Κυριακή, 30 Δεκεμβρίου 2012

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΝΟΥΛΑΣ

Πριν λίγους μήνες συζητώντας με μια φίλη μου νοσοκόμα, μου μίλησε για κάποιαν ασθενή που βλέπει. Μου είπε τόσα πολλά, που θέλησα να την γνωρίσω και έτσι ένα απόγευμα πήγα στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν, για να την δω. Όταν μπήκα στο δωμάτιο είδα μια πολύ γλυκιά, φινετσάτη γριούλα στο κρεβάτι. Τα μαλλιά της ήταν κάτασπρα, ήταν λεπτή, χαμογελαστή και  με κάτι μάτια επιβλητικά, που σε κοίταζαν από πάνω μέχρι κάτω. Μου χαμογέλασε και μου ανταπέδωσε τον χαιρετισμό που της έκανα. Πήρα μια καρέκλα και κάθισα κοντά της. Στα χέρια της κρατούσε ένα νήμα και ένα βελονάκι, έφτιαχνε κουβέρτα για την νοσοκόμα που την είχε αγαπήσει σαν κόρη της. Πως πάτε κυρία Άννα ρώτησα; σκέτη 'Αννα να με λες μου απάντησε,  Αννούλα θα σε λέω της είπα τότε. Εκείνη χαμογέλασε ικανοποιημένη, της άρεσε πολύ αυτό. Όταν κάθισα δίπλα της άρχισε να μου λέει διάφορες ιστορίες της ζωής της. Μου μίλησε για την κόρη και την εγγονή της που έλειπαν στο εξωτερικό. Γίναμε αμέσως φίλες με την γιαγιά, μαζί μου ένιωσε μια οικειότητα όπως και εγώ νόμιζα και την ήξερα πολύ καιρό. Κάποια στιγμή εκεί που μου μιλούσε, γύρισε και πείραξε δίπλα μια άλλη γιαγιά.  Την κορόιδεψε το πειραχτήρι, είχε χιούμορ η γιαγιά και μου άρεσε αυτό.

Η Αννούλα ήταν από πολύ καλή  και πλούσια οικογένεια, με πατέρα γιατρό και  ήταν κοινωνικά καταξιωμένοι, από τζάκι  όπως συνηθίζουμε να λέμε. Παντρεύτηκε έναν ευκατάστατο άντρα, που ήταν γνωστός στο νησί από τις ξακουστές δωρεές του πατέρα του. Έκαναν ένα παιδί, ένα κοριτσάκι, που σαν μεγάλωσε παντρεύτηκε και έφυγε στο εξωτερικό. Οι γονείς της τότε την ακολούθησαν καθώς ήταν η μοναχοκόρη τους και ήθελαν να βρίσκονταν κοντά της. Πέρασαν τα χρόνια και στην Ελλάδα ερχόντουσαν μόνο για να επιβλέπουν τα σπίτια και τα χωράφια τους, έκαναν τις διακοπές τους και έφευγαν πάλι. Όταν όμως γέρασαν αποφάσισαν να γυρίσουν πίσω στην Ελλάδα, δεν ήθελαν να αφήσουν το κοκκαλάκι τους στην ξενιτιά.

Όλα τα χρόνια τα πέρασαν αγαπημένοι, η Άννα και ο άντρας της, ποτέ καμιά σκιά δεν μπήκε ανάμεσα τους. Η Άννουλα πρέπει να ήταν πολύ όμορφη γυναίκα, αφού ακόμα και τώρα βλέπεις μια γλύκα στο προσωπάκι της, για αυτό φαίνεται την λάτρεψε και ο αγαπημένος της. Κάποτε ο άντρας της πέθανε από γερατειά  και έμεινε μόνη να πενθεί, για τον χαμό του αγαπημένου της. Η Αννούλα γέρασε όμως και αυτή και χρειάζεται κάποιον άνθρωπο κοντά της. Η κόρη της την παρακαλάει συνέχεια  να πάει μαζί  της, εκείνη όμως με τίποτα δεν θέλει να φύγει. Τον τελευταίο καιρό, άρχισε να ξεχνάει πολλά χάρη στο  Αλτσχάιμερ που απέκτησε,  μια ύπουλη νόσο που δεν την καταλαβαίνει ο ασθενής. Μια έξυπνη ανιψιά τότε άρχισε να την διπλαρώνει και να της τρώει τα λεφτά της. Η Άννα πολλές φορές την μπέρδευε με την κόρη της και τις έδινε ότι της ζητούσε. Η ανηψιά σπούδαζε την κόρη της με τα λεφτά της θείας. Όμως δεν αρκέστηκε εκεί, την έβαλε να της γράψει και όλα τα ακίνητα. Ένα πρωί η ηλικιωμένη γυναίκα έπεσε από την σκάλα και χτύπησε, ευτυχώς στο χωράφι εκείνη την ημέρα ήταν ο άνθρωπος που δούλευε και άκουσε τις φωνές της. Η Άννα πήγε στο νοσοκομείο και η κόρη της ειδοποιήθηκε, από τον άνθρωπο αυτό που φρόντιζε τα χωράφια της.

