Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΑΓΓΕΛΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ.

Η ευτυχία δεν είναι εύκολο πράγμα ούτε και δύσκολο όμως, φτάνει να ξέρεις ή να βρεις τους δρόμους για να την συναντήσεις. Αναζητώντας την ευτυχία δεν πρέπει να ακούτε κανέναν γιατί μπορεί να πάρετε εσφαλμένες συμβουλές και αυτό να σας βγάλει έξω από την σωστή πορεία. Πρέπει να βαδίζετε στα μονοπάτια  της  με οδηγό τα μάτια και φανάρι το μυαλό σας. Στον   δρόμο σαν διψάτε να πιείτε νερό μόνο από το πηγάδι που είναι γλυκό, γιατί αν κάνετε το λάθος και  πιείτε από την θάλασσα το μόνο που θα σας μείνει είναι η αλμύρα, που θα σας διψάσει περισσότερο. Ένα ψάρι διατηρείται στην ζωή μόνο αν είναι στον φυσικό του κόσμο που είναι το νερό.  Έτσι και η καρδιά ζει όταν την ταΐζεις αγάπη αλλιώς θα μαραζώσει. Μην προσπαθήσετε ποτέ να βγάλετε από μια πέτρα υγρό γιατί  έχει συμπαγές υλικό και είναι αδύνατο αυτό. Έτσι μην περιμένετε ποτέ μια σκληρή καρδιά να βγάλει συναισθήματα άδικα θα προσπαθείτε.

Το φίδι με την σμέρνα μπορεί να αγαπηθούν μα το ένα ανήκει στην θάλασσα και το άλλο στην στεριά, για αυτό μην παραβιάζετε κανόνες και πληγωθείτε. Αν δείτε ένα όμορφο λουλούδι μην φοβηθείτε, χαϊδέψτε  το, το μόνο που θα πάθετε είναι να σας μείνει το ωραίο άρωμα του στο χέρι σας. Αν σας πουν να κοιτάξετε τον κόσμο και να τους πείτε πως είναι, να  πάτε να σταθείτε   στο σημείο  που τον βλέπετε καλύτερα. Μια λίμνη χωρίς νερό είναι ένα πολύ άσχημο θέαμα, για αυτό φροντίστε και εσείς να μην στερέψει η ελπίδα ποτέ από την καρδιά σας. Να   προσπαθήσετε να  περάσετε τα γκρίζα της ζωής σας με χρώματα λαμπερά, ανοίξτε την  καρδούλα σας και αφήστε να τα βάψει. Όταν τα κύματα χτυπούν με δύναμη στους βράχους μην φοβηθείτε, δεν τους πονάει τους  δίνει μορφή και τους λειαίνει. Αν ο αέρας μαδήσει το άνθος μιας ανεμώνης μην λυπηθείτε, αυτός θα μεταφέρει και τους σπόρους της. Ένας ποιητής  κάποτε έβαλε την υπογραφή του σε μια λευκή κόλα  χαρτιού. Ήταν τόσο  ευτυχισμένος που δεν χρειαζόταν να γράψει  τίποτα άλλο.

Το ξέρετε πως Άγγελοι δεν υπάρχουν μόνο στον ουρανό αλλά υπάρχουν και εδώ στην γη; Είναι πολύ εύκολο να τους αναγνωρίσει κανείς αν ξέρει τα χαρακτηριστικά του, που είναι τα εξής:  Έχουν μια ζεστή καρδιά που μόλις τους πλησιάσεις αμέσως νιώθεις την θέρμη τους. Μπορούν να σε ακούν ώρες, κλαίνε με τον πόνο σου και γελάνε με την χαρά σου. Ότι ώρα τους χρειαστείς είναι δίπλα σου αδιαμαρτύρητα. Δεν αφήνουν ποτέ κάποιον να μιλήσει άσχημα για σένα πίσω από την πλάτη σου, μπαίνουν  μπροστά για να σε προφυλάξουν. Προσπαθούν πάντα να σε κάνουν να χαμογελάς και όταν τα καταφέρουν είναι πολύ ευτυχισμένοι. Για τους Αγγέλους αυτούς είσαι το επίκεντρο της γης.

Υπάρχουν δυο ειδών Άγγελοι, ο ένας με μορφή του φίλου και ο άλλος με την μορφή του αγαπημένου-ης σου. Αν καταφέρεις και συναντήσεις τον ένα στο ταξίδι της ζωής σου είσαι πολύ τυχερός. Αν όμως καταφέρεις να βρεις και τους δυο τότε έχεις κερδίσει όλο το χρυσάφι της γης και θα ζεις για πάντα ευτυχισμένος-η. Σας εύχομαι από τα βάθη της καρδιάς μου να μπορέσετε να βρείτε και τους δυο Αγγέλους. Καλή αναζήτηση και μην ξεχνάτε να ανοίγετε την καρδιά σας γιατί μόνο έτσι θα τους εντοπίσετε.



Μύριαμ Κ. Ρόδος 

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

H MΑΓΕΜΕΝΗ ΜΠΑΛΑΡΙΝΑ

Μια φορά και έναν καιρό, ζούσε κοντά σε ένα δασάκι μια ευτυχισμένη οικογένεια. Ο πατέρας η μητέρα και ένα  εννιάχρονο κοριτσάκι. Το κοριτσάκι από πολύ μικρό άρχισε να χορεύει, οι γονείς πρόσεξαν ότι είχε πολύ ωραία κίνηση στο χορό, αλλά και πολύ μεγάλη αγάπη. Ακόμα και όταν περπατούσε χόρευε.  Η μητέρα της αποφάσισε να την πάει στο μπαλέτο. Ένα πρωί λοιπόν την πήγε στην σχολή χορού  και την άφησε να κάνει το πρώτο μάθημα. Από τότε δεν σταμάτησε καθόλου  να πηγαίνει στην σχολή και να χορεύει. Κάθε φορά που γύριζε από το μάθημα χορού, περνούσε από το δασός για να γυρίσει σπίτι της. Εκεί σταματούσε και πολύ ώρα χόρευε μόνη της. Ένα μεγάλο παράξενο δέντρο την κοιτούσε με θαυμασμό. Το δέντρο αυτό έλεγαν πως ήταν ο βασιλιάς του δάσους και πως ήταν μαγικό.

Έτσι κυλούσαν τα χρόνια και το κορίτσι η μικρή Σοφούλα, αυτό ήταν το όνομά της  μεγάλωσε αρκετά και έγινε ολόκληρη κοπέλα. Μια μέρα καθώς γύριζε από την σχολή στο σπίτι της πέρασε πάλι από το δασάκι. Εκεί την περίμενε υπομονετικά ένας νεαρός. Καλησπέρα Σοφούλα της είπε. Εκείνη ξαφνιασμένη κοντοστάθηκε και τον κοίταξε. Που ξέρεις πως με λένε; ρώτησε απορημένη. Εκείνος χαμογέλασε και της είπε: με λένε Λάμπη και σε έχω δει στην σχολή μπαλέτου που πας. Πηγαίνει και η αδελφή μου εκεί και έρχομαι συχνά για να την πάρω σπίτι. Εκεί σε πρόσεξα. Αφού είπαν   διάφορα άλλα, έφυγαν για τα σπίτια τους. Από την  άλλη μέρα και κάθε μέρα συναντιόταν εκεί και μιλούσαν με τις ώρες. Η αγάπη δεν άργησε να έρθει, αν και  θα έλεγα ότι ήταν ένας κεραυνοβόλος έρωτας. Περνούσαν ώρες ευτυχισμένοι κάτω από το μεγάλο δέντρο και αντάλλαζαν λόγια αγάπης. Την Σοφούλα την περιτριγύριζε και ένας άλλος νεαρός, ο γιος του δημάρχου, όμως η Σοφούλα δεν του έδινε σημασία ήταν ερωτευμένη με τον Λάμπη και πολύ ευτυχισμένη. Πολλές φορές ο Λύσανδρος, έτσι έλεγαν τον γιο του δήμαρχου, προσπάθησε να την πλησιάσει, όμως εκείνη έφευγε χωρίς να του δίνει σημασία.

Μια μέρα ήταν χάραμα ακόμα, όταν ξαφνικά ακούστηκε ένα  ουρλιαχτό   που τάραξε  την σιωπή. Ήταν η σειρήνα του συναγερμού που ηχούσε για να ειδοποιήσει τους κατοίκους για το τρομακτικό νέο του πολέμου. Κραυγές αγωνίας ακουγόταν από παντού. Πόλεμος, πόλεμος φώναζε τρομαγμένος ο κόσμος.  Μέχρι  το βράδυ το χωριό είχε ερημώσει. Οι άντρες έφυγαν όλοι στο μέτωπο και έμειναν μόνο οι ηλικιωμένοι και τα γυναικόπαιδα. Ο Λάμπης δεν πρόλαβε να χαιρετίσει την αγαπημένη του, έφυγε βιαστικά για να προλάβει το τρένο. Ο μόνος νέος που είχε μείνει στο χωριό ήταν ο γιος του δημάρχου ο Λύσανδρος, που με κάποιον τρόπο ο δήμαρχος φρόντισε να μην πάει ο γιος του να πολεμήσει.

Πέρασαν αρκετοί μήνες αγωνίας και η Σοφούλα δεν είχε ούτε ένα σημάδι ζωής από τον αγαπημένο της. Κάθε απόγευμα πήγαινε στο δασάκι και καθόταν ώρες κάτω από το μαγεμένο δέντρο και έκλαιγε. Εντωμεταξύ ο Λύσανδρος βρήκε την ευκαιρία να την πολιορκεί στενά. Όμως το Σοφάκι ήταν ανένδοτο και συνέχιζε να του λέει όχι και αυτή την φορά πιο πεισμωμένα. Δεν μπορούσε να του συγχωρέσει ότι ενώ όλοι πήγαν να πολεμήσουν, αυτός   καθόταν στην ασφάλεια του   σπίτι του. Κάποια στιγμή ο Λύσανδρος θύμωσε πολύ με αυτή την άρνηση και αποφάσισε να την κλέψει. Έτσι ένα απόγευμα πήρε έναν όχι και τόσο έξυπνο γνωστό του, για να τον βοηθήσει και πήγε στο δάσος  να την βρει. Η Σοφούλα όπως κάθε απόγευμα βρισκόταν εκεί καθισμένη στο μαγικό δέντρο και έκλαιγε, καθώς σκεφτόταν τι να έγινε ο αγαπημένος της.

