Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

ΠΕΤΑΞΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΓΙΑΤΙ ΕΙΧΕ ΛΑΓΟΧΕΙΛΟ

Κάποτε διάβασα σε ένα ξένο περιοδικό μια ιστορία που με λύπησε και με εξόργισε μαζί.  Πριν από μερικά χρόνια, κάποια γυναίκα από την Αγγλία είχε δυο παιδιά και έτυχε να μείνει πάλι έγκυος. Όταν γεννήθηκε το μωρό διαπίστωσε ότι το παιδί της είχε ένα μεγάλο άνοιγμα στα χείλη του. Ήταν ένα πολύ όμορφο αγοράκι, όμως τα χειλάκια του ήταν στη μέση σχισμένα.  Η μάνα του παιδιού το είδε σαν τέρας και το κοίταξε όλο απέχθεια όπως είπε μια νοσοκόμα που την είδε. Το ίδιο  βράδυ η γυναίκα  εξαφανίστηκε από το νοσοκομείο. Το πρωί όλοι την έψαχναν αλλά δεν μπορούσαν να την βρουν πουθενά. Το παιδί έμεινε στα αζήτητα για πολλές ημέρες. 

Πέρασαν λίγες  εβδομάδες και το παιδί  μπήκε σε ένα βρεφοκομείο. Κάποια μέρα ήρθε ένα ζευγάρι πολύ πλούσιο να δει τα παιδάκια γιατί ήθελαν να υιοθετούσουν ένα, μιας και η γυναίκα δεν έκανε παιδιά. Όταν αντίκρισε η γυναίκα το αγοράκι, αισθάνθηκε μια βελονιά και μια μεγάλη λύπη στην καρδιά της. Αυτό το παιδάκι θέλω, είπε στον άντρα της. Ο άντρας γύρισε και κοίταξε ξαφνιασμένος την γυναίκα του. Μα αυτό το μωρό έχει πρόβλημα Στεφανία της είπε, δεν το βλέπεις; Κοίτα πως μας κοιτάει λυπημένο, συνέχισε να λέει η Στεφανία αγνοώντας τις υποδείξεις του άντρα της. Ο Βίνσεντ αυτό ήταν το όνομα του άντρα, αφού κοίταξε για λίγο το μωρό είπε: καλά Στεφανία να το πάρουμε. Ξέρω πως αν βάλεις κάτι στο μυαλό σου δεν μπορώ με τίποτα να στο αλλάξω. Εξάλλου και εμένα μου αρέσει αυτό το παιδί, είναι πολύ γλυκό. Όσο για τα χειλάκια του θα το πάμε στο καλύτερο νοσοκομείο. Και έτσι  έγινε το παιδί χειρουργήθηκε στην καλύτερη κλινική και έγινε ένα φυσιολογικό αγοράκι.

Ο Κρίστοφερ, αυτό το όνομα του έδωσαν, μεγάλωνε με πολύ αγάπη από τους θετούς του γονείς. Ο πατέρας του κάθε απόγευμα το έπαιρνε στο πάρκο να παίξουν μπάλα.   Ήταν πολύ δεμένοι όλη η οικογένεια, και κυλούσαν ευχάριστα τα χρόνια.  Ο Κρίστοφερ σπούδασε στο καλύτερο Πανεπιστήμιο και αργότερα έγινε καθηγητής καρδιολογίας. Ήταν ένας από τους σπουδαιότερους γιατρούς της περιοχής του και όχι μόνο. Η φήμη του καλύτερου καρδιολόγου είχε ακουστεί και σε άλλες πόλεις και έρχονταν πολλοί άνθρωποι στην κλινική, που ζητούσαν να τους εγχειρήσει ο ίδιος.

Μια μέρα καθώς ο Κρίστοφερ έκανε την καθιερωμένη επίσκεψη στους ασθενείς, είδε μια μεγάλη γυναίκα να τον φωνάζει κλαμένη. Γιατρέ σε παρακαλώ μπορώ να σου μιλήσω για δυο λεπτάκια μόνο, είπε χαμηλόφωνα και δειλά.  Ο Κρίστοφερ σταμάτησε και κοίταξε την γυναίκα, φαινόταν πολύ ταλαιπωρημένη και στεναχωρημένη. Έλα σε λίγο που θα τελειώσω την επίσκεψη στο γραφείο μου της είπε, είναι εκεί δεξιά, η πρώτη πόρτα και έδειξε με το δάχτυλό του την κατεύθυνση του γραφείου. Η γυναίκα χωρίς δεύτερη κουβέντα πήγε και στήθηκε στην πόρτα. Όταν τέλειωσε ο γιατρός τις επισκέψεις πήγε στο γραφείο και είδε την γυναίκα εκεί να τον περιμένει. Πέρνα μέσα της  λέει και έκανε στην άκρη να περάσει η γυναίκα. Λοιπόν για πες μου τι θέλεις; γιατί φαίνεται κάτι σοβαρό σε βασανίζει. Να ο μεγάλος μου γιός είναι πολύ άρρωστος και χρειάζεται επειγόντως εγχείρηση ανοικτής καρδιάς. Όμως η εγχείρηση είναι πολύ δύσκολη και δεν την αναλαμβάνουν οι γιατροί στο μέρος μου και μου λένε ότι έχει λίγες πιθανότητες να ζήσει. Έτσι όταν άκουσα να μιλάνε για σένα και για τις μεγάλες ικανότητες σου, σκέφτηκα να έρθω να σε παρακαλέσω να με βοηθήσεις. Δεν έχω λεφτά να σου δώσω, έχω ένα πολύ μικρό σπιτάκι πάρτο, μόνο κάνε καλά τον γιό μου.