Η ανιψιά πήγαινε σαν επισκέπτης και την έβλεπε μόνο για τα μάτια του κόσμου. Μετά από λίγες μέρες κατεβαίνει και η κόρη της κάτω στην Ελλάδα για να δει τι γίνεται. Την περίμενε όμως μια δυσάρεστη έκπληξη, όταν  έμαθε τι έκανε η ξαδέλφη της. Η αθεόφοβη μέχρι και τα ενοίκια από κάτι σπίτια που είχαν τις τα έπαιρνε όλα  και άφηνε την Αννούλα μόνο με την σύνταξη της. Άρχισε αμέσως τις νομικές διαδικασίες για να πάρει τα πάντα πίσω, έφερε και δυο αποκλειστικές νοσοκόμες για να φροντίζουν την μαμά της. Την παρακαλούσε κάθε μέρα να φύγει μαζί της για να την προσέχει αλλά εκείνη ούτε να το ακούσει ήθελε. Έτσι πήρε την απόφαση μετά το νοσοκομείο να την βάλει σε ένα γηροκομείο να την προσέχουν, δεν ήθελε να είναι πια μόνη της. Πλήρωνε πάντα όμως τις νοσοκόμες να αλλάζουν βάρδια και στο γηροκομείο, για  να της κρατάνε συντροφιά. Η κόρη δεν μπορούσε να μείνει άλλο και έφυγε πάλι για την Αμερική.

Η Αννούλα όμως ήθελε να γυρίσει σπίτι της και φώναζε μέρα νύχτα.  Οι νοσοκόμες δεν την έκαναν καλά, γιατί φώναζε συνέχεια και τσακωνόταν με τα άλλα γεροντάκια. Άρχισε να μην τρώει και η μια νοσοκόμα η φίλη μου, άρχισε να την βγάζει έξω και να την παίρνει σε κανένα εστιατόριο μπας και φάει. Η Αννούλα έξω ήταν μια χαρά, έτρωγε το φαγητό της και μόνο που την έβλεπες χαιρόσουν. Είχα βγει και εγώ μαζί τους δυο φορές, έτρωγε σαν πριγκίπισσα αργά και  με μαχαιροπίρουνο πάντα. Δεν έμοιαζε καθόλου με τις άλλες γριούλες του γηροκομείου, το κακό ήταν που ήθελε να τους επιβληθεί και να τους μάθει τρόπους. Μια μέρα η φίλη μου την είδε να πηγαίνει συνέχεια στην τουαλέτα να ανάβει το φως και να περιμένει, αυτό γινόταν κάθε λίγα λεπτά. Τι κάνεις εκεί Άννα; την ρώτησε, περιμένω το ασανσέρ μα χάλασε, μένω στο έκτο φλορ της απάντησε. Το μυαλό της Αννούλας ήταν παρατημένο στην Αμερική εκεί έμεινε. Τώρα έχει γίνει ζωηρή και θέλει να φύγει, δεν μπορεί να καταλάβει γιατί την έβαλαν εκεί μέσα. Έχει ένα πανέμορφο σπίτι στην θάλασσα και δεν μπορεί να το απολαύσει, είναι μαθημένη και διαφορετικά και αυτό έχει επιπτώσεις στην συμπεριφορά της. Άρχισε να γίνεται  νευρική και επιθετική.Τα βάζει με όλους τους ηλικιωμένους, τους μαλώνει τους πετάει πράγματα, προσπαθεί να βάλει στην πρίζα μανταλάκια.  Έγινε με λίγα λόγια ο  Ντένις ο τρομερός και όλα αυτά από αντίδραση, γιατί την έκλεισαν εκεί μέσα.

Αύριο θα πάω να την δω και να καθίσω λίγο μαζί της, είναι πολύ γλυκιά γιαγιούλα, αλλά λίγο η αρρώστια, λίγο η απουσία αγαπημένων προσώπων και του σπιτιού της την έκαναν έτσι. Αννούλα μου λυπάμαι που δεν μπορώ να σε βοηθήσω, το μόνο που μπορώ να κάνω για σένα είναι να σου κρατώ συντροφιά και να σε κάνω να γελάς με τις αστείες ιστοριούλες που σου λέω.

Μύριαμ Κ. Ρόδος



Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΤΟ 2013


Ευχές για το ξεκίνημα του καινούριου χρόνου. Ο παλιός χρόνος με τις τόσες δυσκολίες, στερήσεις νεύρα, φόβο για το τελός του κόσμου που τελικά δεν έγινε, μας αποχαιρετάει. Νίωθω την ανάγκη να σας φορτώσω με χιλιάδες ευχές γιατί ξέρω ότι όλοι τις έχετε ανάγκη. Εύχομαι να πιάσουν και να αισθανθείτε καλύτερα όλοι εσείς που ταλαιπωρηθήκατε. Αγιε μου Βασίλη σε παρακαλώ να μοιράσεις με σύνεση και κρίση σε όλους τους ανθρώπους. Πρώτα να ξεκινήσεις από εκεί που πονάνε και είναι δυστυχισμένοι και έπειτα να πας και στους άλλους. Δεν θέλω να αφήσεις κανέναν άνθρωπο παραπονεμένο.

Εύχομαι η αγάπη να κατοικήσει στις καρδιές των ανθρώπων, να δίνουν και να παίρνουν αγάπη που είναι τόσο πολύτιμη στις μέρες μας.
Εύχομαι  υγεία στους άρρωστους και μια  μια ζωή χωρίς πόνο και ταλαιπωρία.

Εύχομαι ακόμα, ο Θεός να γαληνέψει και να ηρεμήσει κάπως τις ψυχές αυτών που πενθούν και είναι κλεισμένοι στον εαυτό τους.