Ξαφνικά  σπάει την σιωπή το δέντρο. Άρχισε να κουνάει περίεργα τα κλαδιά του και να κάνει έναν παράξενο θόρυβο. Η  Σοφούλα κατάλαβε ότι κάποιος ερχόταν και και το έβαλε στα πόδια τρομαγμένη. Ο Λύσανδρος την είδε και έτρεξε να της κλείσει τον δρόμο. Η Σοφούλα προσπάθησε να κρυφτεί  πίσω  στο μεγάλο δέντρο .  Εκείνος όμως την πλησίαζε αγριεμένος.   Τότε το μαγικό δέντρο έσταξε κάτι περίεργες σταγόνες από τα κλαριά του στης κοπέλας το κεφάλι, θέλοντας να την προφυλάξει. Η Σοφούλα άρχισε να μεταμορφώνεται. Τα χέρια της έγιναν μεγάλα κλαδιά και τα πόδια της μια χοντρή ρίζα, που χώθηκε βαθιά στη γη. Ο Λύσανδρος που είχε φτάσει κοντά, έψαχνε να την βρει μην μπορώντας να καταλάβει που χάθηκε έτσι απότομα. Αφού έψαξε αρκετά γύρισε σπίτι του απορημένος.

Κόντεψε να βραδιάσει και η μητέρα της κοπέλας άρχισε να ανησυχεί. Βγήκε να την ψάξει μα εκείνη πουθενά. Η μητέρα έψαχνε  κλαίγοντας για πολύ καιρό να βρει την κόρη της, μα δεν βρήκε ούτε ένα ίχνος της. Έτσι περνούσαν βασανιστικά οι μήνες, για την μητέρα της Σοφούλας, που δεν σταμάτησε λεπτό να την ψάχνει. Στον χρόνο πάνω ο πόλεμος επιτέλους σταμάτησε και όσοι είχαν επιζήσει, γύρισαν πίσω στα σπίτια τους. Έτσι γύρισε και ο Λάμπης πίσω και αμέσως έτρεξε στο σπίτι της αγαπημένης του, να την ζητήσει σε γάμο. Όταν έφτασε εκεί, έμαθε τα θλιβερά νέα από την μάνα της. Σκεφτικός και στεναχωρημένος, αλλά και αποφασισμένος,  λέει στην μητέρα της Σοφούλας, μην στεναχωριέσαι εγώ θα ψάξω να την βρω και θα στην φέρω. Και άρχισε αμέσως την αναζήτηση της, όμως κανένας και πουθενά δεν είχε δει την Σοφούλα. Θαρρείς και άνοιξε η γη και την κατάπιε.

Ένα απόγευμα και μετά από πολλές ώρες αναζήτησης πήγε στο δάσος. Εκεί του ήρθαν όλες οι όμορφες αναμνήσεις  που έζησε με την αγαπημένη του. Έψαχνε και φώναζε σε κάθε γωνιά του δάσους μα τίποτα, αποκαμωμένος κάθισε σε ένα δέντρο να ξεκουραστεί. Τότε βλέπει δίπλα το μεγάλο δέντρο και το αναγνωρίζει.  Θυμήθηκε ότι εκεί είχε περάσει αμέτρητες ώρες με την αγαπημένη του  και πως κάτω από εκεί είχαν ανταλλάξει όρκους αιώνιας αγάπης και αφοσίωσης. Απελπισμένος έγειρε το κεφάλι του και έκλαιγε γοερά, έχοντας απέναντι το μεγάλο δέντρο που σαν να τον κοίταζε λυπημένο. Τα δάκρυα του Λάμπη πότιζαν την ρίζα του δέντρου όπου κάθισε να ξαποστάσει. Και ξαφνικά να! το δέντρο άρχισε να κινείται. Σαστισμένος σηκώνεται πάνω και έκπληκτος, βλέπει το δέντρο να μεταμορφώνεται. Τα κλαδιά του μαζεύτηκαν και έγιναν δυο όμορφα χέρια και η ρίζα του δυο υπέροχα πόδια και τότε αναγνωρίζει την αγαπημένη του.

Έπεσαν δίχως σκέψη ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, η κοπέλα έδειχνε τρομαγμένη και φαινόταν καθαρά πως δεν ήξερε τι συμβαίνει. Άρχισε να του εξιστορεί και να του λέει ότι την κυνηγούσε ο Λύσανδρος και τον ρώτησε αν τον είδε που έφευγε. Μετά του λέει πάμε σπίτι γιατί άρχισε να βραδιάζει και θα ανησυχήσει η μητέρα μου. Εκείνος που τα είχε το ίδιο χαμένα της λέει, ξέρεις πόσος καιρός πέρασε από την ημέρα που λες; Όταν της είπε την χρονική περίοδο που έγιναν όλα αυτά και πως όλος ο κόσμος την  είχε για χαμένη, εκείνη γύρισε και κοίταξε το μεγάλο δέντρο. Αυτό πονηρά τότε της έκλεισε το μάτι δίνοντας της να καταλάβει πως αυτό την βοήθησε. Τότε η Σοφία συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί.

Ξεκίνησαν μετά από λίγη ώρα. Όσο δηλαδή χρειάστηκε να καταλάβουν τι έγινε και να το συζητήσουν.  Τράβηξαν για το σπίτι της Σοφούλας. Όταν ζύγωσαν κοντά η μητέρα της άκουσε μια γνώριμη φωνή να την φωνάζει. Μητέρα!!!  γύρισα. Με ένα μεγάλο σάλτο και με πόδια ζαρκαδιού από την ταχύτητα η μητέρα βρέθηκε έξω. Όταν αντίκρισε την μοναχοκόρη της έτρεξε να την αγκαλιάσει και έκλαιγαν έτσι αγκαλιασμένες για αρκετή ώρα. Η μητέρα γύρισε  κοίταξε τον Λάμπρο και του χαμογέλασε με ευγνωμοσύνη για την χαρά που της έδωσε. Μετά μπήκαν σπίτι και άρχισε  η Σοφούλα  να διηγείται τα γεγονότα. Αφού έφαγαν και συζήτησαν αρκετά, ο Λάμπη ζήτησε την αγαπημένη του σε γάμο και όρισαν ο γάμος να γίνει την επόνη εβδομάδα. Ήθελαν όσο πιο σύντομα μπορούσαν να ζήσουν μαζί. Όρισαν επίσης να γίνει ο γάμος στο αγαπημένο τους δάσος κάτω από το μαγεμένο δέντρο που τους βοήθησε.

Την ημέρα του γάμου και αφού όλα πια ήταν έτοιμα ξεκίνησαν μαζί με τον παπά για να πάνε στο δάσος να τους παντρέψει. Εκεί τους περίμεναν οι καλεσμένοι. Υπήρχαν πολλά τραπέζια και καρέκλες που φρόντισε όλο το χωριό  να φέρει. Τα φαγητά ήταν πάνω σε ένα μεγάλο τραπέζι και άχνιζαν. Όλος ο κόσμος περίμενε να γίνει η τελετή και να αρχίσει το μεγάλο φαγοπότι. Πλησίασαν και έφτασαν κάτω από το μαγεμένο δέντρο και άρχισε η τελετή του  γάμου. Ξαφνικά και με το τελείωμα του γάμου άρχισαν να κουνιούνται τα κλαδιά όλων των δέντρων και να  ακούγεται ένα ευχάριστο θρόισμα που έμοιαζε  με  συγχορδία από πολλά όργανα μαζί. Ταυτόχρονα  έπεφτε στα κεφάλια όλων των καλεσμένων μια χρυσή σκόνη. Κοίταξαν ψηλά και έβλεπαν τα φύλλα των δέντρων να κουνιούνται ρυθμικά και τα κλαδιά  σαν να χόρευαν και να πετάνε αυτή την θαυμάσια και πανέμορφη σκόνη. Φαινόταν καθαρά πως το δάσος γιόρταζε μαζί τους και γλεντούσε ευτυχισμένο την ένωση των παιδιών. Ο Λύσανδρος εντωμεταξύ που πληροφορήθηκε για την εμφάνιση και τον γάμο της Σοφούλας, δεν άντεξε και από την κακία και τον θυμό του έφυγε από το χωριό. Από τότε δεν τον ξαναείδε κανείς πια. Η Σοφούλα και ο Λάμπης πήγαν στο δικό τους σπιτικό και έκαναν πολλά παιδιά. Και έτσι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.


Μύριαμ Κ. Ρόδος 


Το παραμυθάκι αυτό το αφιερώνω εξαιρετικά στην φίλη μου Σοφία που είχε χτες τα γενέθλια της. Χτες δημιουργήθηκε και γεννήθηκε  το παραμυθάκι μου και επειδή έχουν την ίδια μέρα γέννησης έδωσα και στην ηρωίδα του παραμυθιού μου το όνομα της. Σοφάκι ένα μικρό δωράκι από εμένα για να με θυμάσαι πάντα. Σου εύχομαι χρόνια πολλά καλά και ευτυχισμένα.

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΣΜΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΣΚΑ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ.


Διαβάστε ΕΔΩ τις εξωφρενικές ενέργειες των μισθοδοτούμενων της Τουρκίας. 

