Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

Ο ΜΑΡΑΓΚΟΣ ΚΑΙ Η ΜΑΓΙΚΗ ΚΑΡΕΚΛΑ

Μια φορά και ένα καιρό, ήταν ένας νέος που τον έλεγαν Αιμίλιο. Αυτός από μικρός δούλευε σε ένα μαραγκούδικο και είχε μάθει την τέχνη. Σαν μεγάλωσε και έφτασε η ώρα να παντρευτεί, έψαξε και βρήκε την κοπέλα που του έκλεψε την καρδιά. Παντρεύτηκε και έκανε πέντε παιδιά. Η ζωή του κυλούσε ήρεμα και όμορφα κοντά στην οικογένεια του που υπεραγαπούσε. Πέρασαν τα χρόνια και ο Αιμίλιος απόκτησε ένα εγγονάκι τον Ιωάννη. To παιδί  γεννήθηκε κωφάλαλο, όμως ήταν πανέξυπνο και πολύ όμορφο. Η αγάπη του παππού για αυτό το παιδί ήταν πολύ μεγάλη και σαν μεγάλωσε λιγάκι γύρω στα εφτά άρχισε να το παίρνει μαζί στο μαραγκούδικο. Του είχε φτιάξει ένα μικρό γραφείο και ένα σκαμνάκι και εκεί ζωγράφιζε ο μικρός Ιωάννης μέχρι να τελειώσει  ο παππούς και να πάνε σπίτι.

Στο χωριό του Αιμίλιου, πρίν από πολλά χρόνια, ζούσε ένας μεγάλος μάγος-θεραπευτής.  Ο μάγος αυτός ήταν σοφός άνθρωπος, με σκέψη πολύ μπροστά από την εποχή του.  Μελετούσε τα βότανα του δάσους και μάθαινε να φτιάχνει  συνταγές και θεραπείες που έσωσαν πολλούς  ανθρώπους της περιοχής του από βέβαιο θάνατο. Ο θεραπευτής αυτός ήταν πολύ αγαπητός και σεβαστός και όταν πέθανε τον έθαψαν όπως ζήτησε  στο δάσος που μάζευε τα βοτάνια που θεράπευαν. Μετά από αρκετά χρόνια και αφού ο θεραπευτής είχε μυθοποιηθεί μέσα από τους θρύλους και τα ποιήματα των βάρδων οι Δρυίδες των παλιών χρόνων έκτισαν ένα ναό θεραπευτήριο δίπλα στο σημείο της ταφής του.
 
Εκεί στο χωριό ζούσε και μια  μάγισσα, η Κακίστρω. Μια μέρα κοίταξε το πρόσωπο της στον καθρέφτη. Είχαν αρχίσει να σχηματίζονται ρυτίδες που έδειχναν ότι σε λίγο καιρό θα γινόταν πιο άσχημη ακόμα και από την καρδιά της. Κανένας άντρας δεν θα την ήθελε πια και θα έχανε τους πελάτες της, τα χρήματα τους και την απόλαυση τους.  Ταραγμένη έτρεξε και άνοιξε το κουτί που έκρυβε την μαγική της σφαίρα. Πες μου καλή μου σφαιρίτσα τι πρέπει να κάνω για να απαλλαγώ από αυτές τις παλιορυτίδες που θα μαράνουν το όμορφο μου προσωπάκι  είπε με κλαψιάρικη παρακαλεστική φωνή. Η σφαίρα της απάντησε: Ξέρεις καλά ότι είσαι πολύ κακιά γυναίκα και δεν πρόκειται να σου πω. Εμένα με έπλασαν για να δίνω πληροφορίες σε καλούς ανθρώπους που έχουν ανάγκη και όχι σε κακούς για να συνεχίσουν να βλάπτουν.  Η Κακίστρω οργισμένη σήκωσε την μαγική σφαίρα ψηλά και τσίριξε. Ή θα μου πεις πως θα ξανανιώσω ή θα σε πετάξω κάτω να σπάσεις. Εγώ δεν λυπάμαι κανέναν και δεν συγχωρώ όσους δεν κάνουν αυτό που θέλω.
 
