Έξω στην αυλή ήταν η ψησταριά και γύρω γύρω, τα  τραπεζάκια. Οι τοίχοι της αυλής ήταν ζωγραφισμένοι και αυτό που μ'άρεσε πολύ και έκλεψε την προσοχή μου, ήταν   κάτι κολοκύθες χρωματιστές,  που αιωρούνταν.  Ήταν ένα όμορφο καφενείο με έντονο χωριάτικο χρώμα,  όλο ζωντάνια, που εκεί μέσα,  γινόταν γλέντια και χαρές. Ένα καφενείο με την δική του ξεχωριστή ιστορία. Αν μπορούσε να μας μιλήσει, θα μας έλεγε όσα είδε και άκουσε μέσα στον χώρο του. Σίγουρα σε έναν καφενέ συζητούνται τα πάντα, από προβληματισμούς, γεγονότα χαράς,  μα και λύπης.  Λίγο πριν φύγουμε η Χάρη πήγε σπίτι και μας έφερε κάτι πολύ όμορφες πέτρες της θάλασσας, που είχε ζωγραφίσει ο Ρουβήμ και που τις έχω στολισμένες τώρα στο σπίτι μου. Όταν πήγα να πληρώσω τα ποτά μας (κόντευα να φάω ξύλο)  δεν με άφηναν με τίποτα, ήταν κερασμένα από εκείνους.  Φύγαμε με μια πολύ ωραία διάθεση και την αίσθηση ενός παραδοσιακού χώρου.

Μετά από λίγο καιρό, ακολούθησε το ατύχημα της Χάρης και του Ρουβήμ. Αυτό ήταν η αιτία,  που  δυστυχώς την άφησε μακριά από το μαγαζί. Ο Ρουβήμ και η Χάρη πέρασαν πολύ δύσκολα από αυτό το ατύχημα, με τις τραυματικές εμπειρίες. Όμως σε αυτό  το ατύχημα, υπήρξε ακόμα ένα θύμα, ο καφενές.   Που δυστυχώς δεν άντεξε στις αντίξοες συνθήκες που επικράτησαν. Λυπήθηκα πολύ όταν το έμαθα και ξέρω πως και εκείνοι θα είναι στεναχωρημένοι πολύ περισσότερο, γιατί το αγάπησαν, καθώς ήταν ένα κομμάτι της ζωής τους. Τέτοια μαγαζιά θα έπρεπε να επιχορηγούνται για να διατηρείται ζωντανή η παράδοση. Το καλό της υπόθεσης είναι ότι η Χάρη είναι καλά και πάντα της εύχομαι,  να είναι γερή και χαμογελαστή. Ρουβήμ και Χάρη δεν πειράζει που έκλεισε ο καφενές θα μείνει ανοιχτός στις καρδιές όλων όσων πέρασαν από εκεί.

ΠΑΤΗΣΤΕ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΕΝΑ ΒΙΝΤΕΟ ΜΕ ΤΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΤΟΥ ΡΟΥΒΗΜ

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

ΑΚΕΦΑΛΗ ΚΑΙ ΤΥΦΛΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

Έψαξα να βρω τον ορισμό της δικαιοσύνης. Με τον όρο δικαιοσύνη χαρακτηρίζεται γενικά η ιδιότητα ή το γνώρισμα του δικαίου. Με τον ίδιο όρο επίσης χαρακτηρίζεται και η απονομή του ως και το σύνολο της δικαστικής εξουσίας, ή ακόμα και η εποπτεύουσα Αρχή αυτής π.χ. το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Η δικαιοσύνη επιβλέπει να τηρούνται οι νόμοι κατά γράμμα. Όταν δεν τηρούνται σωστά οι νόμοι, η δικαιοσύνη έχει χρέος  να παρεμβαίνει και να τιμωρεί αυτούς που αθετήσαν και καταπάτησαν τους νόμους. Αλλιώς για ποιό κράτος δικαίου μιλάμε; Η δικαιοσύνη επίσης είναι  μια  ξεχωριστή,  εξουσία και έχει χρέος να προστατέψει τον πολίτη από κάθε αδικία και κάθε εγκληματική ενέργεια εις βάρος του. Για τον λόγο αυτό διορίζονται πρόσωπα που θεωρούνται άξια να την υπηρετήσουν. Επίσης δεν πρέπει να κάνει διακρίσεις, ανάμεσα σε  πολίτες και πολιτικούς. Υπάρχουν πολύ σοφά αποφθέγματα που δείχνουν την σπουδαιότητα και την ουσία  της δικαιοσύνης.  Σας  βάζω λίγα που μου αρέσουν, για  να τα δείτε.


«Η δικαιοσύνη ανυψώνει το έθνος.»




«Καθώς φαίνεται, η δικαιοσύνη είναι τετράγωνη, σ' όλα τα μέρη ίση και όμοια.»




«Τα άτομα υπακούουν στους δυνατούς, αλλά σέβονται μόνο τους δίκαιους.»



Αυτά τα τρία αποφθέγματα τα λένε όλα. Στην Ελλάδα δυστυχώς η δικαιοσύνη αρρώστησε βαριά και δεν μπορεί πια να αποδώσει, για αυτό φτάσαμε σε αυτά τα χάλια. Έπρεπε από καιρό, να τραβήξει αρκετά αυτιά και να  στείλει πολλούς  εκεί που τους πρέπει. Όμως με τον περίφημο  νόμο αυτό, της άρσης της ασυλίας, γλυτώνουν όλοι οι παρανομούντες πολιτικοί. Βλέπουμε την δικαιοσύνη να απεικονίζεται  κρατώντας μια ζυγαριά,  και να έχει δεμένα τα μάτια γιατί άραγε; είναι τυχαίο; Αν και η δική μας δικαιοσύνη ακολουθούσε  το  αρχικό πρότυπο,   δηλαδή να έχει κλειστά τα μάτια και να μην βλέπει αν το άδικο προερχόταν από τους αξιότιμους βουλευτές, τότε θα δίκαζε και θα καταδίκαζε όλους αυτούς τους δυνάστες. Η χώρα μας δεν θα έφτανε σε αυτά τα χάλια σίγουρα. Αισθανόμαστε τα  δικαιώματα μας  να καταπατούνται βάναυσα. Ο  κόσμος πριν να αρχίσει να  υποφέρει,  κανονικά έπρεπε να είχε   επέμβει και να έβαζε τα πράγματα στην θέση τους.