Η Ευρώπη ξαφνικά θυμήθηκε τους Μουσουλμάνους που ζουν στην Κω και στην Ρόδο και μιλάει για τα ανθρώπινα δικαιώματα τους. Έστειλαν τον Γκρος να έρθει στα νησιά για να δουν πως περνάνε οι Τούρκοι εκεί.  Ζητάνε το εξής παράδοξο, να φτιάξουν τα τζαμιά τους και να ανοίξουν τα Τουρκικά σχολεία γιατί λένε έχουν δικαιώματα μιας και είναι μειονότητα. Οι δικοί μας πολιτικοί τσιμουδιά δεν έβγαλαν να μας υπερασπιστούν. Εμείς δεν έχουμε να συντηρήσουμε τα δικά μας σχολεία, των Τούρκων θα συντηρήσουμε. Ρε δεν πατέ στο γερό διάτονο να μην σας στείλω παραπέρα;

Καλά ρε Γκρος και κυρά Ευρώπη τώρα θυμηθήκατε τα δικαιώματα των Μουσουλμάνων; αυτή την χρονική στιγμή που η Ελλάδα υποφέρει και που οι καιροί είναι περίεργοι; Γιατί δεν πας κύριε Γκρος και κατά την Κωνσταντινούπολη και να ζητήσεις τα Ελληνικά δικαιώματά μας; Τα δικά μας παιδιά εκεί έχουν Ελληνικά σχολειά; Έχουν όλοι οι Έλληνες την ίδια αντιμετώπιση που έχουν εδώ οι Τούρκοι; Την Αγιά Σοφιά την διατηρούν όπως πρέπει ; την αφήνουν να λειτουργήσει; Όλα νομίζω ότι είναι ένα μελετημένο βρώμικο σχέδιο αφανισμού των νησιών μας και οι δικοί μας συναινούν με την σιωπή τους. Από που ζητάνε δικαιώματα από τον τόπο μας; τα κτήρια που έκαναν επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας τα έκαναν παράνομα στην κατοχή. Σαν να πάω εγώ τώρα να κτίσω σπίτι στο χωράφι του γείτονα αυθαίρετα και να του ζητάω και τα ρέστα να μου το αναγνωρίσει και να μου βάλει και φωτισμό.

Για αυτό ξυπνήστε άθλιοι της κυβέρνησης και μην παραχωρείτε δικαιώματα που δεν τους ανήκουν γιατί θα γίνει εδώ το έλα να δεις.  Ο Γκρος κουμάντο στην χώρα του να πάει να κάνει. Και είμαι περίεργη αφού δεν είστε άξιοι να απαιτήσετε τα δικά μας δικαιώματα και να τα υπερασπιστείτε τι ανεβήκατε και στρογγυλοκαθίσατε στην καρέκλα της εξουσίας; Ο δικός σας ρόλος ποιός είναι τελικά; μόνο χρήματα αέρα πατέρα θέλετε;

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2012

ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ Η ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΕΧΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΡΟΔΟ;

Θέλω να δώσω συγχαρητήρια στην κυβέρνηση για το μεγάλο  επίτευγμα που έκανε στο θέμα νοσοκομείου εδώ στην Ρόδο. Τα καταφέρατε κοπρόσκυλα όλοι σας να αφήσετε το νοσοκομείο του νησιού μας να βουλιάξει. Τελικά είστε μεγάλα καθάρματα και ψυχροί εκτελεστές. Ναι καλά το λέω εκτελεστές που παίζετε έτσι αδίστακτα με τις ζωές των ανθρώπων. Ένα τέτοιο νοσοκομείο που πολλοί το ζήλευαν το αφήσατε στην τύχη του να ρημάξει και να νεκρωθεί γιατί δεν ήσασταν άξιοι να το συντηρήσετε. Τώρα μαθαίνω ότι υπολειτουργεί και δεν έχει τα βασικά φάρμακα και γιατρούς για να συντηρηθεί και να λειτουργήσει κανονικά. Ακόμα μαθαίνω ότι θέλετε να το κλείσετε και να το μεταφέρετε αλλού. Καλά ρε,πάτε καλά; ένα νησί με τόσους κατοίκους είναι δυνατόν να μην έχει νοσοκομείο;

Χτες πήγε στα εξωτερικά του νοσοκομείου ένας γείτονας μου που είναι σε άθλια κατάσταση. Δεν τρώει εδώ και δέκα μέρες και δεν έχει κουράγιο να περπατήσει, του έκαναν κάποιες γρήγορες εξετάσεις και του έβαλαν ένα ορό και αυτό ήταν όλο. Τον άφησαν να πάει σπίτι του σε μαύρα χάλια, η γυναίκα του και τα παιδιά του κλαίνε και δεν μπορούν να τον βοηθήσουν. Βλέπετε στο νοσοκομείο φιλοξενούν μόνο ετοιμοθάνατους. Ο άνθρωπος αυτός τώρα θα πρέπει να νοσηλευτεί οπωσδήποτε και η μόνη λύση είναι η κλινική. Όμως η κλινική θέλει 80 ευρώ την ημέρα και ο άνθρωπος είναι συνταξιούχος, τα παιδιά του αδυνατούν να τον βοηθήσουν, τι θα γίνει λοιπόν; θα αφήσετε τον άνθρωπο αβοήθητο να πεθάνει;Και μια άλλη ερώτηση έχω να σας κάνω, τόσα χρόνια που πληρώνει για ασφάλιση δεν δικαιούται να την έχει τώρα που την χρειάζεται; Σας εύχομαι παλιοκαθάρματα να βρεθείτε στην θέση της οικογένειας του. Σύντομα να πεθαίνει κάποιο   πολύ δικό σας άτομο και να έχετε τα λεφτά μεν (που τα έχετε κάνει τώρα μασουράκια), αλλά    να μην μπορούν να    σας    βοηθήσουν.  Σας το εύχομαι ολόψυχα  σκυλιά αγαρινά. 

Η είδηαη για το κλείσιμο του νοσοκομείου Ρόδου ΕΔΩ 

Μύριαμ Κ. Ρόδος  

ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΕΠΙΘΕΣΗ ΚΑΙ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ

Σήμερα θα δούμε και μια άλλη μορφή του ρατσισμού που πιστεύω ότι  είναι πολύ άδικη. Για κάποιο λόγο κάποιοι άνθρωποι έχουν παραπάνω κιλά. Πολλοί είναι οι παράγοντες που προδιαθέτουν ένα άτομο για την παχυσαρκία. Μερικοί είναι παχύσαρκοι ή με λίγα κιλά παραπάνω γιατί έχουν μια οργανική δυσλειτουργία ή ψυχογενή βουλιμία. Κάποιες στιγμές ο άνθρωπος αντιμετωπίζει μια άσχημη κατάσταση που τον οδηγεί στο στρες και βρίσκει αδιέξοδο στο φαγητό. Αυτό γίνεται υποσυνείδητα και το άτομο δεν μπορεί να το αποφύγει. Οι άνθρωποι αυτοί λοιπόν αντιμετωπίζονται ρατσιστικά από κάποιους που θεωρούν τον εαυτό τους καλύτερο επειδή βρίσκεται στα φυσιολογικά κιλά. Από την παιδική ακόμα ηλικία, έρχονται αντιμέτωπα κάποια άτομα με το σκληρό πρόσωπο που έχει ο ρατσισμός. Ακόμα και στο σχολείο κάποια παιδιά αντιμετωπίζονται από συνομήλικους τους με ειρωνεία, κοροϊδία και χλευασμό με αποτέλεσμα κάποια από αυτά να μην θέλουν να πάνε καθόλου στο σχολείο.

Η δική μου θεωρία και λογική είναι ότι τον άνθρωπο δεν τον κάνουν τα κιλά, αλλά η συμπεριφορά και η καλοσύνη που έχει στην καρδιά του. Εγώ έχω αρκετές φίλες που τυγχάνει να έχουν λίγα παραπάνω κιλά ή και περισσότερα. Ποτέ δεν κοίταξα τον άνθρωπο και να τον κρίνω από τα κιλά του, πιστεύω ότι είναι μεγάλη αδικία αυτό. Το να είναι κάποιος υπέρβαρος δεν ενοχλεί και δεν πειράζει κανέναν παρά μόνο τον εαυτό του. Για αυτό καλό θα είναι πριν κάποιος ανοίξει το στόμα του να χλευάσει ένα τέτοιο άτομο να κοιτάει πρώτα την συμπεριφορά του ατόμου και να αφήσει ήσυχα τα κιλά του. Έχω μια πολύ καλή φίλη η οποία είναι υπέρβαρη, κάνει η καημένη πολλές προσπάθειες για δίαιτα μα κουράζεται και σταματάει. Προσπαθώ να την βοηθήσω και να της δώσω κουράγιο να συνεχίσει και πολλές φορές κάνω μαζί της και εγώ δίαιτα παρόλο που δεν έχω ανάγκη και αυτό είναι επικίνδυνο για την υγεία μου. Κάνω περπάτημα μαζί της που μου αρέσει και έτσι της δίνω θάρρος να συνεχίσει την προσπάθεια της. Είναι δύσκολο πράγμα να κάνει κάποιος δίαιτα και πολλοί άνθρωποι την κάνουν με λάθος τρόπο. Δηλαδή στερούνται τα πάντα για να έχουν το θεμιτό αποτέλεσμα, όμως και πάλι θα αποτύχουν αν δεν ξέρουν τον τρόπο. Θέλω να πω με αυτό ότι οι άνθρωποι προσπαθούν αλλά δεν τα καταφέρνουν όλοι.

Αν ένα άτομο πρέπει να προσέξει τα κιλά του αυτό είναι καθαρά για την υγεία του και όχι για το τι θα πει ο κόσμος. Έχουν τόσα προβλήματα αυτά τα άτομα και έρχεται η ρατσιστική συμπεριφορά να τα επιδεινώσει και άλλο. Εγώ ποτέ δεν θα έβλεπα έναν άνθρωπο και να τον κρίνω από τα κιλά του, εμένα με ενοχλούν άλλα πράγματα και αυτά κοιτάω να μην έχει ο φίλος που θα κάνω. Το ότι εγώ είμαι στα κανονικά κιλά δεν πάει να πει ότι θα είμαι καλύτερος άνθρωπος από κάποιον-α παχύτερο-η. Και να σας πω και το άλλο που έχω προσέξει, αυτός που έχει παραπάνω κιλά συνήθως έχει διαμάντι καρδιά. Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό αλλά εγώ έχω συναντήσει τέτοια άτομα που χαίρομαι να κάνω παρέα μαζί τους. Η ομορφιά να ξέρετε είναι μέσα στην καρδιά και εκεί να εστιάζεται την προσοχή σας. Τι να το κάνω εγώ να έχω έναν φίλο με τα κανονικά του κιλά και αυτός να είναι δηλητήριο; να μου λείπει τέτοια φιλία.