Η φοβητσιάρα γυάλινη σφαίρα τρομοκρατημένη ούρλιαξε: Μηηη! βάλε με πάνω στο τραπέζι και θα σου πω.  Μόλις την ακούμπησε η Κακίστρω στο τραπέζι η μαγική σφαίρα άρχισε να της λέει: Στο δάσος δίπλα στο εκκλησάκι του Αγίου Ιακώβου που το έχουν κτίσει πάνω στον αρχαίο ναό των Δρυίδων υπάρχει μια φτελιά. Αυτή την φτελιά την έχει μεγαλώσει το πνεύμα ενός μεγάλου  θεραπευτή, που είναι θαμμένος στις ρίζες της. Το ξύλο της είναι μαγικό και πρέπει να φτιαχτεί από αυτό ένα κάθισμα. Ο πρώτος που θα καθίσει στο κάθισμα από το μαγικό ξύλο της φτελιάς  θα θεραπευτεί από ότι κι αν πάσχει, ακόμη και από τα γηρατειά! Τα μάτια της Κακίστρως έλαμψαν από υπερδιέγερση στο άκουσμα της αποκάλυψης. Άλλαξε ρούχα και κίνησε με γρήγορο βήμα για το εκκλησάκι του Αγίου Ιάκωβου.
 
Δίπλα στο εκκλησάκι έβοσκε τις λιγοστές κατσίκες που του είχαν απομείνει ο Μήτρος, ο χαζός βοσκός που η Κακίστρω του είχε φάει δυο μεγάλα κοπάδια πρόβατα με τις λαγνείες της.  Γεια σου Δημητράκη μου τι μου κάνεις; υπάρχει μια φτελιά  δίπλα στο εκκλησάκι του Ιακώβου μεγάλη η χάρη του ρώτησε, και σταυροκοπήθηκε ψεύτικα όπως πολλές γυναίκες των καιρών μας. Είχε μια ωραία φτελιά μα την έκοψε με το αλυσοπρίονο ο Αιμίλιος ο μαραγκός πριν λίγες ώρες είπε ο Μήτρος. Ήρθε εδώ με τον εγγονό του, το καημένο το κωφάλαλο και διάλεξαν την φτελιά για να φτιάξει στον εγγονό του μια καρέκλα για να διαβάζει τα μαθήματα του. Έτσι μου είπε ο Αιμίλιος όταν τον ρώτησα γιατί κόβει το δέντρο. Φόρτωσαν τον κορμό στο φορτηγάκι και έφυγαν. Θα έχουν περάσει κάνα δυο ώρες από τώρα.
 
Η Κακίστρω ένιωσε  το έδαφος να φεύγει από τα πόδια της. Ο Αιμίλιος; έκοψε την μαγική φτελιά της για να φτιάξει καρέκλα για το ζαβό το κωφάλαλο σκέφτηκε!  Αλλά το μυαλό της παμπόνηρης γυναίκας δούλεψε αστραπιαία.  Θα άφηνε τον Αιμίλιο να φτιάξει καρέκλα και θα του την έπαιρνε μετά με το καλό ή με την πονηριά!  Ή μάλλον καλύτερα να πήγαινε αμέσως στο ξυλουργείο και να έδινε παραγγελία στον τρισκατάρατο τον Αιμίλιο να της φτιάξει ένα θρόνο με το ξύλο της μαγικής φτελιάς. Ένα θρόνο που θα καθόταν η βασίλισσα της πονηριάς και θα εύρισκε την ομορφιά που της ανήκε.  Θα τον πλήρωνε διπλά από όσα θα ζητούσε, λεφτά είχε μαζεμένα πολλά η Κακίστρω και ο Αιμίλιος σίγουρα θα δεχόταν. Ό Αιμίλιος όμως είχε άλλα σχέδια, ήθελε να φτιάξει την καρέκλα για τον εγγονό του που λάτρευε και ξεκίνησε αμέσως την εργασία. Η Κακίστρω όταν είδε οτι ξεκίνησε να την φτιάχνει περίμενε με αγωνία να τελειώσει και να του την ζητήσει.
 