Όπως λέει και ο Σολομών, η δικαιοσύνη ανυψώνει το έθνος.  Αφού υπάρχει τόση αδικία στην μεταχείριση του πολίτη και είναι αγανακτισμένος, είναι φυσικό η χώρα, αντί να υψώνεται να πέφτει στο έδαφος και να αργοπεθαίνει. Μια δικαιοσύνη επίσης πρέπει να λειτουργεί με μια αμοιβαιότητα, έκανες καλό θα σου το αναγνωρίσουν, έκανες κακό θα τιμωρηθείς και θα δικαστείς.  Αλλά που, τέτοιο πράγμα να δούμε εμείς. Το τελευταίο απόφθεγμα λέει πολύ σωστά, ότι τα άτομα σέβονται μόνο τους δίκαιους, αν δεν μπορούν να είναι δίκαιοι να περιμένουν και να ξέρουν ότι δεν θα τους σεβαστούν και θα επικρατήσει ο νόμος της  ζούγκλας   και άντε μετά,  να τους μαζέψουν. Γιατί αν ένας που πεινάει, πάει  και κλέψει και συλληφθεί   θα πει,  οι άλλοι οι κουστουμάτοι που μας φέρανε μέχρι εδώ, τρώγοντας με χρυσές κουτάλες  και δεν έχουμε να φάμε, γιατί δεν τιμωρούνται; Και άντε εσύ δικαιοσύνη άδικη να απαντήσεις.
Μύριαμ Κ. Ρόδος

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

TO MAΓΙΚΟ ΨΑΛΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΑΒΑΤΟΡΙΟ.

Εδώ και αρκετό καιρό,  βλέπω ένα  ένα μαγικό ψαλίδι παντού, που δεν λέει ποτέ, να σταματήσει το κόψιμο. Επίσης υπάρχει  και το αναβατόριο, που όλο ανεβάζει τις τιμές στα  πράγματα.  Το ψαλίδι θαρρείς και είναι καταραμένο, γιατί κόβει όλους τους  μισθούς  και  όχι μια φορά αλλά συνέχεια, ίσως γιατί τους θεωρεί υπερβολικά μεγάλους. Κόψιμο στις συντάξεις, στα δώρα, στην υγεία.  Τα φάρμακα είναι πια πολύ δύσκολο να αγοραστούν, καθώς το μαγικό ψαλίδι εμποδίζει τους ανθρώπους να τα πάρουν. Κόψανε την παιδεία με τρόπο πραγματικά θαυμαστό, στον νέο  κόσμο των ψαλιδισμάτων. Κόψανε την αξιοπρέπεια του πολίτη, της γιαγιάς και των παππούδων. Κάποτε είχα δει ένα έργο με τον ψαλιδοχέρη, που  ίσως  να το έχει σκάσει από το Χόλιγουντ  και να μας κουβαλήθηκε εδώ.

Όμως μαζί με το ψαλίδι, μας κουβαλήθηκε και το αναβατόριο, που όλο ανεβάζει τα πράγματα πάνω και τα πάει στα ύψη.  Ανέβασμα στην ΔΕΗ, ανέβασμα σε όλα ανεξαιρέτως τα είδη. Φουσκωμένοι σαν γκαστρωμένοι όλοι οι λογαριασμοί.  Αν πεις για το εκκαθαριστικό της εφορίας;   εγκεφαλικό παθαίνεις όταν το  πάρεις στα χέρια σου. Σκέφτηκα μήπως το ψαλίδι φταίει για αυτή την εγκυμοσύνη των λογαριασμών.  Το άτιμο κάτι κάνει και έχει γκαστρώσει τα πάντα. Και έπειτα ο κόσμος φωνάζει, γιατί δεν ξέρει πως αυτό το μπαγάσικο είναι ερωτιάρικο και πηγαίνει κρυφά τις νύχτες και όλα  τα φουσκώνει. Δεν άφησε τίποτα, μέχρι και τα βενζινάδικα επισκέφτηκε και αντί για να σου συμπληρώσουν αέρα στα λάστιχα όταν βάζεις βενζίνη, αυτοί σου φουσκώνουν τον λογαριασμό της βενζίνης. Καλό θα είναι εμείς οι άνθρωποι να τα βάλουμε με το ψαλίδι και το αναβατόριο, γιατί είναι κρίμα να μαλώνουμε τους αξιότιμους  πολιτικούς μας άδικα.  Το καλό με το αναβατόριο είναι ότι πας δωρεάν στον Άγιο Πέτρο. Ούτε εισιτήριο δεν θέλεις, μια και σου ανεβάζει τα πάντα. Σου ανεβάζει την πίεση, τους παλμούς της καρδιάς, το αίμα στο κεφάλι,  τα νευρικά συστήματα, σε στέλνει αδιάβαστο με λίγα λόγια.

 Μερικοί άνθρωποι δεν ξέρω  γιατί, θολώνει ξαφνικά το μάτι τους, μόλις δουν κανένα φουσκωμένο λογαριασμό και τότε γίνονται άγρια θεριά. Άσε που το δίδυμο αυτό του ψαλιδιού και του αναβατόριου,  κάνουν μερικούς να αυτοκτονούν.  Μήπως θα πρέπει να βρούμε τρόπο να τα διώξουμε από εδώ;

Σκέφτηκα να τα χαρίσουμε στην Μέρκελ, αυτή σίγουρα θα χαρεί, μια και της αρέσουν τα παράξενα παιχνιδάκια. Σκεφτείτε στα χέρια της το ψαλίδι.  Αλήθεια πόσα θα μπορούσε να κάνει με αυτό,  έτσι; Θα έκοβε ότι έβρισκε μπροστά της μια που έχει τόσο μανία με το κόψιμο, ίσως  να την έπιανε κόψιμο μετά από την πολύ δουλειά, αλλά δεν πειράζει, θα φτιάξει και την σιλουέτα της. Ακόμα σκέφτηκα να την βαφτίσω Μέρκελ η ψαλιδοχέρα.  Πιστεύω είναι πολύ σικ όνομα και θα της αρέσει. Αν θέλει βέβαια, μπορεί να τα μοιραστεί και με τους κύριους ελεγκτές, που μας κάνουν συχνά πυκνά επίσκεψη, για να μας τσεκάρουν αν αντέχουμε ακόμα. Άντε πάλι τυχεροί για να δείτε εμείς είμαστε πολύ γενναιόδωροι και μεγαλόψυχοι.  Όχι σαν εσάς, που άρον άρον σταύρωσων αυτούς.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

ΜΟΝΟ Ο ΠΑΚΙΣΤΑΝΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΙΜΩΡΗΘΕΙ;

Διαβάζω όλες αυτές τις μέρες, τις κατηγορίες για αυτό το τέρας, που χτύπησε βίαια και με λύσσα ένα παιδί, δεκαπέντε χρονών. Σίγουρα θα πρέπει να τιμωρηθεί, για αυτό που έκανε στο κορίτσι, δεν το συζητάω. Όμως το άλλο που με προβληματίζει είναι, ότι μόνο αυτός θέλει τιμωρία; Τιμωρία κατά την γνώμη μου, θέλουν όλοι αυτοί που τους περιθάλπουν και τους δίνουν στέγη και δουλειά. Γιατί βέβαια αυτό τους βολεύει, όταν παίρνουν έναν λαθραίο και τον εκμεταλλεύονται για ένα κομμάτι ψωμί, ούτε ΙΚΑ, ούτε σύκα πληρώνουν  και τους έρχεται πολύ φθηνότερα, αφού είναι παιδιά για όλες τις δουλειές.