Για αυτό θέλω να πω σε όλους εσάς που κοροϊδεύετε  αυτά τα άτομα να σταματήσετε να το κάνετε αυτό. Αντί για την εξυπνάδα που νομίζετε ότι κάνετε κοροϊδεύοντας τους μείνετε δίπλα τους και βοηθήστε τα. Το να τα ειρωνεύεστε τα κάνετε να αγχώνονται περισσότερο και να τα απομονώνετε από τον κόσμο και αυτό είναι μεγάλη αδικία. Να απομονώνετε μόνο τα κακά άτομα που κακό σας κάνουν και να πλησιάσετε όσο μπορείτε τα άτομα με τα περίσσια κιλά. Η παρέα τους πιστεύω ότι θα έχει να σας δώσει πολλά να επωφεληθείτε από αυτή την φιλία και να δώσετε στον εαυτό σας την ευκαιρία να πάρει αγάπη και αληθινή φιλία από αυτούς. Πιστέψτε με δεν θα το μετανιώσετε.

Αφιερωμένο στην φιλεναδίτσα μου που της κάνουν επίθεση και την αντιμετωπίζουν ρατσιστικά, αλλά και σε όλους τους ανθρώπους που έχουν λίγα παραπάνω κιλά. Ακόμα το αφιερώνω στους έξυπνους που δεν έχουν τι άλλο να κάνουν και με τι να ασχοληθούν και εκδηλώνονται με αυτό τον τρόπο. Λύσετε πρώτα τα δικά σας προβλήματα και αφήστε τους ανθρώπους με τα κιλά τους στο κάτω κάτω δεν τα έκλεψαν είναι δικά τους.

Διαβάστε ένα σύντομο άρθρο για τα αίτια της παχυσαρκίας ΕΔΩ

Μύριαμ Κ. Ρόδος 

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

ΑΝΟΡΓΑΝΩΣΙΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΣΥΣΣΙΤΙΑ

Τα συσσίτια έχουν μπει για τα καλά στην ζωή του Ελληνικού λαού, διανέμονται όμως σωστά; Ο κόσμος κάνει δωρεές ή παίρνει τρόφιμα για να μαγειρευτούν και μετά να μοιραστούν στον φτωχό και εξαθλιωμένο Έλληνα. Επίσης έχουμε και προσφορές από ομογενείς και ξένους στον Ελληνικό λαό σε χρήματα ή σε είδος. Με αυτό τον τρόπο προσπαθούν να σώσουν τους ανθρώπους  που δυστυχούν από την μεγάλη κρίση που έπληξε την χώρα μας.   Όμως βλέπω πρώτους στην σειρά αλλοδαπούς και είναι πολύ περισσότεροι. Να φάνε οι άνθρωποι δεν είμαστε ρατσιστές, όμως όταν ο λαός μας λιμοκτονεί κυριολεκτικά, γεννιέται εύλογα το ερώτημα είναι ίση η μεταχείριση ή μας αντιμετωπίζουν εμάς τους Έλληνες  ρατσιστικά  στον τόπο μας.

Την πείνα που υπάρχει αυτή την στιγμή στην χώρα μας μπορεί κανείς  εύκολα να την δει αν κάνει μια βόλτα στις γειτονιές. Η ανεργία που όλοι ξέρουμε πόσο δραματικά έχει αυξηθεί οδήγησε τον Έλληνα στην πείνα και στους κάδους απορριμμάτων. Και ενώ μοιράζονται φαγητά σε πολλές πόλεις, νησιά και χωριά της χώρας μας, δυστυχώς ακόμα υπάρχει πείνα. Οι εκμεταλλευτές δεν χάνουν την ευκαιρία που υπάρχει αυτή την στιγμή. Μου θυμίζουν τους μαυραγορίτες στον πόλεμο που πατούσαν επί πτωμάτων για να θησαυρίσουν.

Πριν λίγες μέρες πήγα σε ένα μεγάλο επώνυμο σούπερ μάρκετ. Καθώς ψώνιζα άκουσα να λένε από το μικρόφωνα, ότι όποιος θέλει να αφήνει στο καροτσάκι που ήταν δίπλα στα ταμεία τρόφιμα για να μοιραστούν στους άνεργους. Με μεγάλη μου ευχαρίστηση έβαλα κάποια ψώνια μέσα πηγαίνοντας στο ταμείο να πληρώσω. Έπειτα μπήκα στο αμάξι και περίμενα τον αδελφό μου να τελειώσει και εκείνος τα δικά του ψώνια. Και τότε βλέπω δυο σκουρόχρωμους άντρες Αφρικανούς, να παίρνουν τα πράγματα που τους έδιναν οι υπάλληλοι και να απομακρύνονται λίγο. Παραπέρα είχε άλλους δυο που τους περίμεναν, πήραν τα τρόφιμα και τα έβαλαν σε μια τσάντα και μετά άλλαξαν. Δηλαδή οι άλλοι δύο που τους περίμεναν πήγαν και εκείνοι να πάρουν τρόφιμα.  Γύρισαν μετά και τα έβαλαν όλα μαζί. Και τώρα αναρωτιέμαι, γιατί δεν υπήρχε κανένας άνεργος και άπορος δικός μας; Μετά έδωσα μόνη την απάντηση. Ο Ελληνικός λαός είναι περήφανος ,   αναγκάστηκε να καταφύγει στα συσσίτια γιατί αντιμετωπίζει έντονα το πρόβλημα της επιβίωσης. Όμως οι Έλληνες θεωρούν πολύ υποτιμητικό να στέκονται έξω από τα μαγαζιά σαν ζητιάνοι.  Αυτοί οι άνθρωποι κάποτε δούλευαν και έβγαζαν το ψωμί τους περήφανα  και τώρα από την μια στιγμή στην άλλη βρέθηκαν να ζητιανεύουν για ένα πιάτο φαΐ.

Καλό θα είναι τα μαγαζιά που θέλουν να βοηθήσουν να τα δίνουν στις οργανωμένες μονάδες που κάνουν αυτή τη δουλειά, να κάνουν εκείνοι την διανομή σωστά και δίκαια. Εγώ εκεί δεν ξαναφήνω τρόφιμα. Και δεν το κάνω από τσιγκουνιά αλλά γιατί ξέρω ότι κάποιοι συμπολίτες μου πεινάνε πραγματικά και είναι άδικο αυτό που γίνεται. Το  ίδιο συμβαίνει και με τα συσσίτια παντού σε όλη την Ελλάδα,  τα λαμβάνουν περισσότεροι αλλοδαποί από τους Έλληνες που τα έχουν περισσότερη  ανάγκη. Εδώ στα νησιά λίγο πολύ γνωρίζει ο παπάς τον ενορίτη του και ποιος πραγματικά έχει ανάγκη σίτισης και πιστεύω γίνεται πιο σωστά η διανομή. Για αυτό στις μεγαλουπόλεις λίγη προσοχή δεν βλάπτει.

Ακόμα ένα παράδοξο που μου είπε κάποιος φίλος μου αφορά την    την Ιερά Μητρόπολη Χαλκίδας. Ο Μητροπολίτης είναι ένας εξαίρετος κληρικός, βοηθάει πολύ κόσμο και όλοι έχουν να πουν τα καλύτερα λόγια για αυτόν. Όμως δεν μπορεί να γνωρίζει αν τα τρόφιμα και τα ρούχα  θα  κατανέμονται σωστά και εκεί που πραγματικά τα έχουν ανάγκη. Τις προάλλες όπως μου είπε ο φίλος μου ο Μιχάλης από την Χαλκίδα, μοίραζαν ρούχα.  Αυτές είναι δωρεές των πιστών και των συμπολιτών που θέλουν να βοηθήσουν τον κόσμο να ντυθεί για να μην κρυώνει. Πήγαν τότε κάτι Αθίγγανοι να πάρουν και εκείνοι ρούχα. Πήραν ότι πήραν και έφυγαν με δύο μαύρες σακούλες. Την επομένη πήραν τα ρούχα και τα πούλησαν! Ε είναι αυτό σωστό; Εκεί στην εκκλησία της Χαλκίδας σύμφωνα με αυτά που μαθαίνω,  γίνονται καταγγελίες από διάφορους ανθρώπους. Αν ευσταθούν λοιπόν οι καταγγελίες σε μια ενορία στην διανομή συσσιτίων είναι και μια Αλβανίδα τραγουδίστρια, αυτή δίνει διπλές και τριπλές μερίδες στους αλλοδαπούς με αποτέλεσμα οι Έλληνες να παίρνουν μικρότερη μερίδα ή και καμιά φορά να μην φτάνει για όλους. Θέλω να επισημάνω την προσοχή του Μητροπολίτη Χαλκίδας. Να δείξει περισσότερη προσοχή στο θέμα αυτό και να  ερευνήσει αν είναι αλήθεια, γιατί πιστεύω ότι αυτά συμβαίνουν  εν αγνοία του.

Ελπίζω να βρεθεί κάποια λύση στο θέμα αυτό γιατί πολλά παιδιά και ηλικιωμένοι δεν έχουν αυτή τη στιγμή ούτε ένα πιάτο φαγητό. Θέλω επίσης να πω σε όλους αυτούς που μπορούν, να βγάζουν μια μερίδα από το δικό τους φαγητό και να το δίνουν στον άπορο γείτονα. Αν μπορείτε φίλοι μου να αγοράσετε κανένα γαλατάκι και να το δώσετε σε κάποιον που έχει μικρά παιδιά και που ξέρετε ότι είναι άνεργος και αδυνατεί να το αγοράσει. Ας βοηθήσουμε όλοι έστω και λίγο από το υστέρημα μας για να γλυκάνουμε την δυστυχία που έχει απλωθεί γύρω μας σαν κατάρα.