Η χαρά και το χαμόγελο πότε να μην λείψει από κοντά σας να είναι εκεί δίπλα σας και να σας συντροφεύει πάντα.
Σας εύχομαι ευημερία στο σπιτικο σας.


Η Ειρήνη εύχομαι να κυριαρχήσει σε όλο τον κόσμο και να σταματήσουν οι πολέμοι.
Καλή χρονιά με αγάπη και πάντα φίλους καλούς  κοντά σας να έχετε.  

Εύχομαι στην Ελλάδα μας να βγει γρήγορα από την κρίση και να δώσει το φιλί της ζωής στους Έλληνες που αργοπεθαίνουν. Καλή χρονιά με υγεία και χαρά να υποδεχτούμε το 2013.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Η ΜΑΡΙΚΑ Η ΖΗΛΙΑΡΑ

Η Μαρίκα ήταν γύρω στα εξήντα καθόλου όμορφη, μπορώ να πω, ότι έμοιαζε με την μάγισσα κλο κλο. Η μύτη της ήταν μακριά και γαμψή και έφτανε μέχρι το πιγούνι της. Τα μάτια της σου προκαλούσαν φόβο, ήταν γουρλωμένα και γεμάτα κακία.  Σε άνθρωπο δεν έλεγε καλημέρα γιατί τους θεωρούσε κατώτερους και χωριάτες. Η μαντάμ Σουσού, έτσι την κορόιδευαν όλοι και γελούσαν κάθε φορά που περνούσε και σήκωνε την μύτη της ψηλά. Αυτή τη γυναίκα, είχε την ατυχία να την παντρευτεί ο Μήτσος, ένα θύμα που δεχόταν κάθε μέρα, την βίαιη συμπεριφορά της. Δεν τον άφηνε να το κουνήσει ρούπι. Καφενείο δεν ήξερε τι θα πει, δουλειά σπίτι ήταν. Αν τολμούσε ας έκανε κάτι άλλο. Είχε πάντα τον πλάστη έτοιμο στα χέρια, χώρια τα πιάτα και τα γυαλικά που του πετούσε. Ευτυχώς παιδιά δεν έκανε, γιατί τα καημένα με τέτοια στρίγγλα μάνα, θα έβγαιναν και αυτά προβληματικά. Ο Μήτσος ήταν  κατά πολλά χρόνια μικρότερό της και γιαυτό  τον ζήλευε παράφορα. Δεν τολμούσε ο καημένος να ξεμυτίσει, τα λεφτά όλα στα χέρια της ήταν και πως να της ζητούσε να πάει καμιά φορά στο καφενείο; Άσε που ο ένας της βρώμαγε  ο άλλος της ξίνιζε, για όλους είχε να πει μια άσχημη κουβέντα για να απομακρύνει τον άντρα της από αυτούς.

Ρε γυναίκα, να πάω με τον μπάρμπα Μιχάλη να παίξω ένα τάβλι, που με φώναξε για να περάσει η ώρα; την ρώτησε  κάποια φορά. Μόλις το άκουσε αυτή, έβαλε τις φωνές, με τον βρωμόγερο ρε θες να παίξεις τάβλι; καλός είσαι και του λόγου σου. Ξέρεις τι πράμα είναι αυτός; συνέχισε να λέει η Μαρίκα, τι έχει; μια χαρά   άνθρωπος είναι. Δεν πρόλαβε να πει δεύτερη κουβέντα και έγινε ο τρίτος παγκόσμιος πόλεμος.  Όλη η γειτονιά τους άκουσε πάλι και να τα πιάτα και να ο πλάστης και ένας χαμός στο σπίτι. Αυτός ρε δεν είναι που πριν μερικά χρόνια ξελόγιασε μια παντρεμένη και την χώρισε; Ο καημένος όμως δεν απάντησε και τι να της έλεγε δηλαδή, σάμπως και τον άκουγε; το μόνο που θα πετύχαινε ήταν ένα καρούμπαλο παραπάνω. Την άλλη μέρα, καθώς πήγαινε στο χωράφι να δουλέψει, οι χωριανοί τον κοιτούσαν με λύπη. Ε! Μήτσο τι έπαθες; του είπε πειράζοντας τον ο Θανάσης, τίποτα έπεσα από την σκάλα και χτύπησα. Το κεφάλι του ήταν γεμάτα καρούμπαλα και μια μικρή γάζα δίπλα στο το μάτι του, μαρτυρούσαν την κακοποίηση του. Α! όλα και όλα η γυναίκα του μετά από κάθε καυγά,  φρόντιζε πάντα  τα τραύματα του. Είχε βλέπετε αυτό το καλό, τον συμπονούσε, άντρας της ήταν. Αυτός ντρεπόταν για το χάλι του και πάντα σηκωνόταν από τα χαράματα να πάει στην δουλειά, για να γλυτώσει από τα κουτσομπολιά και την κοροϊδία, μα  μερικές φορές συναντούσε στον δρόμο του ανθρώπους σαν τον Θανάση.