Όμως δεν αναλογίζονται τι σόι άνθρωπος, μπορεί να είναι αυτός ο τύπος.  Αυτοί βλέπουν την προθυμία για δουλειά  και αυτό φαντάζει στα μάτια τους σαν καλοσύνη εκ μέρους τους. Με φώναζε μαμά, λέει η εργοδότης του, που τον φιλοξενούσε.  Εσένα κάργια, έπρεπε να πνίξει πρώτα και μετά να πάει στο κορίτσι. Γιατί αν δεν τους δίνατε δουλειά, δεν θα έμεναν λεπτό στην Ελλάδα, αλλά θα έφευγαν όπως ήρθαν.Έπειτα η πολιτεία τι κάνει για να μας προφυλάξει; τίποτα όπως πάντα, αυτή είναι καλή στο να μας φορολογεί και να μας γονατίζει μόνο. Οι λαθρέμποροι, με τι ποινή πληρώνουν όταν τους πιάνουν; Αυτοί είναι η αιτία του κακού και θα πρέπει η ποινή να είναι σκληρή και παραδειγματική, για να σταματήσουν να μας τους κουβαλάνε, με την οκά μέσα στην χώρα μας.

 Εγώ εύχομαι όπως όλος ο κόσμος να γίνει καλά το κορίτσι.  Αλλά πιστεύω πως μπορεί το σωματάκι του να γίνει καλά (αν γίνει).  Αλλά δυστυχώς, η ψυχούλα του θα είναι βαριά τραυματισμένη για πάντα. 

Μύριαμ Κ. Ρόδος

ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΝ ΕΦΟΡΙΑ


Κυρία εφορία μου, ο λόγος δηλαδή το λέει κυρία μου, μια και μαθαίνω δεν είσαι καθόλου κυρία με αυτά που κάνεις στον κοσμάκη. Ετοιμάζεσαι να μου στείλεις την λυπητερή στο σπίτι. Οι περισσότεροι φίλοι μου την λάβανε και είναι απεγνωσμένοι. Άκου καλά τι θα σου πω, πριν μου στείλεις το σιχαμερό χαρτάκι σου.

1) Μέσα στους φόρους, να μην υπολογίσεις τους φρουρούς της Βουλής, εμένα δεν με ρώτησες αν θέλω να τους πληρώνω. Δική σου πρωτοβουλία είναι, να τα πληρώσεις εσύ.

2) Ταξίδια άσκοπα στους βουλευτές, με ξενοδοχεία πολυτελείας και γεύματα με αστακούς, πάλι δεν πληρώνω, βρες τα από αλλού. Αμάξια αλεξίσφαιρα που κοστίζουν δέκα χρόνια φαγητό σε μια πολυμελή οικογένεια, δεν πληρώνω. Πισίνες και κυλικεία της βουλής, ούτε να το φανταστείς να με φορολογήσεις. Να φέρνουν σάντουιτς από το σπίτι τους όπως κάνουμε εμείς, να περιδρομιάζονται. Όσο για τις πισίνες να πηγαίνουν στην θάλασσα που έχει και ιώδιο να δροσίζονται, μπας και το ιώδιο κλείσει καμιά τρύπα στον εγκέφαλο τους, γιατί πολύ αέρα πήραν τα μυαλά τους και το είδαν όλοι βασιλιάδες Μίδες.

3) Εκείνον τον ρημαδοφρουρό στην Μιμή ποιός τον διόρισε; εκεί να πας να σε πληρώσουν, ούτε μισό ευρώ μην τολμήσεις να μου κρατήσεις γιατί θα τα ακούσεις από την καλή και την ανάποδη.

4) Σε ότι αγοράζουμε δεν κρατείτε ο φόρος; γιατί τότε μας βάζετε να τον ξανά πληρώσουμε;

5) Πληρώνουμε όλο τον χρόνο ιατρική περίθαλψη ναι η όχι; Και φυσικά πληρώνουμε. που είναι τότε; να πας σε αυτούς που τα τρώνε και δεν δίνουν τα χρήματα αυτά και εμείς πεθαίνουμε χωρίς φάρμακα και νοσηλεία και να τους τα πάρεις εις τριπλούν. Αυτοί είναι οι φοροφυγάδες και κλέφτες, που πρέπει να κυνηγήσεις. 

6) Θέλω τα κριτήρια αυτά που μας φορολογείς και μας στέλνεις τέτοιες καμπανιές. Στην ΔΕΗ γιατί πληρώνουμε έξτρα φόρους; με πόσα πρόσωπα κρυφά είσαι; φόρους από εδώ φόρους από εκεί μας έχεις καταστραγγίξει.
7) Την Τρόικα εσύ μας την κουβάλησες, δική σου φίλη είναι, να την ταΐσεις εσύ εμάς δεν μας περισσεύουν. Αν είσαι φιλεύσπλαχνη και ψυχοπονιάρα πλήρωνε την από την δική σου τσέπη, εγώ υπογραφή για δανεικά δεν έβαλα και να με αφήσεις απέξω κατάλαβες;

8) Το αφορολόγητο των 5000 τι είναι; σε ότι πάρουμε φόρο πληρώνουμε, ψωμί φαγητό, φάρμακα, μέχρι και στις δημοτικές τουαλέτες έχετε πλοκάμια. Αν δεν κρατάς λεφτά, μέσα δεν μπαίνεις γιατί; Αν κάποιος δεν έχει μία να τα κάνει πάνω του; αλλά νόμιμα δεν μπορώ να πω ε; σου δίνουν και χαρτάκι για να δείξεις στην εφορία πόσες φορές κατουρήθηκες, μπράβο, μπράβο οργανωμένη σε βρίσκω. Οπότε τι αφορολόγητο και κουραφέξαλα μου λες; είναι μια μέθοδος σου για να παίρνεις όσο περισσότερα μπορείς. 

9) Τώρα που θα στείλεις όλα τα μπιλιετάκια κανόνισε μην μάθω ότι βάρεσες κάποιον πολύ και αυτοκτόνησε από απελπισία, γιατί θα έχεις να λογοδοτήσεις. Μην βλέπεις που έχεις πλάτες ακόμα, σε λίγο θα σου φύγουν όλες και μετά να δω που θα κρυφτείς.
10) Το σπιτάκι που μου πήρε ο πατέρας μου με τόσες στερήσεις γιατί μου το φορολογείς; μαζί το πληρώσατε;    

Θέλω να αφαιρέσεις όλα αυτά που σου λέω παραπάνω και μετά να μου στείλεις τον λογαριασμό. Αν περισσεύει και έχω κάποιο χρέος αληθινό, τότε θα στο πληρώσω. Αυτά αγαπητή μαζώχτρα εφορία μου. Με καθόλου σεβασμό στο πολυπρόσωπό σου, Μύριαμ.
 