Μύριαμ Κ. Ρόδος 

Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

ΣΚΟΤΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΟΜΑΔΑ ΔΙΑΣ

Με μεγάλη μου λύπη βλέπω ότι το κράτος έχει αποδυναμώσει και εκμηδενίσει την ομάδα ΔΙΑΣ. Η  ομάδα αυτή ήταν το καμάρι του κόσμου, έχει αφήσει όνομα για την δράση, το θάρρος και την αυτοθυσία της. Όλα τα παιδιά είναι καλά εκπαιδευμένα και γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν για να βοηθήσουν τον πολίτη. Είναι επίσης γνωστό πόσο δραστήρια είναι στο θέμα των ναρκωτικών. Η κυβέρνηση λοιπόν αυτή την ομάδα πάει να την εξαφανίσει, έχουν φύγει από την ομάδα αυτή σχεδόν πάνω από τους μισούς.   Αν δείτε τον εξοπλισμό τους θα κλάψετε, οι περισσότερες μηχανές παρατημένες γιατί έχουν κάποια βλάβη, ούτε τα λάστιχα δεν αλλάζουν. Οι ανίκανοι δεν μπορούν να συντηρήσουν τα εργαλεία της δουλείας των παιδιών αυτών. Πολλές φορές οι ίδιοι αστυνομικοί πληρώνουν για να τις φτιάξουν. Πρώτα περπατούσες και σαν τους έβλεπες στο δρόμο ένοιωθες ασφάλεια, ήταν πάντα πρόθυμοι και έτοιμοι να σε βοηθήσουν, τώρα είναι λίγοι και αραιά και που θα τους δεις. Μαθαίνω και δεν ξέρω αν αληθεύει ότι παιδιά της ομάδας τα έχουν πάρει υπουργοί για να τους προστατεύουν. Πολλά από αυτά έφυγαν γιατί δεν είχαν πόρους και έπρεπε κάπως να ζήσουν. Η ασφάλεια μας τώρα είναι μηδαμινή κάθε λεπτό κινδυνεύουμε από κλέφτες, βιαστές, εμπόρους ναρκωτικών.Τους πήραν δηλαδή από τους δρόμους και άφησαν τον πολίτη εκτεθειμένο στους κινδύνους για να εξασφαλίσουν την δικής τους ασφάλεια.

Αν δείτε την ομάδα ΔΙΑΣ πάνω στο έργο τους θα την θαυμάσατε. Δουλεύουν με αυταπάρνηση και θυσία για να είμαστε εμείς ασφαλές. Όλοι θυμόμαστε τα παιδιά του ΔΙΑΣ που πέθαναν πάνω στο καθήκον τους, καλό ταξίδι παιδιά. Είναι ντροπή και αίσχος να κάνετε τα μεγάλα φαγοπότια σας σε δεξιώσεις και ταξίδια και να  παραβλέπετε την ομάδα αυτή. Εμείς εδώ στα νησιά ζητούμε πίσω αυτή την σπουδαία ομάδα και όχι μόνο την ζητούμε  αλλά θέλουμε και περισσότερους άνδρες, γιατί δυστυχώς δεν υπάρχει σε όλα τα Δωδεκάνησα.Η Κως, Κάλυμνος, Λέρος  και  η Ρόδος έχει πήξει στα ναρκωτικά και στους εμπόρους, αν δείτε με τι ευκολία γίνετε το νταλαβέρι θα πάθετε πλάκα. Φανερά μέρα μεσημέρι γίνονται συναλλαγές, τα παιδιά είναι απροστάτευτα και αργοπεθαίνουν. Ζητάμε εκπαίδευση ξανά στην ομάδα και όχι να βάζετε αστυνομικούς από άλλες θέσεις, είναι σκληρό το πόστο αυτό και σίγουρα χρειάζονται μόνο αυτοί που είναι στα αλήθεια εκπαιδευμένοι, για την δική μας ασφάλεια αλλά και για την δική τους. Ακόμα ζητάμε να έχουν τον εξοπλισμό που δικαιούνται, κράνη, όπλα, αλεξίσφαιρα γιλέκα και μηχανές που να τηρούν τις προδιαγραφές και όχι σκοτώστρες.

 Ξέρω πολλά παιδιά της ομάδας που αναγκάζονται να αγοράσουν μόνα τους αυτό τον εξοπλισμό γιατί η πολιτεία δεν τους τον παρέχει. Ντροπή σας ρε ξεφτίλες, με τον μισθό που τους δίνεται δεν φτάνει να ζήσουν όχι να τα αγοράσουν. Φέρτε μας πίσω την ομάδα ΔΙΑΣ δεν το ζητάμε το απαιτούμε.

http://www.inews.gr/152/apodynamomeni-i-omada-dias-leei-o-chrysochodis.htm 

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΑΣ


Μια φορά πριν από αρκετά χρόνια  ζούσε ένα μικρό κοριτσάκι με την μαμά της. Ο πατέρας της χάθηκε στον πόλεμο και δεν εμφανίστηκε ποτέ ούτε έδωσε σημεία ζωής. Το κοριτσάκι το έλεγαν Ελπίδα, ήταν πολύ χαριτωμένο, ξανθό με μακριά μαλλιά και μπούκλες. Τα καταγάλανα ματάκια της σε μάγευαν, όταν τα κοιτούσες νόμιζες και ταξίδευες στον ωκεανό. Η μητέρα της ήταν μοδίστρα και με φορέματα που της έφερναν κάποιες κυρίες για επιδιόρθωση ψευτοζούσαν φτωχικά. Η Ελπίδα  καθόταν δίπλα στην μητέρα της και την βοηθούσε, τις έδινε βελόνες κλωστές και ότι άλλο χρειαζόταν η μητέρα της για την ραπτική. Και πάντα ήταν δίπλα της και παρακολουθούσε προσεκτικά την δουλειά της.

Μια μέρα η μητέρα της αρρώστησε βαριά, το κοριτσάκι όπως πάντα καθόταν με αφοσίωση και αγάπη στο πλευρό της. Ένα πρωινό της έφερε η κυρά Φωτεινή ένα φόρεμα να το κοντύνει. Το κοριτσάκι πήρε το φόρεμα και δεν είπε ότι η μαμά της ήταν πολύ άρρωστη. Όλη νύχτα πάσχιζε να φτιάξει το φόρεμα της κυρά Φωτεινής και τα κατάφερε τέλεια αν και μικρούλα. Πρωί πρωί κίνησε να πάει στο σπίτι της πελάτισσας για να της παραδώσει το φόρεμα. Εκείνη το έπιασε στα χέρια της και ευχαριστημένη έδωσε τα χρήματα στο κοριτσάκι. Που είναι η μαμά σου Ελπίδα της είπε γιατί δεν το έφερε εκείνη; την ρώτησε απορημένη. Έχει κάτι φορέματα να ράψει και δεν είχε χρόνο και έτσι το έφερα εγώ κυρά Φωτεινή της είπε και τράβηξε τον δρόμο της για το σπίτι. Στο δρόμο η μικρούλα έκλαιγε απαρηγόρητα, η μαμά της είχε πεθάνει τα ξημερώματα. Δεν ήθελε να το πει γιατί φοβόταν πως θα την έβαζαν στο ορφανοτροφείο και έτσι σιώπησε. Η Ελπίδα είχε πάρει την απόφαση να μην πει τίποτα και να συνεχίσει μόνη της να ζει στο σπιτάκι με τις αναμνήσεις από την μανούλα της.

Σαν βράδιασε βγήκε έξω στον κήπο και άρχισε να σκάβει ώρες πολλές.  Την βρήκε το ξημέρωμα στο τραπέζι σκυφτή και να κοιμάται αποκαμωμένη και στεναχωρημένη. Τα χεράκια της ήταν λερωμένα με λάσπες, και τα μαλλάκια της ανακατωμένα και βρώμικα. Κοιτάχτηκε μια ματιά στον καθρέφτη και αφού συλλογίστηκε αρκετά αποφάσισε να πάει να πλυθεί και να χτενιστεί για να μην την καταλάβουν. Περνούσε έτσι ο καιρός και ψευτοζούσε από τα παλιά φορέματα που έφερναν στην μητέρα της να ράψει ή να τα μπαλώσει. Κάποιες φορές αν την ρώταγαν που είναι η μαμά της  εκείνη έλεγε ότι πάει στην πόλη για κάποια δουλειά και θα γυρίσει το βράδυ και έτσι τους ξεγελούσε όλους. Ακόμα πήγαινε στο βουνό και έφερνε ξύλα για να ζεσταθεί και να μαγειρέψει ότι είχε. Μάζευε και   χόρτα από το βουνό και το μαγείρευε.

Εκεί στο βουνό η Ελπίδα είχε έναν φίλο, που τον γνώριζε πριν πεθάνει η μαμά της ακόμα. Ήταν παράξενος, με μακριά μαλλιά και γένια, απεριποίητος και πολύ βρώμικος. Το βλέμμα  του ήταν πάντα απλανές. Και είχε ακόμα ένα κουσούρι  πάνω  του, κούτσαινε. Αν και λιγομίλητος  ήταν πολύ καλός και πολλές φορές την βοηθούσε να μαζέψει ξύλα. Κάποιες φορές προσπάθησε η Ελπίδα να τον ρωτήσει ποιός είναι και γιατί μένει μόνος πάνω στο βουνό. Αυτός τότε σούφρωνε τα χείλη και τα φρύδια του και δεν μιλούσε. Έπεφτε σε μια απέραντη σιωπή και σκεφτόταν. Το κοριτσάκι μετά από κάποιες φορές κατάλαβε  ότι κάτι τον βασανίζει και έπαψε να τον ρωτά.

Πέρασε ο καιρός και το κοριτσάκι ολοένα μεγάλωνε. Μια μέρα όπως πάντα πήγε στο βουνό για ξύλα, ο παράξενος φίλος της έτρεξε να την βοηθήσει. Άρχισε να πελεκάει ένα μεγάλο  δέντρο που είχε ξεραθεί  με τα χρόνια. Αυτό το δέντρο της είπε είναι ότι πρέπει και θα έχεις για πολύ καιρό ξύλα. Όμως εκεί που έκοβε το δέντρο δεν πρόσεξε και έπεσε πάνω στο κεφάλι του. Το κορίτσι έντρομο άρχισε να καλεί σε βοήθεια, μα ποιος θα την άκουγε μέσα σε αυτή την ερημιά. Ξεκίνησε  τότε μόνη της να προσπαθεί να βγάλει τον κορμό από πάνω του. Όταν τα κατάφερε επιτέλους, είδε ότι ο άνθρωπος ήταν ακόμα αναίσθητος. Τι να έκανε τώρα πως να τον άφηνε εκεί μόνο του; Τον έβαλε λοιπόν στο αυτοσχέδιο καροτσάκι που είχε για να κουβαλάει τα ξύλα και σιγά σιγά τον μετέφερε στο σπίτι.