Πέρασαν τα χρόνια με τον καημένο τον Μήτσο να μην έχει ζήσει τίποτα στην ζωή του και να ήταν μόνο αυτό; Τα χρήματα του τα κρατούσε όλα αυτή, δεν του έδινε να αγοράσει ούτε τα αναγκαία. Χτες της ζήτησε χρήματα να αγοράσει ρούχα και κάλτσες που του τρύπησαν, εκεί σας θέλω να δείτε τι τράβηξε ο καημένος. Τι τα θέλεις τα καινούρια ρούχα έτσι ξαφνικά; ρε μπας και έμπλεξες με καμιά παστρικιά και θέλεις να αγοράσεις καινούρια ρούχα να κάνεις το γαμπρό; Ε τότε αυτός δεν άντεξε και για πρώτη φορά της αντιμίλησε, με τόνο που δεν άρεσε καθόλου στην Μαρίκα. Άκου να σου πω έχω και εγώ δικαίωμα να αγοράσω ένα ρούχο, θυμάσαι από πότε έχω να πάρω ρούχα; Εγώ δεν θυμάμαι, έχω ξεχάσει, ένα παντελόνι πριν μερικά χρόνια από τον γυρολόγο που μου έχεις πάρει και το κουστούμι του γάμο μου, που τώρα πια δεν μου κάνει γιατί πάχυνα. Είπε παραπονεμένος και δάκρυσε από αγανάκτηση.  Αν δεν ήταν και η αδελφή μου να μου φέρνει τα αποφόρια του γαμπρού μου, αυτή την ώρα δεν θα είχα ρούχο να φορέσω. Ένα πιάτο εκσφενδονίστηκε με μεγάλη ταχύτητα. Ευτυχώς όμως το μάτι του γυμνασμένο καθώς ήταν από τα ιπτάμενα αντικείμενα που έβλεπε κάθε τόσο, τον προειδοποίησαν και πρόλαβε να σκύψει. Ακολούθησε η ίδια σκηνή, ξύλο, φωνές και σπάσιμο αντικειμένων. Μετά σιωπή και τα φώτα έσβησαν, άλλο ένα ταραχώδες  βράδυ.

Τα χαράματα ο Μήτσος έφυγε για την δουλειά, η Μαρίκα σηκώθηκε να βγάλει τα μπικουτί της όπως κάθε πρωί. Έπειτα έκανε το καφεδάκι της και κάθισε στην αυλή να τον απολαύσει. Πέρασαν οι ώρες και άρχισε να σκοτεινιάζει, ο Μήτσος δεν φάνηκε ακόμα, ψύλλοι άρχισαν να γαργαλάνε τα αυτιά της Μαρίκας και όχι άδικα αυτή την φορά. Ο Μήτσος αποφάσισε σήμερα να το παίξει άντρας. Σηκώθηκε το πρωί αθόρυβα, άνοιξε το συρτάρι και πήρε δυο ολόκληρα κατοστάρικα. Στην δουλειά δεν πήγε, αλλά τράβηξε τον δρόμο του καφενέ. Όταν τον είδαν μέσα σταυροκοπήθηκαν, πως από τα μέρη μας του είπαν πειραχτικά οι συγχωριανοί του. Αυτός όμως, σήμερα δεν τους άκουγε, είχε σκοπό να περάσει όμορφα. Φτιάξε μου μια μερίδα καλαμαράκια και μια σαλάτα χωριάτικη έκανε την παραγγελιά του όλο καμάρι ο Μήτσος. Μετά πήρε μια μπύρα από το ψυγείο και άρχισε να πίνει και να καπνίζει το πούρο του, που μόλις είχε αγοράσει από το περίπτερο. Σε λίγο, να και η παραγγελιά, τα καλαμαράκια μοσχομύριζαν. Εκείνη την ώρα, έμπαινε μέσα και ο μπάρμπα Μιχάλης, που τον κοίταζε παραξενεμένος. Έλα κάθισε μαζί μου μπάρμπα Μιχάλη του φώναξε, εκείνος πήγε κοντά του και κάθισε δίπλα του. Ήταν ο μόνος που δεν τον ειρωνευόταν, ίσα ίσα που τον συμπονούσε, μα ποτέ δεν του το έδειχνε για να μην στεναχωριέται.

Η γυναίκα του εντωμεταξύ, έφαγε τον κόσμο να τον βρει, είδε ότι έλειπαν τα λεφτά και είχε αφρίσει από τα νεύρα της. Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε,  ότι σίγουρα ήταν με κάποια γυναίκα. Άρχισε να ψάχνει όλα τα καφενεία. Πήγαινε στην πόρτα χωρίς να μιλήσει, κοιτούσε και έφευγε, γιατί αν ρωτούσε θα της έπεφτε η μύτη, άσε που δεν θα της απαντούσε κανείς. Έφαγε όλο το χωριό ο άντρας της πουθενά. Γύρισε στο σπίτι της παραμιλώντας και τρέμοντας από τα νεύρα, που θα πας δεν θα σε πιάσω στα χέρια μου; έλεγε και ξανάλεγε μόνη της. Καθώς ανοίγει την πόρτα βλέπει τον Μήτσο στην κουζίνα να πίνει νερό. Άρχισε να ουρλιάζει με την χοντροφωνάρα της και να ρωτάει επίμονα να της πει, που πήγε τα λεφτά και με ποια παστρικιά ήταν. Αυτός δεν μίλησε, κάτι κοιτούσε στην κουζίνα.  Τότε η Μαρίκα, αρπάζει τον πλάστη και αρχίζει να τον χτυπάει, ο Μήτσος πιάνει το τηγάνι και προσπαθούσε να αμυνθεί. Μα της Μαρίκας το χέρι έτρεχε σαν τον άνεμο, τόσα χρόνια τον χρησιμοποιούσε, ήξερε καλά να χειρίζεται τον πλάστη. Μάλιστα γάντζωσε πάνω του και με κλωτσιές και μπουνιές τον  χτυπούσε με μανία. Το τι κακό έγινε, δεν λέγεται. Οι γείτονες πρώτη φορά τρόμαξαν, είχε διάρκεια ο καυγάς και αυτή την φορά φώναζε και ο Μήτσος. Πήραν την αστυνομία τηλέφωνο, γρήγορα σας παρακαλώ γίνεται μεγάλο κακό στο σπίτι του Μητσου ελάτε, ελάτε είπε ο μπαρμπά Μιχάλης που κατάλαβε τι έγινε. 