Μύριαμ Κ. Ρόδος

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2012

ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΑΣ ΚΑΝΕΙ ΕΝΑ ΚΟΥΝΕΛΙ

Όσο και να σας φαίνεται αστείο, ένα κουνέλι μπορεί να κάνει μεγάλη ζημιά. Κοιτάξτε τι έγινε σήμερα και βγήκα από τα ρούχα μου. Στον κήπο μου έχω δυο σκυλάκια και έφερε πριν κανένα μήνα η αδελφή μου και ένα κουνέλι. Το κουνέλι έχει δική του κλούβα και είναι στην γωνιά απομονωμένο. Χτες η πανέξυπνη φιλόζωη αδελφή μου, το έβγαλε έξω να ξεσκάσει λέει και να ξεμουδιάσει, εγώ δεν το είδα. Πάω λοιπόν το απογευματάκι να ποτίσω τα δεντράκια και τα λουλούδια μου ανέμελη και  αφού  τελείωσα το πότισμα,  μπήκα στο σπίτι. Το βραδάκι όπως καθόμουν και έπαιζα στον υπολογιστή, βλέπω κάτι να τρέχει στο Χωλ μου. Τρόμαξα να σας πω την αλήθεια, έτσι ξαφνικά όταν το είδα, αλλά μετά  υπέθεσα  πως μπήκε κάποια γάτα μέσα.

Σηκώνομαι αμέσως και τρέχω να την βγάλω έξω.  Τότε είδα το κουνέλι που σαν   στο σπίτι του,  έτρεχε πέρα δώθε. Πάω να το πιάσω, τρέχει κρύβεται κάτω από τον καναπέ, τραβάω τον καναπέ και βολίδα τρέχει στην κουζίνα. Μου έσπασε τα νεύρα να το κυνηγάω, τέτοια αναισθησία δεν έχω ξαναδεί.  Θύμωσα τότε και βάζω τον σκύλο μου μέσα στο σπίτι. Αυτός αμέσως το εντόπισε, το κυνήγησε και αφού το ακινητοποίησε, πήγα και το έπιασα. Το έβαλα στο κλουβί του και γύρισα πίσω να παίξω. Κάποια στιγμή δίψασα και πήγα στο ψυγείο να βάλω ένα ποτήρι  χυμό να πιω. Όταν άνοιξα την πόρτα, είδα ότι δεν άναβε το φως και κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά. Ανοίγω την κατάψυξη και βλέπω τον πάγο να λιώνει.  Ωχ σκέφτηκα χάλασε το ψυγείο. Έβγαλα τα πράγματα από την  κατάψυξη και τα έβαλα στον καταψύκτη, δεν λέτε καλά που υπάρχει και αυτός.  Όμως κάποια πράγματα θα έμεναν έτσι, τα αλλαντικά, τα γιαούρτια και τα γάλατα. Αλλά εμένα με στεναχωρούσε το γεγονός, ότι είναι καινούριο το ψυγείο και γιατί να χαλάσει.

Πέρασε η νύχτα και εγώ έπρεπε να βρω κάποιον οπωσδήποτε να μου φτιάξει το ψυγείο. Γιατί το να θέλω να πιω νερό και να είναι ζεστό ή πάγος από την κατάψυξη, θα μου έσπαγε τα νεύρα. Ήταν Κυριακή όμως και που θα έβρισκα εγώ ψυκτικό για να μου το διορθώσει; Ψάχνω λοιπόν και βρίσκω κάποιου γνωστού μου το τηλέφωνο.  Τον παίρνω και ευτυχώς το σήκωσε. Καλημέρα του λέω Μανώλη θέλω την βοήθεια σου, σώσε με. Αφού του εξήγησα το πρόβλημα ο άνθρωπος τι να κάνει;  ήρθε. Μόλις έφθασε,  αρχίζει αμέσως δουλειά, αφού με ρώτησε αν άναβε πριν το λαμπάκι του ψυγείου μου. Του απάντησα ναι και αρχίζει να ξεβιδώνει τον ρυθμιστή, αλλά τίποτα, μια χαρά ήταν δεν είχε πρόβλημα. Τραβάει το ψυγείο και μπαίνει πίσω από αυτό και τότε με φωνάζει, για έλα εδώ να σου πω. Ωχ σκέφτηκα, θα κάηκε η μηχανή.  Δεν μου λες έχεις κανένα ζώο σπίτι σου; Ναι απάντησα, έξω στον κήπο έχω δυο σκυλάκια και ένα κουνέλι. Μόλις του είπα για το κουνέλι γέλασε και λέει, μήπως μπήκε μέσα στο σπίτι; Εγώ δεν κατάλαβα και τον κοίταξα με απορία. Έλα λίγο εδώ να δεις κάτι, είπε. Πάω και τι να δω; το σιχαμένο το κουνέλι, έφαγε το καλώδιο του ψυγείου. Εγώ που αγαπάω τα ζώα εκείνη την ώρα ευχαρίστως θα του ξερίζωνα τα αυτιά, θα το έκανα στιφάδο που δεν τρώω, θα του έδινα κλωτσιές, στον πισινό, θα το χτυπούσα στον τοίχο, θα το έκανα σουβλάκι και δεν ξέρω άλλο τι ευχάριστο για ένα κουνέλι μπορεί  το  ανθρώπινο μυαλό να φανταστεί.  Περίεργες σκέψεις μου ήρθαν στο μυαλό ταυτόχρονα από τα νεύρα μου.  Ευχαρίστως, θα γινόμουν κουνελοκτόνος εκείνη την ώρα. 


Ευτυχώς ο άνθρωπος το έφτιαξε αμέσως και το μόνο που έπαθα ήταν να πετάξω τα αλλαντικά μου και να πληρώσω εικοσιπέντε ευρώ για ένα μασημένο καλώδιο. Αλλά έχω απορία πως δεν κάηκε από ηλεκτροπληξία το σκασμένο; Ευτυχώς τέλος καλό όλα καλά, τώρα έχω και πάλι το παγωμένο μου νερό και τα φρουτάκια μου, γιατί ζεστά με τόση θερμοκρασία δεν τρώγονται. Και εννοείτε ότι το κουνέλι θα εξαφανιστεί, σήμερα θα το δώσω στην γειτόνισσα που έχει και άλλα, να κάνουν παρέα, να επιβλέπει και τις ηλεκτρικές της συσκευές.  Γιατί έτσι και το άφηνα και μου   ξανάκανε ζημιά, δεν εγγυώμαι για την ζωή του, καλύτερα μακριά και αγαπημένοι. Αυτά με το κουνέλι μαθητευόμενο  ηλεκτρολόγο και μαστροχαλαστή.
Μύριαμ Κ. Ρόδος