Πέρασαν αρκετές μέρες ο ξένος (έτσι τον έλεγε η Ελπίδα γιατί δεν της είχε πει ποτέ το όνομα του), που έκαιγε από τον πυρετό όλες αυτές τις ημέρες, άρχισε να ανοίγει τα μάτια του και να αντιδρά. Η Ελπίδα γεμάτη χαρά πήγε κοντά του. Είσαι καλά; τον ρώτησε. Με ανησύχησες μέρες τώρα παραμιλάς. Που βρίσκομαι; λέει εκείνος απορημένος σαν να μην την έχει ξαναδεί, και τι θέλεις εσύ στο σπίτι μου; της είπε λίγο θυμωμένα. Το κορίτσι τότε σκέφτηκε ότι ακόμα παραμιλάει και παραλογίζεται και δεν του απάντησε. Ο ξένος προσπάθησε να σηκωθεί μα ήταν αδύναμος και σωριάστηκε πάλι. Που είναι η γυναίκα μου και το παιδί μου; την ξαναρωτάει. Εδώ είναι το σπίτι μου τότε του απαντάει εκείνη λίγο θυμωμένα. Εκείνος τότε ξανακοίταξε εξονυχιστικά το δωμάτιο και της είπε, πάνω στο τζάκι έχει ένα κουτί και μέσα έχει φωτογραφίες. Μου τις φέρνεις σε παρακαλώ που δεν μπορώ να σηκωθώ; Η Ελπίδα τα έχασε, από που και ως που ο ξένος ήξερε το κουτί με τις οικογενειακές φωτογραφίες τους; Μα εκεί είναι οι δικές μας φωτογραφίες του απαντάει. Φέρε να δω είπε εκείνος θυμωμένα που δεν κατάλαβε τι γινόταν. Η Ελπίδα πιάνει το κουτί και το πάει στον ξένο. Ορίστε κοίταξε να δεις και εσύ ότι έχω δίκιο σε αυτά που σου λέω. Ο ξένος ανοίγει τότε το κουτί και πιάνει τις φωτογραφίες. Τα μάτια του πλημμύρισαν με δάκρυα. Να εδώ είναι η γυναίκα μου και η κορούλα μου, για αυτές τις δύο σου λέω. Η Ελπίδα τώρα άρχισε να κλαίει και να τρέμει από συγκίνηση, δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη.

Αυτή είναι η μαμά μου και εγώ μωράκι και δίπλα ο πατερούλης μου που χάθηκε στον πόλεμο, είπε μετά από αρκετή ώρα που μπόρεσε να μιλήσει. Μα τι μου λες τώρα; τι χρονολογία έχουμε ρώτησε ο ξένος που ήταν φανερό πια ότι κάπου είχε χαθεί στον χρόνο. Σήμερα έχουμε δώδεκα Σεπτεμβρίου του 1951 του είπε, πέρασαν λοιπόν δέκα χρόνια από τότε; μα πως έγινε, που ήμουν τόσο καιρό; το μόνο που θυμάμαι είναι ότι βρισκόμουν στο μέτωπο και δίπλα μου υπήρχαν πτώματα εκρήξεις και φωτιές. Η Ελπίδα τώρα που είχε καταλάβει τι έγινε άρχισε να κλαίει από χαρά. Δηλαδή είπε χαμηλόφωνα εσύ είσαι ο  χαμένος πατέρας μου; Εκείνος που άρχισε επιτέλους να βρίσκεται στην πραγματικότητα και που τα είχε εντελώς χαμένα, της είπε, εσύ είσαι το μικρό μου κοριτσάκι η Ελπίδα μου; ήσουν μια σταλιά όταν σε άφησα και δεν σε αναγνώρισα καθόλου, μα τώρα που σε ξανακοιτώ, ναι εσύ είσαι το κοριτσάκι μου με τα γαλάζια πελώρια ματάκια. Η Ελπίδα έτρεξε και έπεσε στην αγκαλιά του, έκλαιγε σαν μικρό παιδί, αλλά και εκείνος το ίδιο. Έκλαιγαν με λυγμούς. Κάποια στιγμή ο πατέρας   της  έκανε την ερώτηση που φοβόταν η Ελπίδα, η μαμά που είναι; γιατί δεν είναι σπίτι μαζί σου;
Η κοπέλα τότε σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά του. Δεν είναι εδώ πια μαζί μας να σε δει και να χαρεί. Σε περίμενε όλα αυτά τα χρόνια, ποτέ δεν έπαψε να σε περιμένει. Που είναι ρωτάει τότε εκείνος και παρακαλούσε μέσα του να του δώσει κάποια άλλη απάντηση και να μην είναι αυτή που σκέφτηκε. Είναι πάνω στους ουρανούς και ξέρω θα μας βλέπει από εκεί ψηλά και θα χαίρεται. Άρχισαν πάλι να κλαίνε και οι δύο αγκαλιασμένοι, αυτή την φορά από πόνο για την απώλεια της αγαπημένης τους. Ξέρεις ποιο είναι το περίεργο μπαμπά; της είχα μιλήσει για σένα κάποιες φορές που ερχόμουν στο βουνό και τις έλεγα πόσο περίεργα φέρεσαι και πως ζεις εκεί μόνος και ξέρεις τι μου έλεγε; πως για να είσαι εκεί κάτι πολύ σκληρό θα πέρασες. Που να ξέραμε ότι ήσουν εσύ και πως δεν μπορούσες να θυμηθείς ποιός είσαι. Σίγουρα εκείνη θα σε αναγνώριζε αν σε έβλεπε, και η τραγική ειρωνεία είναι, ότι μου είπε να σου πω να έρθεις κάποια μέρα να φας μαζί μας μα εσύ δεν ήθελες, ζούσες στον κόσμο σου.

Η Ελπίδα άρχισε να του εξιστορεί  τα πάντα γύρω από την μάνα της και για εκείνην την ίδια,  προσπάθησε να γεφυρώσει την απουσία του για  όλα αυτά τα γεγονότα που έζησαν μακριά. Μετά από λίγες μέρες βγήκαν έξω στην γειτονιά μαζί, εκείνος είχε κόψει τα μαλλιά και τα γένια  του και φόρεσε καθαρά ρούχα, είχε γίνει άλλος άνθρωπος. Το κουστούμι του γάμου του, του έδινε κάποιο κύρος και το μπαστουνάκι ακόμα που κρατούσε λόγω αναπηρίας, τον έκαναν να μοιάζει με αριστοκρατικό τύπο. Η Ελπίδα τον έπιασε από το μπράτσο και περήφανα περπατούσε δίπλα του. Κάποιες παλιές γειτόνισσες τον αναγνώρισαν αμέσως και έτρεξαν να τον χαιρετίσουν. Καλημέρα κύριε Λάμπρο (έτσι τον έλεγαν) τι κάνεις, η γυναίκα σου πού είναι έχουμε καιρό να την δούμε. Ήταν μαζί μου στην πόλη και δυστυχώς  αρρώστησε και την χάσαμε, είπε και γύρισε να κοιτάξει την κόρη του. Εκείνη κατάλαβε ότι ήθελε να τα πάρει όλο το βάρος πάνω του και να μην πει ότι πέθανε από καιρό και ότι η Ελπίδα τους έλεγε ψέμματα. Χαμογέλασε η Ελπίδα και έγειρε τρυφερά στο μπράτσο του πατέρα της. Τώρα πια, ήταν εκείνος και θα φρόντιζε για όλα και για τα καλά και για τα κακά. Έτσι αγκαζέ συνέχισαν την βόλτα τους στο χωριό, όλα ήταν υπό τον έλεγχο του μπαμπά η Ελπίδα θα ξεκουραζόταν επιτέλους,  η κακιά μπόρα είχε φύγει. Βέβαια είχε αφήσει σπασμένα κλαριά από τον μεγάλο άνεμο στην καρδιά της, μα τώρα, όλα θα τα φτιάξει ο πατερούλης της, που θα προσπαθήσει να της τα αναπληρώσει, και να γεμίσει τον χαμένο χρόνο.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΚΑΛΙΓΟΥΛΕΣ


Διαβάστε το εκτεταμένο άρθρο του Βήματος για τον Καλιγούλα πατώντας ΕΔΩ

Βλέπω πολλές ομοιότητες του Καλιγούλα με τους δυο θαυμάσιους πολιτικούς μας τον Γιωργάκη και τον Αντωνάκη. Όποιος αυλικός (βουλευτής) δεν συμφωνεί με τα καμώματα τους αμέσως του παίρνουν το κεφάλι. Η παράνοια, η υπεροψία, ο αυταρχισμός, η μεγαλομανία, η σχιζοφρένεια, η διαφθορά  και πολλά άλλα ακόμα, είναι σημεία ομοιότητας με αυτά του Καλιγούλα.

Ο Καλιγούλας ήταν ένας παρανοϊκός πολιτικός της εποχής που η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία βρισκόταν στο απόγειο της. Στην αρχή ο Καλιγούλας έδινε και χάριζε στον λαό, όμως πολύ γρήγορα άρχισε να τα παίρνει πίσω με τον δικό του παρανοϊκό τρόπο και να κάνει τον λαό του δυστυχισμένο. Έτσι δεν γίνεται εδώ και χρόνια στην Ελλάδα; Επίσης αποφάσισε να κάνει το άλογο του συγκλητικό τέτοια παράνοια είχε. Και οι δικοί μας όμως το ίδιο δεν κάνουν; βάζουν τον κάθε άσχετο υπουργό παράδειγμα περίτρανο ο Άδωνις και άλλοι πολλοί σε αυτή την κατηγορία. Είναι να γελάει κανείς, εδώ καλά καλά δεν μπορεί να αρθρώσει λέξη θέλει και υπουργείο. Ο Καλιγούλας ήθελε όλος ο κόσμος να τον προσκυνάει και να τον εγκωμιάζει. Αλίμονο σε αυτόν που θα του σήκωνε ανάστημα, αποκεφαλιζόταν αμέσως.  Έτσι και ο Έλληνας ο δυστυχής πληρώνει την αντίδραση του για το διεφθαρμένο καθεστώς.