Ο γιατρός συγκινήθηκε από τα λόγια της γυναίκας και της λέει, φέρε τον αύριο εδώ και θα κανονίσω  αφού τον εξετάσουμε να γίνει η εγχείρηση. Και δεν θέλω τίποτα, κράτα το σπιτάκι σου θα σας κάνω δώρο την εγχείρηση. Η γυναίκα τον ευχαρίστησε πολλές φορές και έφυγε βιαστικά να πει τα νέα στον γιό της και να τον φέρει στην κλινική. Η ημέρα του χειρουργείου έφτασε και η γυναίκα καθόταν έξω ώρες ολόκληρες. Πηγαινοερχόταν στον διάδρομο, πότε καθόταν για λίγο στο σαλονάκι και σαν άνοιγε η πόρτα για να μπει καμιά νοσοκόμα ρωτούσε όλο αγωνία, τι γίνεται; Οι νοσοκόμες την καθησύχασαν λέγοντας της πως όλα πάνε καλά. Πέρασαν αρκετές ώρες που φάνηκαν αιώνες στην γυναίκα, ώσπου επιτέλους βγήκε ο γιατρός κρατώντας το σκουφί του χειρουργείου στα χέρια του. Όλα καλά πήγαν της είπε, σε λίγο θα τον βάλουν στο ειδικό δωμάτιο και σε δυο μέρες θα είναι στο δωμάτιο του. Η γυναίκα με δάκρυα χαράς και ευγνωμοσύνης έλεγε και ξανάλεγε ευχαριστώ.

Ο γιατρός κάθε μέρα έκανε δυο τρεις επισκέψεις στον γιο της γυναίκας. Την προτελευταία μέρα  πριν δοθεί το εξιτήριο  μπήκε στο δωμάτιο καθώς μιλούσε με τον ασθενή, είδε την γυναίκα να τον κοιτάει περίεργα. Συμβαίνει κάτι; την ρώτησε μα εκείνη δεν άκουγε, φαινόταν καθαρά ότι κάτι την βασάνιζε και ταξίδευε με το μυαλό της. Τα μάτια της ήταν και πάλι βουρκωμένα. Έλα λίγο στο γραφείο που σε θέλω της είπε. Η γυναίκα αμέσως επανήλθε μόλις άκουσε την φωνή του γιατρού. Ναι γιατρέ μου του είπε έρχομαι. Ο γιατρός νόμιζε πως η γυναίκα ίσως είχε οικονομικό πρόβλημα ή κάτι άλλο σοβαρό θα συνέβαινε και για αυτό την κάλεσε στο γραφείο του. Η γυναίκα πήγε και αφού κάθισε στην καρέκλα, ο γιατρός άρχισε να την ρωτάει. Τι συμβαίνει γιατί είσαι κλαμένη πάλι; Συμβαίνει κάτι που μπορώ να βοηθήσω; Η γυναίκα όμως πάλι εστίαζε το βλέμμα της στο στόμα του γιατρού. Μα τι συμβαίνει θα μου πεις; την ρώτησε, γιατί με κοιτάς έτσι επίμονα. Η γυναίκα δεν απαντούσε και ο γιατρός έχασε για λίγο την ψυχραιμία του, μα σε ρωτάω πες κάτι. Η γυναίκα τότε άρχισε να του εξιστορεί την ιστορία της.