Σάββατο, 4 Αυγούστου 2012

Η ΠΡΩΤΗ ΛΕΞΟΥΛΑ ΕΝΟΣ ΜΩΡΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ

Η Ειρήνη ήταν στον τελευταίο μήνα τις κύησης. Είχε μεγάλη ανυπομονησία, για το πότε θα γεννηθεί το μωράκι της, καθώς ήταν το πρώτο. Ο φόβος για τον τοκετό δεν έλειπε από την Ειρήνη, μα τον νικούσε η γλυκιά σκέψη, ότι θα γινόταν μανούλα. Ένα βράδυ καθώς πήγαινε στο μπάνιο, ένιωσε έναν ξαφνικό πόνο. Αντρέα φώναξε φοβισμένη, πονάω. Ο Αντρέας τινάχτηκε από τα σκεπάσματα και έτρεξε κοντά της. Οι πόνοι δυνάμωναν και αμέσως το ζευγάρι, έφυγε για την κλινική, όπου θα γεννούσε. Ειδοποίησαν τον γιατρό, που έφθασε μετά από λίγο. Η γέννα πήγε καλά και ένα πανέμορφο κοριτσάκι, βγήκε στον κόσμο μας. Η Ειρήνη πετούσε από την χαρά της, το ίδιο και ο Αντρέας. Δεν πίστευαν στα μάτια τους ακόμα, πως έγιναν γονείς και πως μαζί δημιούργησαν, αυτό το θαύμα που λέγεται ζωή.

Η μικρή φαινόταν ανήσυχη και μέρα νύχτα γκρίνιαζε και έκλαιγε, δεν σταματούσε, παρά μόνο όταν την έπαιρνε ο ύπνος. Οι γονείς της τρόμαξαν και το είπαν στο γιατρό. Γιατρέ το παιδί μας δεν σταματάει το κλάμα, μήπως πονάει; ρώτησαν με ανησυχία. Ο γιατρός έκανε μια σειρά εξετάσεων και το μωρό ήταν μια χαρά, δεν είχε τίποτα. Θα έχει κανένα πονάκι, που συνήθως έχουν τα μωρά, μην ανησυχείτε. Πέρασαν οι μέρες και το ζευγάρι γύρισε σπίτι.  Το μωρό εντωμεταξύ, συνέχισε να κλαίει ασταμάτητα. Μια μέρα, η Ειρήνη είπε στον άντρα της, κράτα λίγο το μωρό, να μπω  στο ιντερνέτ να παίξω λιγάκι για να ξεκουραστώ, με κούρασε πολύ η μικρή. Ο Αντρέας σήκωσε προσεκτικά την μικρή που έκλαιγε με λυγμούς και προσπαθούσε να την ηρεμήσει, αλλά τίποτα αυτή ακόμα έκλαιγε.

Η Ειρήνη πιάνει τον υπολογιστή τον ανοίγει και αρχίζει να παίζει φάρμα, της έλειψε καθώς ήταν μανιώδης παίκτρια. Ξαφνικά το μωρό σταμάτησε να κλαίει, η Ειρήνη δεν κατάλαβε τι έγινε, αλλά ευχαριστημένη συνέχιζε να παίζει. Όση ώρα έπαιζε εκείνη,  το μωρό κουνούσε τα ποδαράκια και τα χεράκια σαν τρελό, κάτι το χαροποιούσε. Όταν τελείωσε επιτέλους το παιχνίδι, έκλεισε τον υπολογιστή για να ταΐσει το μωρό της. Δεν πρόλαβε όμως, το μωρό άρχισε να τσιρίζει πολύ δυνατά.  Δεν καταλαβαίνω τι έπαθε πάλι έτσι ξαφνικά, είπε ο Αντρέας, πριν λίγο έμοιαζε τόσο χαρούμενο. Η μικρή όλη νύχτα έκλαιγε  και το πρωί συνέχιζε κουρασμένη.  Από το πολύ κλάμα η  φωνούλα του  βράχνιασε. 

Το απόγευμα, ο Αντρέας έπιασε πάλι το μωρό για να ξεκουράσει την Ειρήνη. Εκείνη άνοιξε τον υπολογιστή να παίξει και να!! πάλι η μπέμπα σταμάτησε το κλάμα και κουνούσε χαρούμενη χέρια πόδια. Ο Αντρέας αστειεύτηκε  και  είπε,  ρε γυναίκα μπας και θέλει να παίξει φάρμα και αυτή; Τότε η Ειρήνη κλείνει τον υπολογιστή και αμέσως το μωρό άρχισε το κλάμα.  Δεν  πίστευαν στα μάτια τους. Η μπεμπούλα εννιά μήνες, άκουγε αυτή την μουσική της φάρμας και της ήταν πολύ οικεία.  Ξαφνικά όταν  την έχασε και με την πρώτη επαφή στον κόσμο μας,  ένιωσε να βρίσκεται σε ένα  άγνωστο περιβάλλον και για αυτό έκλαιγε τόσο πολύ. Η Ειρήνη αναγκαζόταν να έχει όλη μέρα τον υπολογιστή ανοιχτό και δυνάμωνε την φωνή, για να ακούει η μπεμπούλα την μουσική της αγαπημένης της φάρμας. Το μωρό, κατά κάποιον τρόπο είχε εθιστεί.

Πέρασαν οι μήνες και η μπεμπούλα αντί για νανούρισμα, σαν όλα τα μωρά,  μεγάλωνε με τον γνώριμο ήχο της φάρμας. Ένα απόγευμα, καθόταν στο κρεβάτι η Ειρήνη και έπαιζε ασταμάτητα το παιχνίδι, τώρα δεν την ενοχλούσε πια η Μπεμπούλα. Την είχε βάλει  δίπλα της για να την προσέχει και έπαιζε, κάπου κάπου την κοίταζε και της χαμογελούσε. Κάποια φορά από τις πολλές, όταν η Ειρήνη γύρισε να κοιτάξει την μπεμπούλα, εκείνη της γέλασε και είπε  την πρώτη της λεξούλα.  Φάμα  φάμα , η μαμά της δεν το πίστευε, σταμάτησε για να την ξανακούσει. Τι είπες καρδούλα μου; της είπε, εκείνο όλο χαρά που μπόρεσε και μίλησε, είπε ξανά, φάμα φάμα και κοίταξε τον υπολογιστή. Ήταν ξεκάθαρο, πως η μπεμπούλα δεν ήταν σαν όλα τα μωρά, η πρώτη λεξούλα της ήταν η Φάρμα.  Αυτό που γνώριζε καλύτερα  μέσα από την κοιλιά της μάνας της και της άρεσε, το είπε με λόγια. Τα άλλα μωρά  η πρώτη λέξη που θα πουν είναι μαμά, μπαμπά , μαμ,  ατα και άλλες καθημερινές λέξεις που τους μαθαίνουν οι γονείς τους.