Όταν ήρθε η αστυνομία αναγκάστηκε να σπάσει την πόρτα και να επέμβει. Ο Μήτσος είχε παντού αίματα και μώλωπες.  Πήγαν πρώτα στο νοσοκομείο να τον περιποιηθούν και μετά στο αστυνομικό τμήμα.  Η γλωσσού όμως αντρογυναίκα δεν έλεγε να το βάλει κάτω, ακόμα και εκεί μέσα απειλούσε με ξυλοδαρμό τον άντρα της. Ο αστυνόμος της φώναξε να καθίσει κάτω και άρχισε να μιλάει τώρα ο άντρας της.  Ξαφνικά της πέρασε ο τσαμπουκάς, της πέρασαν τα νεύρα, της πέρασαν τα πάντα. 

Η μαντάμ σουσού έμεινε στήλη άλατος, όταν άκουσε τον άντρα της να της ζητάει διαζύγιο, δεν  περίμενε ποτέ κάτι τέτοιο. Σταμάτησε και άκουγε με προσοχή αυτά που έλεγε ο Μήτσος. Της έριχνε κατηγορίες πολλές, για καθημερινό ξυλοδαρμό, για καταπάτηση της προσωπικής ελευθερίας του και για άλλα πολλά ακόμα. Είπε πολλά εκεί μέσα, μα η Μαρίκα δεν άκουγε, για πρώτη φορά λύγισε και άρχισε να κλαίει. Διαζύγιο; ζητάει διαζύγιο από μένα ο Μήτσος μου; δεν  μ'αγαπάει πια;  γιατί; έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό της. Δεν έμεινε άλλο εκεί γιατί δεν ήθελε, είχε πληγωθεί ο γυναικείος εγωισμός της. Από τότε η Μαρίκα, δεν ξαναείδε ποτέ πια τον Μήτσο. Ο Μήτσος  την ίδια μέρα έφυγε στην πόλη για πάντα, τώρα πια ήταν ελεύθερος να κάνει ότι θέλει.

Μύριαμ Κ. Ρόδος


Παρασκευή, 21 Δεκεμβρίου 2012

ΖΗΤΑΜΕ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΑΓΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΟΛΟΓΟΥΣ

Επειδή έχετε φέρει ένα τρελό αλαλούμ στον κόσμο κύριοι σπουδαίοι προφήτες των Μάγια και όλοι εσείς οι καταστροφολόγοι, ζητάμε αμέσως να μας δώσετε αποζημίωση. Θέλουμε πίσω τα χαμόγελα των εκατομμυρίων ανθρώπων που φοβίσατε και τους κάνατε να παραμιλούν. Θέλουμε πίσω τις ζωές όσων αυτοκτόνησαν εξαιτίας σας. Ακόμα ζητούμε σε όλους αυτούς που τους προκαλέσατε άγχος, κατάθλιψη  πανικό να τους δώσετε ένα εκατομμύριο ευρώ, έτσι για να μην το ξανακάνετε και για να μην παίζετε με την ψυχική ηρεμία κανενός. 

Στο μέλλον να είστε πιο προσεκτικοί και να μην δημιουργείτε  πανικό στους ανθρώπους, γιατί υπάρχουν αφελείς και ευκολόπιστοι που σας πιστεύουν. Για τιμωρία να πάτε όλοι στο διάστημα να κατασκηνώσετε για να μην σας στείλω κάπου αλλού Χριστουγεννιάτικα, εκεί θα παρακολουθείστε αν κουνιούνται οι πόλοι της γης ή τα μυαλά σας και να μας πείτε και εμάς όταν επιστρέψετε από εκεί να ξέρουμε τι ακριβώς συμβαίνει. Αν δεν μας δώσετε λεφτά θα σας κυνηγάει η κατάρα του Τουταγχαμών.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Η ΜΚΟ ΤΟΥ ΡΟΥΒΗΜ: ΔΩΣΤΕ ΚΑΙ ΣΩΣΤΕ ΤΙΣ ΚΑΜΠΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΛΑΖΙ

Ο Ρουβήμ είναι ένας καθημερινός άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Είναι ευαίσθητος, έξυπνος και δραστήριος τύπος. Διατηρούσε ένα πανέμορφο παραδοσιακό καφενείο που το αγαπούσε και έδινε όλο τον εαυτό του εκεί μέσα μαζί με την γυναίκα του την Χάρη, επίσης ένας χαρισματικός και καλοσυνάτος άνθρωπος. Τον τελευταίο καιρό όμως μετά από ένα ατύχημα που είχαν, αναγκάστηκε με μεγάλο πόνο να κλείσει το μαγαζί του. Με όλα αυτά τα γεγονότα είχε χάσει τον ύπνο του, κοιμόταν λίγες ώρες και σηκωνόταν πριν ακόμα χαράξει. Ένα πρωί πριν βγει ακόμα ο ήλιος ξύπνησε από μια δυνατή βροχή. Πήγε στην κουζίνα έκανε μια μεγάλη κούπα καφέ και κάθισε να τον απολαύσει. Το μυαλό του έτρεχε σαν τρελό πέρα δώθε, σκεφτόταν τι δουλειά να κάνει για να τα φέρει βόλτα στο σπίτι.
 