Το παλάτι του Καλιγούλα ήταν μέσα στην χλιδή, κάτι μου θυμίζει αυτό, ενώ οι άνθρωποι πεθαίνουν της πείνας στον τόπο μας, οι πολιτικοί ζουν στα ανάκτορα τους σαν βασιλιάδες. Η διαφθορά και η δυσωδία ήταν τόσο έντονη στο παλάτι του Καλιγούλα που από μίλια μακριά τα οσμιζόταν κανείς. Διακόρευε και διαπόμπευε τις κορασίδες ακόμα και τις ίδιες του τις αδελφές, κάτι ανάλογο που κάνουν αυτοί με την μητέρα μας Ελλάδα. Την έχουν διασύρει και εξευτελίσει τόσο πολύ που όλα τα υπόλοιπα παιδιά της θέλουν να εκδικηθούν τον Καλιγούλα.

Ο Καλιγούλας λένε ότι είχε παρανοήσει λόγο μιας εγκεφαλίτιδας που είχε περάσει και έχει κάποιο ελαφρυντικό. Οι δικοί μας όμως παρανόησαν από την εγκεφαλίτιδα της εξουσίας και αυτό είναι ασυγχώρητο. Ο Καλιγούλας στεναχωριόταν πολύ  και προβληματιζόταν που δεν είχε  κάνει κάποια πολύ μεγάλη καταστροφή για να τον γράψει η ιστορία, αγνοώντας ότι το μεγάλο κακό ήταν ο ίδιος. Αντίστοιχα οι δικοί μας αγνοούν ότι η ιστορία θα τους καταγράψει με μελανότερα χρώματα, ως τα χειρότερα πρόσωπα της σύγχρονης Ελληνικής πολιτικής σκηνής. Ου να μου χαθείτε Καλιγούλες ε Καλιγούλες!

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

ΜΗΝΥΜΑ ΟΡΓΗΣ ΑΠΟ ΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ

Με μεγάλη λύπη μου βλέπω και φέτος όπως κάθε χρόνο η κυβέρνηση και η κάθε κυβέρνηση να μας αγνοεί εμάς εδώ στα Δωδεκάνησα. Σήμερα στα νησιά μας γιορτάζουμε με λαμπρότητα και υπερηφάνεια  την ένωση μας με την μητέρα Ελλάδα. Κάνουμε παρέλαση και τιμούμε τους ήρωες που χάθηκαν πολεμώντας  με περίσσιο θάρρος για να είμαστε εμείς ελεύθεροι τώρα. Ακόμα γιορτάζουμε γιατί έπειτα από 630 χρόνια σκλαβιάς από τους κατακτητές μπορέσαμε και πάλι να ανασάνουμε ελεύθεροι  στην αγκαλιά της μάνας μας. Όμως τα μέσα μαζικής ενημερώσης ποτέ δεν δείχνουν τις παρελάσεις μας θαρρείς και εμείς δεν είμαστε Έλληνες.  Μπορεί να δείξουν κάποια αποσπάσματα που τα πέρνάνε  πολύ γρήγορα για να μην τους φάνε χρόνο.  Δεν είδαμε έναν πολιτικό να βγει στο γυαλί και να πει δυο λόγια για την σπουδαία αυτή μέρα. Ούτε έναν. Όταν πρόκειται για εκλογές και για να μας πιπιλίσουν τα μυαλά, στήνονται από το πρωί έως το βράδυ, τώρα είναι όλοι άφαντοι.

Εγώ σαν  θιγόμενη  Ελληνίδα και νησιώτισσα  θέλω να πω ένα μεγάλο ΝΤΡΟΠΗ σε όλους αυτούς τους κύριους των καρεκλών της εξουσίας. Ακόμα θέλω  να τους θυμίσω ότι εμείς εδώ στα ακριτικά νησιά φυλάμε τα σύνορα που εσείς είστε ανάξιοι να τα υπερασπίσετε. Πολεμήσαν και οι Δωδεκανήσιοι στο πλάι των υπόλοιπων Ελλήνων,  και χάθηκαν  πολλά παληκάρια. Και πάλι αν χρειαστεί θα δώσουμε το αίμα μας για την Ελλάδα. Μιλάμε  την ίδια γλώσσα με εσάς και έχουμε την ίδια θρησκεία, έχουμε το ίδιο αίμα στις φλέβες μας. Αυτό το φρόντισαν οι γενναίοι νησιώτες προγονοί μας. Όπου ζήτησε η Ελλάδα ήρθαν και τα δικά μας παιδιά να πολεμήσουν, για να μπορείτε εσείς να είστε ελεύθεροι και  στρογγυλοκάθεστε στις καρεκλίτσες σας τώρα. Εμάς δηλαδή  θα μας θυμάστε μόνο όταν θέλετε να πάρετε κάτι; για εσάς τότε θα είμαστε ο νομοταγής  λαός σας που θα πληρώνουμε σαν κορόιδα τις έκτακτες και εξαντλητικές εισφορές; Γιατί  εσείς τότε μόνο  μας θυμάστε εδώ στα Δωδεκάνησα.  Τότε είμαστε για εσάς Έλληνες και αδέλφια. ΝΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΞΑΝΑ ΝΤΡΟΠΗ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΣΑΣ.

Για εικόνες από τις διαμαρτυρίες και τα επεισόδια στην πόλη της Ρόδου πατήστε ΕΔΩ

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Η ΕΒΔΟΜΗ ΜΑΡΤΙΟΥ ΜΑΣ ΘΥΜΙΖΕΙ ΠΩΣ ΗΤΑΝ Ο ΕΛΛΗΝΑΣ

Η 7η Μαρτίου του 1948 είναι μια πολύ σπουδαία μέρα για τα Δωδεκάνησα.  Η μητέρα Ελλάδα μετά από αγώνες, πολέμους και διαπραγματεύσεις κατάφερε να ενωθεί με τα παιδιά της. Τα Δωδεκάνησα μετά από 630 χρόνια σκλαβιάς επιτέλους ήταν ελεύθερα και ενωμένα με την υπόλοιπη Ελλάδα. Το σπουδαιότερο από όλα όμως ήταν ότι ενώ πέρασαν δυνάστες διαφόρων εθνικοτήτων, όπως Γερμανία, Τουρκία, Ιταλία, ποτέ δεν έχασαν το θάρρος τους και ούτε την εθνικότητά τους. Ήξεραν να κρατάνε γερά την πίστη, την γλώσσα και την αγάπη τους για την πατρίδα. Τότε υπήρχαν άνθρωποι με καρδιές ήρωες, που δεν σκιαζόταν να δώσουν ακόμα και την ζωή τους για την πατρίδα. Οι παπάδες έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο τότε, εμψύχωναν και μάθαιναν γράμματα στα παιδιά για να μην μπορέσουν να τους υποδουλώσουν και την ψυχή τους. Οι άνθρωποι τότε, έβρισκαν χρόνο ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές ,να μαζεύονται και να γλεντάνε. Αυτό το έκαναν για να παίρνουν ψυχική  δύναμη και να συνεχίζουν τον σκληρό  αγώνα τους.

Η αντίσταση και το θάρρος των ανθρώπων εκείνων έχει μείνει στην ιστορία αλλά και στην καρδιά μας. Πόσο θα ήθελα να υπήρχαν αυτοί οι άνθρωποι με καρδιά λιονταριού. Πόσο θα ήθελα να μπορούσα να μιλήσω και να να κοιτάξω κατάματα  αυτούς τους θαρραλέους  ανθρώπους. Φοβάμαι πως αν βρεθώ μπροστά τους θα μου κάνουν χιλιάδες ερωτήσεις και θα ντραπώ γιατί δεν θα μπορώ να τους απαντήσω.

Κοιμάμαι και βλέπω όλους αυτούς τους ήρωες  που πολέμησαν γενναία, να με κοιτούν αγριεμένοι και να με ρωτούν. Τι κάνατε για την Ελλάδα εσείς; εμείς γιατί αγωνιστήκαμε και δώσαμε τις ζωές μας;  άδικα πολέμησαν  τόσοι άνθρωποι  και χάθηκαν για να είστε εσείς ελεύθεροι τώρα; Γιατί εσείς οι Νεοέλληνες σηκώσατε ψηλά τα χέρια; δεν πονάτε τον τόπο σας; πως αφήνετε να σας πάρουν την Ελλάδα και δεν ξεσηκώνεστε; Έπειτα ακούω και μια φωνή βροντερή γεμάτη θυμό και οργή να μου λέει: Ορέ εμείς μια χούφτα άνθρωποι και τα βάλαμε με τόσους εχθρούς, εσείς ολόκληρος λαός δεν μπορείτε να τα βάλετε με τριακόσιους; Νομίζω ότι αυτός που μου μιλάει είναι ο Καραϊσκάκης, γιατί μετά αρχίζει και βρίζει άσχημα, όλους τους πολιτικούς μας.

Όταν ξυπνάω  είμαι μούσκεμα στον ιδρώτα και μου έρχεται να κλάψω από ντροπή, γιατί ξέρω ότι  έχουν δίκιο οι πρόγονοι μας. Σίγουρα τα κοκκαλάκια τους θα τρίζουν τώρα.
Μετά σηκώνομαι και κάθομαι στο κρεβάτι μου, κάνω χιλιάδες σκέψεις, πως μας κατάντησαν έτσι οι παραδόπιστοι; και πως εμείς τους επιτρέψαμε να κάνουν τόσο μεγάλο κακό στην χώρα μας; Εύχομαι πάντα και παρακαλάω να γίνει κάποιο θαύμα και να μπορέσουμε να βρούμε την σωστή λύση στο μεγάλο αυτό πρόβλημα. Η παρέλαση που θα γίνει σήμερα με γεμίζει με μια απίστευτη θλίψη, όχι πως δεν χαίρομαι που απελευθερωθήκαμε, αλλά γιατί από δικιά μας ανοησία και απροσεξία κάναμε βήματα προς τα πίσω. Κοιτάζοντας κάποια παλιά βίντεο της μεταπολεμικής περιόδου, βλέπω μπροστά μου ξαφνικά σε αυτή την εποχή την ίδια εικόνα, ανθρώπους πεινασμένους να στέκονται στην ουρά και να περιμένουν ένα πιάτο φαγητό. Μα το χειρότερο είναι ότι είμαστε ακόμα στην αρχή. Δεν ξέρουμε δηλαδή που θα πάμε και πως θα καταλήξουμε, όλα γίνονται μυστικά πίσω από την πλάτη μας. Οι μεγάλοι αφέντες πολιτικοί μας στρώνονται πάνω σε ένα μεγάλο στρογγυλό τραπέζι διαπραγματεύσεων μαζί με τους Εταίρους και κρίνουν την δική μας τύχη που δυστυχώς είναι μαύρη και άραχνη.