Αφού πια τέλειωσε επιτέλους η καρέκλα αμέσως φανερώνεται στον Αιμίλιο και του λέει, πόσα πουλάς την καρέκλα να την αγοράσω; Α δεν δεν την πουλάω είναι του εγγονού μου. Μα θα σου δώσω όσα ζητήσεις, ακόμα θα σου κάνω δώρο πολύτιμα πετράδια που έχω και έτσι θα αγοράσεις ότι άλλο θέλεις του εγγονού σου. Πέρασε αρκετή ώρα πιλατεύοντας τον Αιμίλιο που δίσταζε να την δώσει για να μην στενοχωρήσει τον εγγονό του.  Μετά σκέφτηκε ότι θα αγόραζε με τα λεφτά και τα πολύτιμα πετράδια ότι άλλο θέλει και αποφάσισε να την πουλήσει. Ξαφνικά άκουσαν τον Ιωάννη να φωνάζει, παππού έλα κλείσε την μηχανή γιατί με πονάει το κεφάλι μου από τον θόρυβο. Ο Αιμίλιος έμεινε αποσβολωμένος. Το παιδί έγινε καλά. Η Κακίστρω έβγαζε αφρούς από τον θυμό της. Γιατί η καρέκλα μόνο μια φορά έκανε θαύμα και έτσι χάθηκε για πάντα η ευκαιρία για αυτήν.
 
Το πνεύμα του μάγου βλέποντας την αγάπη του παππού προς τον εγγονό του και επειδή δεν ήθελε να χρησιμοποιηθεί το μαγικό ξύλο για κακό σκοπό, καθοδήγησε τον μικρό Ιωάννη να καθίσει στην καρέκλα.

Θέλετε επειδή το παιδί είχε μυαλό, θέλετε επειδή κρυφά το καθοδηγούσε το πνεύμα του θεραπευτή, θέλετε επειδή συνέβαιναν και τα δυο, το παιδί θα γινόταν ένας σπουδαίος γιατρός ερευνητής που θα ανακάλυπτε θεραπείες που θα έσωζαν πολλούς ανθρώπους. Η ψυχή του μάγου θεραπευτή κοιτούσε από τους ουρανούς ικανοποιημένη το παιδί να μελετά καθισμένο στην καρέκλα, χαρούμενη που η μαγική δύναμη που έδωσε στο ξύλο δεν χρησιμοποιήθηκε για να σώσει την ομορφιά μιας κακίστρως αλλά για βοηθήσει ένα ταλαντούχο παιδί να σώσει πολλούς ανθρώπους.
  
Και έτσι έζησε ο Αιμίλιος με την οικογένεια του καλά και ευτυχισμένα και εμείς καλύτερα.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

1 σχόλιο:

Μύριαμ είπε...

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΑΚΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΜΠΝΕΎΣΤΗΚΑ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΠΑΠΠΟΥ ΤΟΝ ΑΙΜΙΛΙΟ. Ο ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΚΑΛΟΣ ΜΟΥ ΦΙΛΟΣ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΤΟΝ ΕΙΔΑ ΠΟΣΗ ΑΓΑΠΗ ΕΙΧΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΓΓΟΝΟ ΤΟΥ ΣΚΕΦΤΗΚΑ ΝΑ ΤΟΥ ΓΡΑΨΩ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΑΚΙ ΚΑΙ ΣΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΙ Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΕΝΑ ΔΩΡΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΠΠΟΥ ΤΟΥ ΠΟΥ ΤΟΝ ΥΠΕΡΑΓΑΠΑ.ΙΩΑΝΝΗ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΔΩΡΑΚΙ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ ΣΟΥ ΓΙΑ ΝΑ ΣΟΥ ΘΥΜΙΖΕΙ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