 Αυτό το γεγονός όμως προβλημάτισε την μαμά της μπέμπας και από τότε άρχισε να περιορίζει το παιχνίδι, και σιγά σιγά, το σταμάτησε τελείως. Της έβαζε ενδιάμεσα άλλη μουσική για να εξοικειωθεί μέχρι που άλλαξε συνήθειες. Μετά από λίγο καιρό, η μπέμπα το είχε ξεχάσει εντελώς. Οι γονείς της όμως την έβγαλαν Φεις, από το φέις μπουκ. Έτσι για να θυμούνται την περιπέτεια  και τις συνέπειες,  από την εξάρτηση τους από αυτό.
Μύριαμ Κ. Ρόδος

Ο μεγάλος τραπεζίτης.


Το ξέρεις μπαμπά ότι οι δείκτες του ρολογιού δεν γυρίζουν πάντα έτσι όπως νομίζουμε; είπε η μικρή κορούλα στον πατέρα της που βρισκόταν εκείνο πρωί στο σπίτι απολαμβάνοντας την πρώτη μέρα της άδειας από την δουλειά του. Ο πατέρας κοίταξε την κόρη του παραξενεμένος. Και πως νομίζεις ότι γυρίζουν, μήπως ανάποδα; ρώτησε. Η κόρη με βλέμμα που λαμπύριζε του είπε: και ανάποδα και λοξά και ασύχρονα. Ο πατέρας την κοιτούσε παραξενεμένος. Του φαινόταν παράλογα αυτά που του έλεγε η κόρη του και προσπαθούσε να καταλάβει αν ήταν μια παιδική φαντασίωση μέρος κάποιου παιχνιδιού. Μην ξεχνάς μπαμπάκα ότι το ρολόι οι άνθρωποι το φτιάχνουν και οι δείκτες γυρίζουν όπως το έχουν ρυθμίσει. Και το έχουν ρυθμίσει τα συμβούλια να λειτουργεί όπως αρέσει και  βολεύει στους άρχοντες. Ο χρόνος όμως δεν είναι αυτό που νομίζουμε. Και ούτε μοιάζει με αυτό που τα ρολόγια μας δείχνουν. 

Ξαφνικά η κορούλα έβαλε τα κλάματα. Ο πατέρας ταράχτηκε. Του πέρασε από το μυαλό ότι η αγαπημένη του κόρη έχασε το λογικά της. Γιατί κλαις; την ρώτησε. Κλαίω γιατί δεν φταίμε σε τίποτα για αυτό που θα πάθουμε. Θα πάθουμε; Τι θα πάθουμε; 

 Το κουδούνι χτύπησε απότομα και η κορούλα συνεχίζοντας το κλάμα είπε. Η φίλη μου η Μαρία θα είναι. Πήγαινε σε παρακαλώ μπαμπάκα να ανοίξεις, εγώ δεν μπορώ. Ο πατέρας άνοιξε και μπροστά του εμφανίστηκε ένας κύριος όχι με κάποια ιδιαίτερη εμφάνιση που κρατούσε στο χέρι του ένα φάκελο. Είστε ο κύριος Ζ; Ρώτησε. Ναι εγώ είμαι, εσείς ποιος είστε; Εγώ είμαι ο κλητήρας της τράπεζας και σας παραδίδω την εντολή κατάσχεσης του σπιτιού σας λόγω οφειλών προς την τράπεζα μας από το στεγαστικό δάνειο που σας είχαμε χορηγήσει.

Οφειλές προς την τράπεζα; Μα εγώ είμαι απόλυτα συνεπής απέναντι στις υποχρεώσεις του δανείου μου αναφώνησε έκπληκτος ο κύριος Ζ. Κάποιο λάθος θα έχετε κάνει. Σας παρακαλώ είπε ο κλητήρας, επειδή έχω πολλές κλήσεις να μοιράσω υπογράψτε ότι παραλάβατε την κλήση σας και πηγαίνετε στον διευθυντή του καταστήματος μας να επιλύσετε την παρεξήγηση. Πηγαίνετε όσο πιο σύντομα μπορείτε, συνέχισε να λέει ο κλητήρας, γιατί από ότι λέει το έγγραφο της κατάσχεσης το σπίτι σας θα σας το κατασχέσουν σε τρεις ώρες. 

Ο κύριος Ζ ανάστατος μπήκε στο σπίτι να φορέσει τα ρούχα για να πάει στην τράπεζα. Θα φύγω για λίγο γλυκιά μου είπε στην κόρη του, κάποια παρεξήγηση έγινε, κάποιο λάθος έκαναν στην τράπεζα και πρέπει να πάω αμέσως. Η κόρη που είχε σταματήσει να κλαίει έδειχνε χαρούμενη και του είπε. Ξέρεις μπαμπά βλακείες σου έλεγα πριν για το ρολόι. Οι δείκτες τους γυρίζουν σωστά και ο χρόνος είναι έτσι όπως μας τον λένε τα ρολόγια. Δεν ξέρω τι μ’ έπιασε και παραλογιζόμουν πριν. Ο κύριος Ζ ούτε που την άκουσε. Είχε ανησυχήσει πολύ με την κατάσχεση. Της έδωσε μόνο ένα βιαστικό φιλάκι και πήρε τον δρόμο προς την τράπεζα. 


Έξω από την τράπεζα συνάντησε μια μεγάλη ουρά από ανθρώπους που έδειχναν σαστισμένοι. Πήγε να μπει μέσα μα κάποιος του φώναξε στην σειρά σας κύριε! Μα εγώ θέλω να συναντήσω τον διευθυντή είπε και όχι να πάω στο ταμείο. Και εμείς τι νομίζεις ότι θέλουμε κύριε; τον διευθυντή περιμένουμε όλοι. Σε αυτόν μας είπαν να μιλήσουμε για να μην μας πάρουν τα σπίτια! Ο κύριος Ζ πήρε θέση στο τέλος της μεγάλης ουράς. Σίγουρα θα μπερδεύτηκαν σκέφτηκε. Με τόσους κακοπληρωτές που βλέπω εδώ θα έκαναν λάθος.

Η κυβέρνηση λέει ότι θα πρέπει να δώσουμε τα σπίτια μας στον μεγάλο τραπεζίτη γιατί αλλιώς θα τα χάσουμε όλα. Ακόμα και τις δουλειές μας. Γύρισε και του είπε ο μπροστινός του. Ο μεγάλος τραπεζίτης πρέπει να περνάει καλά και να μην στενοχωριέται γιατί αλλιώς πάει η χώρα μας καταστράφηκε. Το λένε και τα κανάλια δεν το άκουσες; Όλοι οι οικονομολόγοι λένε ότι ο μεγάλος τραπεζίτης δεν πρέπει με τίποτα να πληρώσει τις συνέπειες της βλακείας του. Έτσι λένε είναι το σωστό. Αυτό απαιτεί η οικονομία και οι κανόνες της. Και οι πολιτικοί συμφωνούν με τους σπουδαγμένους και αποφάσισαν να μας πάρουν τα σπίτια και να κρατήσουμε τις δουλειές μας. Αν πάθει έστω και μικρή στενοχώρια ο μεγάλος τραπεζίτης πάμε καταστραφήκαμε όλοι! Έτσι λένε οι ειδικοί, είπε ο μπροστινός και γύρισε πάλι την πλάτη του στον κύριο Ζ. 