Εύχομαι η σημερινός εορτασμός  της 7ης Μαρτίου, να αναπτερώσει το ηθικό μας και να γεμίσει τις καρδιές μας με πίστη ελπίδα και θάρρος. Ακόμα εύχομαι να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε δυναμικά όλη αυτή την κατάσταση. Ελπίζω να βρεθεί  έστω και ένα μικρό λυχναράκι που θα μας οδηγήσει σταθερά και σίγουρα έξω από αυτό τον εφιάλτη που ζούμε σήμερα. Γιατί αν δεν βρεθεί αυτό το λυχναράκι φοβάμαι ότι  με τόσο σκοτάδι θα πέσουμε σίγουρα στο λάκκο με τα θεριά και θα μας κατασπαράξουν.  

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Τρίτη, 6 Μαρτίου 2012

H KYΡΑ ΦΡΟΣΥΝΗ ΑΡΓΟΠΕΘΑΙΝΕΙ (2)

Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια όμορφη βασιλοπούλα η κυρά Φροσύνη. Ήταν τόσο όμορφη και σοφή που όλοι την ζήλευαν. Είχε αρκετό πλούτο στο βασίλειο της και για αυτό τον λόγο, ο κάθε διοικητής που έμπαινε αντί να διοικεί  με σύνεση,  στο μυαλό του είχε να την ληστέψει. Από τις πολλές κλοπές την χρεοκόπησαν και η κυρά Φροσύνη παραφρόνησε και όλοι την φωνάζαν Παραφροσύνη.

Οι ξένες χώρες τώρα άρχισαν να συνωμοτούν και να κάνουν βρώμικα σχέδια εις βάρος της. Σκέφτηκαν πως έτσι Παράφρων που την κατάντησαν οι διοικητές της, είναι ευκαιρία να την αποτελειώσουν και να της κλέψουν εύκολα και το παλάτι της. Φώναξαν τους διοικητές της και με ένα έξυπνο τρόπο τους έκαναν να συμφωνήσουν να της πάρουν το βασίλειο, ξεκινώντας από την αυλή της. Τι έκαναν λοιπόν; είπαν να βάλουν  μπροστά το πετυχημένο σχέδιο του δανεισμού για να την σκοτώσουν. Οι μεγάλοι διοικητές της Φροσύνης  ήταν όλοι  απόγονοι του Ιούδα και για τριάκοντα αργύρια εύκολα είπαν το ναι. Και τότε όπως είναι φυσικό  με μεγάλη χαρά υπόγραψαν την καταδίκη της. Μια μέρα  κάποια γριά μάγισσα,  Ξέρκελ την έλεγαν, ήρθε να την επισκεφτεί. Η Φροσύνη σκέφτηκε ότι αυτή την γυναίκα την είχε βοηθήσει κάποτε  και ίσως ήρθε για να την σώσει. Όμως η Ξέρκελ ήταν ζηλόφθονη και κακιά και  σκοπός ήταν άλλος. Όταν λοιπόν την κέρασε και καθώς συζητούσαν, χωρίς να πάρει είδηση η Φροσύνη μας, της έβαλε δηλητήριο στο ποτό της.

Η Φροσύνη έπεσε άρρωστη βαριά, ανάσαινε με δυσκολία, εκλιπαρούσε για βοήθεια τους διοικητές αλλά αυτοί σημασία δεν της έδιναν. Τα παιδιά της εντωμεταξύ που είχαν καταλάβει τι έγινε άρχισαν να αντιστέκονται και να φωνάζουν, μα πάλι οι διοικητές σημασία καμιά. Μάλιστα άρχισαν να βάζουν άγρια τιμωρία σε όλα τα παιδιά της. Τους έκοψαν το φαγητό και ζούσαν με λίγα ψιχουλάκια. Η πείνα άρχισε να φέρνει την εξαθλίωση και την μιζέρια. Πολλά παιδιά της έχασαν το σπίτι τους και έμεναν στους δρόμους και μερικές φορές πάγωναν και πέθαιναν από το κρύο. Όμως δεν το έβαζαν κάτω ήθελαν να σώσουν την μητέρα τους με όποιο κόστος και να είχαν. Άρχισαν επιτέλους να μαζεύονται και να φωνάζουν και έψαχναν να βρουν κάποια λύση να κάνουν την μαμά τους καλά και να μην πεθάνει. Υπήρχαν και άλλα παιδιά της Φροσύνης  που ζούσαν στο εξωτερικό. Όταν πληροφορήθηκαν για το τι συμβαίνει άρχισαν και αυτά να αντιδρούν, δεν τους άρεσε καθόλου που δηλητηρίασαν έτσι ύπουλα την μαμά τους. Όμως το πιο τραγικό ήταν, που υπήρχαν μερικά  παιδιά της Φροσύνης που ήταν φιλάργυρα και οι διοικητές  το ήξεραν αυτό. Τους έδιναν μερικά ψίχουλα παραπάνω και αυτά αφού νόμιζαν ότι βολεύτηκαν, σταμάτησαν να αντιδρούν και συμφωνούσαν με τους κλέφτες που διοικούσαν το παλάτι.

Είναι άσχημο πράγμα ένα παιδί να προδίδει έτσι την μάνα του για να περνάει  αυτό καλά. Αν δεν νοιάζεσαι για την ίδια την μάνα και τα αδέλφια σου που δυστυχούν, νομίζω δεν είσαι άνθρωπος. Αν βλέπεις την μάνα σου να αργοπεθαίνει, αν βλέπεις τα αδέλφια σου να πεινούν, αν βλέπεις ότι έρχονται ξένοι κατακτητές να πάρουν όλο το βιός σου και εσύ ακόμα υποστηρίζεις τους διοικητές τι να σου πω; Το μόνο που θα καταφέρεις φιλάργυρο παιδί της Φροσύνης, είναι το δικό σου παιδί σίγουρα δεν θα μάθει ποτέ να μιλάει και να γράφει την δική σου γλώσσα. Ούτε θα μάθει την δική σου θρησκεία, τα ήθη και τα έθιμα σου. Το αναγκάζεις με αυτή σου την απερισκεψία να ζει και να μεγαλώνει στο σκοτάδι και να διοικείται πια από βαρβάρους. Ακόμα με την εγκληματική αδιαφορία σου θα χαθεί η πολύτιμη πολιτιστική κληρονομία της πατρίδας σου.

Ο Θεός ποτέ δεν ευλόγησε το άδικο, πιστεύω πως σύντομα θα ρίξει το βλέμμα του και στην Φροσύνη μας και θα την αγκαλιάσει στοργικά για να την σώσει. Τότε προδότες διοικητές και εσείς φιλάργυρα παιδιά θα λογοδοτήσετε στα άλλα παιδιά της. Γιατί να είστε σίγουροι ότι δεν θα καθίσουν με σταυρωμένα τα χέρια, έχουν βάλει  σκοπό της ζωής τους να σώσουν την μάνα Φροσύνη και είμαι σίγουρη ότι θα τα καταφέρουν.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗ

Τελικά είστε νούμερα μεγάλα όλοι οι πολιτικοί. Κοιτάξτε τι σκαρφίστηκαν πάλι τα νούμερα, για να ΜΗΝ πάρει η σύζυγος την επικουρική του άντρα της. Πρέπει ο σύζυγος να κάνει ένα είδος συμβολαίου  μετά θάνατο με το κράτος. Αυτό θα αφορά την σύζυγο του, δηλαδή θα λέει ότι επιθυμώ να πάρει την επικουρική σύνταξη η σύζυγος μου όταν πεθάνω. Είναι γελοίο  βρε καραγκιόζηδες για μια σύνταξη που είναι επιβαλλόμενη από τον νόμο, να φτιάχνετε άλλο νόμο για να κάνετε οικονομία εσείς.
Αφού δηλώσει αυτό το παράδοξο ο σύζυγος εν ζωή, αυτόματα του κρατάνε ένα 30% από την δική του σύνταξη. Τελικά ρε πόσο ηλίθιοι και λωποδύτες είστε; πόσο απάνθρωποι και διεστραμμένοι είστε; 

Τον αέρα που αναπνέουμε μήπως πρέπει να τον δηλώσουμε και αυτόν; ή αυτόν φροντίζετε να μας έρχεται πακεταρισμένος και ψεκασμένος για να μας κοιμίζετε; Έχετε ξεπεράσει τα όρια της λογικής και της δικής μας αντοχής. Αν συνεχίσετε αυτές τις αυθαιρεσίες σύντομα θα μας βρείτε μπροστά σας και αυτή την φορά θα είστε αντιμέτωποι με θεριά ανήμερα και όχι με πολιτισμένους ανθρώπους όπως τώρα.

Ο πεινασμένος και ο αδικημένος να ξέρετε χάνει τον έλεγχο και παραφέρεται,  γίνεται βίαιος. Θέλετε μια κοινωνία που δεν θα σέβεται και δεν θα υπακούει τους νόμους; θέλετε μια κοινωνία από άγρια θεριά που δεν θα μπορείτε να ελέγχετε και που δεν θα υπακούν πια σε νόμους και ιεραρχίες; Συνεχίστε με τον ίδιο ρυθμό και θα δείτε τι πολίτες θα έχετε και αν θα σας αρέσει αυτή η μεταμόρφωση τους.


Μύριαμ Κ. Ρόδος