Μια φορά είχα γεννήσει ένα παιδί, που τα χειλάκια του ήταν σχισμένα στα δύο, εκεί που έχεις το σημάδι εσύ. Όταν το είδα συνέχισε να λέει, η γυναίκα τρόμαξα πολύ. Μα γιατί τρόμαξες; ρώτησε ο γιατρός, παιδί σου δεν ήταν; Δεν ξέρω ήμουν νέα και μόνη με δύο παιδιά, ο άντρας μου μας παράτησε όταν ήμουν τεσσάρων μηνών έγκυος και ούτε ξέρω ακόμα αν ζει η αν πέθανε. Ήμουν λοιπόν μόνη και όταν είδα το μωρό σκέφτηκα τι να το έκανα αυτό το άρρωστο παιδί, πως θα τα  έβγαζα πέρα; Και γιατί ήταν άρρωστο; είπε ο γιατρός μια δυσμορφία είναι που διορθώνεται με μια μικρή επέμβαση. Μα μόνο τα χείλη του θα ήταν νομίζεις; λέει η γυναίκα, σίγουρα θα είχε πρόβλημα και στο μυαλό. Όχι απάντησε εκείνος, λάθος νόμισες.  Δεν ξέρω αλλά για αυτό έκανα το λάθος και το έσκασα από το νοσοκομείο χωρίς να πάρω το παιδί μου.  Κάποτε σκέφτηκα να το ψάξω μα φοβόμουν να μην με κλείσουν φυλακή που το παράτησα και έτσι δεν έκανα καμιά προσπάθεια να το βρω. Από που είσαι; ρώτησε ο Κρίστοφερ. Και σε ποιο νοσοκομείο γέννησες; Η γυναίκα του απάντησε και στις δυο ερωτήσεις. Ο Κρίστοφερ σούφρωσε  τα φρύδια και σκέφτηκε για λίγο. Μετά την ρωτάει ξανά ποια χρονολογία γέννησες θυμάσαι; Ναι του λέει εκείνη και του λέει και την ημερομηνία του γεγονότος. Ο γιατρός κάθισε στην καρέκλα λίγο απότομα. Δεν είναι δυνατόν έλεγε και ξανάλεγε. Η γυναίκα νόμιζε ότι την κατέκρινε για αυτό που έκανε και έβαλε τα κλάματα δεν το ήθελα είπε, τρόμαξα.

Πέρασαν λίγα λεπτά σιωπής ο Κρίστοφερ σηκώθηκε επιτέλους από την καρέκλα και της λέει. Το σημαδάκι που βλέπεις εδώ και ώρα στα χείλη μου, είναι η ίδια περίπτωση με του παιδιού σου. Δες πέρα από ένα μικρό σημαδάκι όλα τα άλλα είναι μια χαρά, έκανα χειρουργείο και το έφτιαξαν. Και όπως βλέπεις δεν έχω πρόβλημα στο μυαλό όπως νομίζεις. Η γυναίκα σαστισμένη δεν μιλούσε, σκεφτόταν μόνο από μέσα της, αυτός ο υπέροχος γιατρός είχε σχισμένα χείλη σαν το μωρό μου; μα αυτός είναι πανέξυπνος, πως εγώ νόμιζα ότι θα έβγαινε το δικό μου παιδί καθυστερημένο; Ο Κρίστοφερ τώρα την πλησίασε και της λέει, ξέρεις ποιόν έχεις μπροστά σου; ναι απαντάει εκείνη, ένα μεγάλο και σπουδαίο γιατρό. Ναι αλλά αυτός ο σπουδαίος γιατρός είναι το μωρό που παράτησες, ο σημαδεμένος, το τέρας, ο βλάκας. Η γυναίκα σωριάστηκε χάμω δεν πίστευε στα μάτια της. Ο γιατρός την σήκωσε και την έβαλε στην καρέκλα, εκείνη έκλαιγε με λυγμούς ντρεπόταν μα και χαιρόταν μαζί που το παιδί της δεν χάθηκε, αντίθετα έγινε ένας σπουδαίος άνθρωπος. Άκου, μπορεί να σε αγαπώ σαν βιολογική μητέρα μου, μα γονείς μου θεωρώ αυτούς που με μεγάλωσαν με τόση αγάπη. Αυτοί με αγκάλιασαν και με διάλεξαν ανάμεσα  από τα υγιή μωρά. Αυτοί ήταν στο πλάι μου όταν αρρώσταινα αυτοί με σπούδασαν και αυτοί με έκαναν αυτόν τον άνθρωπο που έχεις μπροστά σου εσύ. Δεν σου κρατώ κακιά και θα σε αγαπώ σαν μάνα μου. Και με αυτά τα λόγια έσφιξε την μάνα του στην αγκαλιά του. Ήταν σαν να της έλεγε σε συγχώρεσα και δεν σου κρατάω κακία.

Όταν διάβασα την απίστευτη αυτή ιστορία μέχρι το τέλος σκέφτηκα: Η μοίρα τελικά παίζει πολύ παράξενα παιχνίδια. Το παιδί είχε την ατυχία να γνωρίσει την εγκατάλειψη από τις πρώτες ώρες της ζωής του. Όμως ήταν και πολύ τυχερό που έπεσε σε τέτοιους θετούς γονείς. Το πιο περίεργο παιχνίδι όμως ήταν ότι η ίδια του η μάνα βρέθηκε χωρίς να το ξέρει να ζητάει την βοήθεια του. Τελικά η ζωή είναι όλο εκπλήξεις και μακάρι να είναι όλες καλές ή να σου φυλάει και μια καλή όταν σου έχει δώσει ήδη μια κακή.

Μύριαμ Κ. Ρόδος 

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Η Άντζελα ποια δουλειά έχει στις φωτογραφίες?

Μύριαμ είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.