Η ουρά όλο και μεγάλωνε μα δεν προχωρούσε ούτε βήμα προς τα μπροστά. Οι πόρτες της τράπεζας ήταν κλειστές και σε κανέναν δεν επέτρεπαν να μπει μέσα. Ο χρόνος περνούσε και ο κύριος Ζ κοιτούσε ανήσυχος το ρολόι του που δεν έδειχνε καθόλου να συγκινείται από το πρόβλημα του. Πέντε λεπτά πριν να εκπνεύσει η προθεσμία για την κατάσχεση βγαίνει ένας υπάλληλος από την τράπεζα κρατώντας ένα χαρτί στα χέρια του που άρχισε να διαβάζει δυνατά. Κυρίες και κύριοι το κατάστημα μας σας ενημερώνει ότι ο διευθυντής απουσιάζει. Βρίσκεται σε μια σημαντική σύσκεψη για την ευτυχία του μεγάλου τραπεζίτη και δεν θα μπορέσει να επιστρέψει σήμερα. Όσοι θέλετε να τον συναντήσετε παρακαλούμε ελάτε την επόμενη εβδομάδα γιατί ο διευθυντής αύριο θα πάει για τένις . Η τράπεζα μας σας ευχαριστεί για την κατανόηση σας. Ο κύριος Ζ αμέσως έτρεξε προς το σπίτι του. Αν και το ήξερε ότι δεν θα πρόφταινε να φτάσει πριν τους το κατασχέσουν, εκείνος έτρεχε.

Το βράδυ τον βρήκε μαζί με την κορούλα του στο παγκάκι της κεντρικής πλατείας της πόλης. Καθόταν εκεί αμίλητοι. Η μικρή κοίταζε τους δείκτες του ρολογιού στον μεγάλο πύργο που κοσμούσε την πλατεία. Μην στενοχωριέσαι μπαμπά οι δείκτες γυρίζουν κανονικά και το ρολόι μας δείχνει τον χρόνο. Κοίτα συνέχισε, η πλάκα γράφει: Ο δήμαρχος, το δημοτικό συμβούλιο και οι πολίτες αυτής της πόλης ευχαριστούν τον μεγάλο τραπεζίτη για το ρολόι που χάρισε στην πόλη για να ξέρουν όλοι ποια ώρα είναι η σωστή.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΗ

Ο Φώτης είναι ένας οικογενειάρχης, που αγωνίζεται όλη μέρα, για να βγάλει το ψωμί των παιδιών του. Η Δέσπω είναι η πρωτοκόρη και ακολουθούν άλλες τρείς στην σειρά, η Μαρία, η Ελένη και η Σταυρούλα η μικρότερη.  Βλέπετε,  δεν αξιώθηκε να κάνει ένα παλληκαράκι, όπως ήθελε. Όμως δεν παραπονιόταν καθόλου για αυτό, τα κορίτσια του τον αγαπούσαν πολύ και τον φρόντιζαν. Η Σταυρούλα όλη μέρα έπαιζε ξέγνοιαστη με τις κούκλες της, οι μεγαλύτερες βοηθούσαν την μητέρα τους όπως μπορούσαν. Κάθε βράδυ που γύριζε ο Φώτης από την δουλειά, τα κορίτσια έτρεχαν γύρω του και τον αγκάλιαζαν. Έπειτα καθόταν όλοι μαζί στο τραπέζι για φαγητό. Ο Πατέρας έκανε την προσευχή και αμέσως ξεκινούσαν να τρώνε. Ησυχία απόλυτη όταν έτρωγαν, μετά όμως που τελείωναν το φαγητό, άρχιζαν να μιλάνε και να λένε διάφορα. Ο Φώτης ρωτούσε πως πέρασαν την ημέρα τους και αμέσως η κάθε μια έλεγε τα καθημερινά.

Ένα βράδυ γυρνώντας στο σπίτι ο Φώτης, είδε για πρώτη φορά την Σταυρούλα να μην παίζει με τις κούκλες, όπως έκανε συνήθως. Ήταν σε μια γωνιά μαζεμένη και φαινόταν λυπημένη. Σταυρούλα μου έλα λίγο εδώ, δεν θα φιλήσεις σήμερα τον μπαμπά σου, της είπε ο Φώτης. Η Σταυρούλα σηκώθηκε αργά και με μικρά βήματα, έφτασε κοντά του. Σε μάλωσε κανείς κορίτσι μου; της είπε, όχι μπαμπά, θέλεις κάτι και δεν στο έδωσαν; όχι είπε ξανά η μικρή και ένα δάκρυ κύλησε από τα ματάκια της. Μα εσύ κλαίς, δεν μπορεί, κάτι έχεις. Τα άλλα κορίτσια εντωμεταξύ βοηθούσαν την μητέρα να στρώσει το τραπέζι.  Μια παράξενη σιωπή κυριαρχούσε αυτό το βράδυ. Ο πατέρας σήκωσε στα γόνατα την Σταυρούλα και προσπάθησε να μάθει τι έχει. Πες μου κοριτσάκι μου γλυκό τι έχεις και να δεις ο πατερούλης σου, θα φροντίσει να σε κάνει να γελάσεις.

Τότε η Σταυρούλα, παίρνει  ύφος μεγάλης κοπέλας και του λέει, την μαμά να κάνεις να γελάσει, γιατί όλη μέρα κλαίει και δεν μπορώ να την βλέπω έτσι. Γιατί κλαίει; είπε ο Φώτης και γούρλωσε τα μάτια από έκπληξη. Έγινε κάτι και δεν το ξέρω; ρώτησε όλο αγωνία.  Να, ήρθε ένας κύριος και έδωσε στην μαμά ένα χαρτί και της είπε, μέσα σε δέκα μέρες να του αδειάσει το σπίτι μας και να του το δώσει. Τι έκανε λέει; είπε έντρομος ο πατέρας της μικρής. Γυναίκααααααα φώναξε με όλη την δύναμη του, η Αθηνά, έτσι έλεγαν την γυναίκα του, ήρθε κοντά του. Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα και πρησμένα φαινόταν καθαρά πως έκλαιγε. Τι έγινε; τι μου λέει η μικρή; είναι αλήθεια; Ναι Φώτη, ψιθύρισε χαμηλόφωνα εκείνη.  Ο δικαστικός κλητήρας ήρθε το πρωί, με εντολή από την τράπεζα, να μας κάνει κατάσχεση το σπίτι, γιατί δεν πληρώσαμε τις δόσεις. Τον Φώτη τον έλουσε κρύος ιδρώτας, που θα πήγαινε τώρα την φαμίλια του; θα βρεθούνε στον δρόμο και δεν θα μπορέσει να κάνει τίποτα για αυτό.