Ξαφνικά τα μάτια του άστραψαν, όπως την λάμψη από τις αστραπές, το βρήκα είπε, θα δημιουργήσω μια ΜΚΟ, αυτοί δηλαδή που τις φτιάχνουν είναι πιο έξυπνοι; Εύκολη δουλειά χωρίς κόπο και απαιτήσεις να βάλεις χρήμα. Διαβάζω σκέφτηκε κάθε μέρα, για όλες αυτές τις γελοίες οργανώσεις που ξεπηδάνε, για κάποιες ΜΚΟ που επιχορηγούνταν επί χρόνια αφειδώς και άνευ περαιτέρω ελέγχου για το αν όντως χρησιμοποιούν τα χρήματα που λαμβάνουν για τους σκοπούς που τα ζήτησαν. Οι πολιτικοί αυτές δεν τις αγγίζουν, τώρα τελευταία βέβαια γίνεται κάποιος έλεγχος αλλά αυτά γίνονται για πολιτικές σκοπιμότητες. Τι χρειάζομαι λοιπόν; είπε φωναχτά, θα βρω κάποιο λόγο και εγώ και θα την δημιουργήσω, φίλο βουλευτή να με προωθήσει έχω άρα δεν χρειάζομαι τίποτα παραπάνω. Και έτσι ξεκίνησε στην υλοποίηση της ιδέας του. Φώναξε δυο τρία φιλαράκια άνεργα και τους είπε την ιδέα του, φυσικά συμφώνησαν ήξεραν τι μαύρο βρώμικο χρήμα κυκλοφορεί στις περισσότερες ΜΚΟ. Οι φίλοι του χάρηκαν, πολύ ωραία ιδέα Ρουβήμ μπράβο, επιτέλους θα κάνουμε και εμείς καλή ζωή, με τα ταξίδια μας τα κότερα μας, τις βίλες μας, μπράβο μπράβο του είπαν και πάλι.

Και έτσι ξεκίνησαν να κάνουν την ιδέα πράξη, είχαν και το οκ του βουλευτή, με το αζημίωτο φυσικά.Γιατί έτσι πάνε αυτά τα πράγματα, δίνεις για να βουλώνεις στόματα και να τα οικονομάς. Μαζεύτηκαν ένα βράδυ στο σπίτι του Ρουβήμ και άρχισαν να καταστρώνουν τα σχέδια. Τι σκοπό θα πούμε ότι έχει η οργάνωση μας; Ο Ρουβήμ σοβαρός είπε, θα πούμε ότι κάνουμε εκστρατεία να προφυλάξουμε τις κάμπιες από το χαλάζι και είναι σοβαρή αιτία αυτή για τις επιχορηγήσεις; είπε ο ένας από αυτούς. Γιατί είδες να έχει καμιά ΜΚΟ σοβαρή αιτία ώστε να δημιουργήσουν οργάνωση; Το θέμα είναι, συνεχίζει να λέει ο Ρουβήμ, να πεις κάποιο παράξενο λόγο, τότε σίγουρα θα πάρεις χρήματα. Έτσι εμείς θα ονομάσουμε την ΜΚΟ μας δώστε και σώστε τις κάμπιες, ποιος θα μας πει όχι; Τα ζωάκια εξάλλου έχουν καλύτερη αντιμετώπιση από τον άνθρωπο. Έτσι ξεκίνησε η ιδέα του Ρουβήμ να γίνεται πράξη και να στήνουν την επιχείρηση τους( την οργάνωση) με γοργούς ρυθμούς. Σύντομα θα δούμε την ΜΚΟ δώστε και σώστε τις κάμπιες να πετυχαίνει και να πλουτίζει τους έξυπνους ανθρώπους. Μπράβο Ρουβήμ τα συγχαρητήρια μου για την ιδέα σου.

Και εσείς όλοι που είστε άνεργοι μην κάθεστε τρέξτε να κάνετε μια ΜΚΟ και να σωθείτε δεν σας ακουμπάει κανείς γιατί είναι ένα επάγγελμα όπως των Βουλευτών και αυτό, ψεύτικο όλο υποσχέσεις αλλά πολύ κερδοφόρο στην τσέπη. Καλή επιτυχία Ρουβήμ και σε όσους άλλους τολμήσουν να την υλοποιήσουν. 

Μύριαμ Κ. Ρόδος

ΜΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΗΤΡΑΚΗ

Θεέ  μου εσύ  που κατοικείς ψηλά και αγαπάς όλα τα παιδιά του κόσμου, κάνε το θαύμα σου και για το μικρό Δημητράκη. Πάνω στον ουρανό έχεις πολλούς αγγέλους, σε παρακαλούμε άσε και στην γη μερικούς να εξουδετερώνουν το κακό και να εξισορροπούν την κακία με την καλοσύνη. Δώσε υγεία και χαρά στο μικρό Δημητράκη και εξάλειψε τους πόνους του.