Ο καημένος, δουλεύει δυο δουλειές για να μπορέσει να ζήσει την οικογένεια του, μα του κόψανε τόσα πολλά από τον μισθό του και δεν μπορούσε να πληρώσει το στεγαστικό που είχε πάρει. Αναγκάστηκε να κάνει και δεύτερη δουλειά, μα πάλι δεν έφθαναν τα χρήματα για  να πληρώσει την τράπεζα. Ο Φώτης κάθισε σε μια γωνιά σιωπηλός, όλα τα κορίτσια του ήρθαν  κοντά του, κανείς δεν είχε όρεξη για φαγητό σήμερα. Ένιωθε απελπισμένος, τι θα έκανε τώρα; που θα πήγαιναν  να μείνουν;  Η κατάσταση ήταν απελπιστική,  μαύρες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό του, είχε θολώσει και δεν σκεφτόταν σωστά. Η σκέψη ότι δεν μπορούσε να προστατέψει την οικογένειά του τον τρέλαινε, έσκυψε το κεφάλι στα γόνατα του και το κρατούσε με τα δυο του χέρια, σαν να ήθελε να το στύψει μπας και κατεβάσει καμιά ιδέα. Αλλά του κάκου, τίποτα δεν γινόταν. Σε μια στιγμή η Αθηνά, σπάει την σιωπή με μια κραυγή ενθουσιασμού. Φώτη το βρήκα, λέει. Θυμάσαι εκείνο το χωραφάκι στο χωριό που μου έγραψε η γιαγιά μου; Ο Φώτης ξαφνιασμένος, κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Αυτό θα πουλήσουμε για να δώσουμε τις δόσεις και να σταματήσουμε την κατάσχεση.

Αφού πέρασε ο ενθουσιασμός της στιγμής ο Φώτης σηκώθηκε και είπε, μα μέχρι να βρούμε αγοραστή και μέχρι να πουληθεί θα είναι αργά, εμείς θα βρισκόμαστε στον δρόμο, είπε απογοητευμένος. Όχι, η θεια μου η Μερόπη μου το ζητάει συνέχεια, ξέρεις συνορεύει με το δικό της και θέλει να το μεγαλώσει. Αύριο θα  πάρω τηλέφωνο, έλα να κοιμηθούμε τώρα και αύριο θα δούμε τι θα γίνει,  του είπε η γυναίκα του. Τα κορίτσια που μέχρι πριν λίγο ήταν σιωπηλά, ένιωσαν ανακούφιση  με τα λόγια της μαμάς τους και σηκώθηκαν φίλησαν τον πατέρα και την μητέρα και πήγαν για ύπνο. Πρωί πρωί η Αθηνά, πήρε τηλέφωνο στο χωριό, μίλησε αρκετή ώρα μέχρι να παζαρέψει το χωράφι. Η θεία που ήταν φιλάργυρη και πονηρή, μόλις κατάλαβε την ανάγκη που είχαν συμφώνησε να το πάρει για ένα κομμάτι ψωμί. Η Αθηνά ήξερε ότι την γέλασε η θεία της μα δεν την ένοιαζε, εκείνη ήθελε να σταματήσει την κατάσχεση και να μην βρεθούν στο δρόμο.

Την άλλη μέρα κιόλας ξεκίνησε για το χωριό, παίρνοντας μαζί  και τα κορίτσια της, δεν ήθελε να χάσει ούτε λεπτό. Αφού έφτασε στο χωριό και τα μίλησαν  από κοντά, έκαναν τα χαρτιά και πούλησε το χωράφι.  Γύρισε την άλλη μέρα  στο σπίτι χαρούμενη που όλα πήγαν καλά. Ο Φώτης την περίμενε, δεν πήγε στην δουλειά γιατί ήθελε να τακτοποιήσει την υπόθεση του σπιτιού του. Άφησαν τα κορίτσια σπίτι και τράβηξαν αμέσως για την τράπεζα. Γύρισαν αργά το μεσημέρι. Η μεγάλη κόρη που ήταν δεκαεφτά χρονών και πιο υπεύθυνη από τις άλλες τις μικρότερες, περίμενε όλο αγωνία να έρθουν και μόλις τους είδε έτρεξε να ρωτήσει τι έγινε. Όλα καλά πήγαν είπε η μητέρα της χαρούμενη, το σπίτι δεν θα μας το πάρουν, πληρώσαμε τις δόσεις και από εδώ και μπρος θα φροντίσουμε να μην αφήνουμε καμιά απλήρωτη για να μην έχουμε τα ίδια τραβήγματα. Η βαριά ατμόσφαιρα των τελευταίων ημερών ελάφρωσε και έγινε σαν πούπουλο.  Η μικρή ανέμελα έπαιζε τώρα πια, ήξερε ότι όλα πήγαν καλά, το κατάλαβε από τα μάτια και το χαμόγελο της μανούλας της.

Στο μεσημεριανό φαγητό όμως, η Δέσπω έκανε μια ανακοίνωση. Μπαμπά και μαμά  βρήκα δουλειά είπε περήφανη, που θα μπορούσε τώρα και αυτή να βοηθήσει στο σπίτι. Δουλειά; μα εσύ έχεις σχολείο και   είσαι μικρή ακόμα  για δουλειά. Τα σκέφτηκα όλα τους είπε αποφασισμένη εκείνη. Εδώ στην γωνία έχει ένα μαγαζί με ρούχα και ζητάνε πωλήτριες, μπήκα μέσα και ρώτησα, από αύριο πιάνω δουλειά. Το σχολείο μου μην φοβάσαι δεν θα το σταματήσω, θα γραφτώ στο νυχτερινό και αυτό κοντά μας είναι. Ο Φώτης αποσβολωμένος με όσα έλεγε η κόρη του,  είπε στην γυναίκα του, βλέπεις Αθηνά μου πόσο μεγάλωσε η κορούλα μας; και πόσο υπεύθυνη είναι απάντησε η μητέρα της. Αφού συμφώνησαν μαζί της, έκαναν τον σταυρό τους και άρχισαν το φαγητό. Τώρα πια όλα θα πάνε καλύτερα, ένα χέρι παραπάνω, έστω και μικρό είναι μια βοήθεια που θα τους έδινε ανάσα. Η οικογένεια του Φώτη ενωμένη, νίκησε ένα μεγάλο εμπόδιο. Η Αθηνά σκέφτηκε πως χάρη  στην αγάπη και την συνεννόηση βγήκαν νικητές και πως πάντα θα έμεναν έτσι δεμένοι.  

Μύραμ Κ. Ρόδος