Μείνε κοντά στους γονείς του και εφοδίασε τους με δύναμη και θάρρος να παλέψουν για το παιδί τους. Εσύ είσαι πάνσοφος και όλα τα ξέρεις μην αφήνεις μια μανούλα να πονάει.  Δώσ' του πίσω την ζωή που του χάρισες και του ανήκει και μείνε δίπλα του να τον στηρίζεις στο δύσκολο έργο της επιβίωσης. Στείλε στρατιά Αγγέλων να τον φυλάει και να τον προστατεύει από κάθε κακό. Χάρισε του το γέλιο και άφησέ τον να παίξει και να ονειρευτεί σαν τα άλλα παιδιά. Σε ευχαριστούμε Θεέ μου και σε παρακαλούμε να μας εισακούσεις και να απλώσεις τα χέρια να το αγκαλιάσεις σαν στοργικός πατέρας. Αμήν.

Εύχομαι  μέσα από την ψυχή μου, όλα να πάνε καλά και να γυρίσει και πάλι νικητής ο μικρός Δημητράκης μας.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

ΤO ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΚΗ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΒΑΣΙΛΗ

Σήμερα παιδιά μου στο μάθημα της έκθεσης θα σας βάλω να γράψετε ένα γράμμα στον Άγιο Βασίλη, είπε η κυρία Μαρία στους μαθητές της. Κυρία θα στείλεις τα γράμματα μας στον Άγιο Βασίλη εσύ; ρώτησε ο μικρός Γιωργάκης. Ναι Γιωργάκη το σχολείο μας θα αναλάβει φέτος να στείλει τα γράμματα σας στον Άγιο Βασίλη. Είπε χαμογελώντας γεμάτη αγάπη και καλοσύνη η δασκάλα τους. Τα παιδιά ήταν στην δευτέρα δημοτικού και θα δυσκολευόντουσαν να γράψουν ένα γράμμα, αλλά η δασκάλα τους είπε ότι θα τους δώσει χρόνο   δυο ώρες  να το τελειώσουν. Παιδιά σκεφτείτε μόνο καλά τι θα ζητήσετε εντάξει; δείτε τι δεν έχετε και τι χρειάζεστε και ζητήστε απλά να σας το φέρει. Τα παιδιά όλο χαρά στρώθηκαν στο γράψιμο.

Ο Κωστάκης όμως καθόταν σκεφτικός πολύ ώρα, σαν να είχε δίλημμα για το δώρο που ήθελε να ζητήσει. Η δασκάλα το πρόσεξε αυτό και πήγε κοντά του. Γιατί Κωστάκη δεν ξεκίνησες να γράφεις ακόμα; δεν θα προλάβεις παιδί μου, ξεκίνα. Να, σκέφτομαι τι να ζητήσω, γιατί είναι πολλά που έχω στο μυαλό μου. Να σκεφτείς ποιο είναι το πιο σημαντικό δώρο που θέλεις να σου φέρει και αυτό να ζητήσεις, είπε η δασκάλα θέλοντας να τον βοηθήσει. Το παιδί τότε ξεκίνησε να γράφει, τα άλλα παιδιά τελείωσαν έμεινε μόνο ο Κωστάκης να γράφει. Είχε ιδρώσει παρόλο που έκανε κρύο, φαινόταν αγχωμένος για το δώρο που ζητούσε. Ήταν το μόνο παιδί που έγραψε μια κόλλα γεμάτη. Τέλειωσε και το έβαλε στον φάκελο όπως τους είπε η δασκάλα. Μετά το έβαλε στο κουτί που θα έστελναν για τον Άγιο Βασίλη και βγήκε έξω. Όταν χτύπησε το κουδούνι και τα παιδιά σχόλασαν, η δασκάλα πήρε το κουτί με τα γράμματα στο σπίτι για να τα μελετήσει. Φέτος, λόγω οικονομικής κρίσης, ο Άγιος Βασίλης δεν θα μπορούσε να έρθει σε πολλά σπίτια. Για αυτό τον λόγο, ο σύλλογος γονέων και κηδεμόνων μαζί με το σωματείο των δασκάλων, ανέλαβαν να κάνουν εκείνοι την δουλειά του Άγιου Βασίλη.  Να μοιράσουν τα δώρα που θα τους έφερνε εκείνος στο σχολείο.

Η δασκάλα το βράδυ έκανε ένα ζεστό τσάι και έβαλε όλα τα γράμματα των παιδιών στο τραπέζι. Κοντά της είχε ένα μπλοκάκι και εκεί σημείωνε το όνομα του κάθε μαθητή της και δίπλα το δώρο που ζητούσε.  Έπρεπε να τελείωνε σήμερα την νύχτα οπωσδήποτε, γιατί πρωί πρωί ήθελε να τα παραδώσει στον σύλλογο. Κόντευε να τελειώσει με τα γράμματα των παιδιών και άρχιζε να νυστάζει. Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά από το τσάι κάνοντας θόρυβο, σαν να ήθελε με αυτή την κίνηση να ξυπνήσει και να μην την πάρει ο ύπνος. Τα βλέφαρά της βάραιναν, ώσπου έπιασε το γράμμα του Κωστάκη,  της έφυγε αμέσως ο ύπνος και το αίμα της πάγωσε με αυτά που διάβαζε. 

Αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη, ξέρω ότι πάλι άδικα θα σε περιμένω, έχεις τρία χρόνια να μου φέρεις δώρο. Δεν ξέρω τι έχω κάνει και είσαι θυμωμένος μαζί μου, αλλά σε παρακαλώ φέτος μην με ξεχάσεις, το δώρο που θα σου ζητήσω είναι πολύ σημαντικό για εμάς. Ξέρω ότι εσύ φέρνεις μόνο παιχνίδια στα παιδιά και σε αυτά τα παιδιά που δεν φέρνεις τίποτα  τους δίνεις την αγάπη σου, έτσι μου είπε η μαμά μου. Θέλω να σε παρακαλέσω λοιπόν, αντί για δώρο να φέρεις κάτι πολύτιμο στον μπαμπά μου, γιατί χωρίς αυτό είμαστε όλοι δυστυχισμένοι. Ο μπαμπάς μου χρειάζεται ένα νεφρό, δεν μπορεί να δουλέψει και περνάμε άσχημα στο σπίτι. Αλλά δεν είναι μόνο ότι μας λείπουν πράγματα και φαγητά, όπως  το γάλα μου που έχω τόσο καιρό να πιω, αυτό δεν με νοιάζει η μαμά μου κάνει τσάι και χορταίνει η κοιλίτσα μου. Όμως ο μπαμπάς υποφέρει και η μαμά κλαίει κρυφά. Πηγαίνουν συχνά στο νοσοκομείο και του βάζουν ένα μηχάνημα, το είδα τις προάλλες που με πήρε μαζί η μαμά. Ο γιατρός είπε στην μαμά μου, ότι περιμένουν να βρουν κάποιον για να δώσει το νεφρό του, αλλά δεν του έδωσε κανείς ακόμα και μάλλον θα περιμένει πολύ καιρό να του δώσουν. Σκέψου όμως Άγιε Βασίλη μου πως τα μακαρόνια μας τελειώνουν και αυτά και μετά τι θα τρώμε; Την περασμένη εβδομάδα κάποιος ήθελε να μας κόψει το ρεύμα και η μαμά έκλαιγε και τον παρακαλούσε, γιατί ο πατέρας μου θέλει ζεστασιά που είναι άρρωστος. Γιαυτό σου λέω, το καλύτερο δώρο θα είναι αυτό να μου φέρεις. Εσύ πας σε τόσες χώρες για να μοιράσεις τα δώρα να θυμηθείς και σε κάθε χώρα και να ρωτάς που μπορείς να βρεις ένα νεφρό. Μετά δεν θέλω να μου ξαναφέρεις ποτέ δώρο, θα πιάσει δουλειά ο πατέρας μου και θα μου αγοράζει αυτός. Γεια σου αγαπημένε μου Άγιε Βασίλη  και να ξέρεις φέτος θα σε περιμένω με πολύ αγωνία.

Με πλημμυρισμένα τα μάτια η δασκάλα άφησε κάτω το γράμμα, η συγκίνηση που την κυρίευσε  ήταν μεγάλη. Βέβαια είχε καταλάβει ότι η οικογένεια του παιδιού είχε κάποιο οικονομικό πρόβλημα, αλλά δεν γνώριζε τίποτα παραπάνω. Ο Κωστάκης ήταν ένα πολύ περήφανο παιδί, στα διαλείμματα όταν οι συμμαθητές του έτρωγαν εκείνος έκανε ότι έγραφε ή έπαιζε για να μην καταλάβουν τα άλλα παιδιά ότι πεινούσε. Ήταν όμως χλωμό και αδυνατούσε πολλές φορές να συγκεντρωθεί στο μάθημα. Η κυρία Μαρία μάλιστα είχε φωνάξει την μητέρα του να έρθει σχολείο, αλλά εκείνη δεν ερχόταν. Ίσως από αξιοπρέπεια, γιατί θα κατάλαβε τι την ήθελε  και ντρεπόταν για την κατάσταση της. Το πρωί έκαναν συμβούλιο όλοι οι δάσκαλοι για το τι δώρο θα μπορούσαν να κάνουν στο παιδί αυτό. Έγινε η γιορτούλα, είπαν τα ποιήματα και στο τέλος ήρθε και ο Άγιος Βασίλης. Έφερε σε όλα τα παιδάκια δώρο, έδωσε  και στον Κωστάκη που κοιτούσε παραξενεμένος,  μα εγώ δεν ζήτησα παιχνίδι Άγιε μου Βασίλη είπε. Ο Άγιος Βασίλης χάιδεψε στο κεφαλάκι το αγοράκι και του είπε, Κωστάκη μου πάρε αυτό το δώρο μέρες που έρχονται για να έχεις να παίζεις και μην νοιάζεσαι. Εγώ έχω δώσει το γράμμα σου στον καλό Θεούλη και εκείνος θα φροντίσει να βρει αυτό που ζήτησες. Τα ματάκια του παιδιού φωτίστηκαν και έλαμψε το προσωπάκι του από χαρά, το δικό του γράμμα ήταν στα χέρια του Θεού, άρα και η τύχη του πατέρα του ήταν σε καλά χέρια. Τώρα το παιδί ένοιωσε μια γλυκιά ηρεμία μέσα του και ήξερε ότι όλα θα πάνε καλά. Ανήμερα Χριστουγέννων χτύπησε η πόρτα του σπιτιού τους, η κυρία Μαρία ήρθε φορτωμένη με πολλές τσάντες και πίσω την ακολουθούσε ένας νεαρός, επίσης φορτωμένος. Περάστε μέσα είπε η μαμά του Κωστάκη. Πέρασαν μέσα και άφησαν τα πράγματα στο τραπέζι. Καθίστε τους είπε πάλι με φωνή συγκινημένη η μητέρα. Δεν μπορούμε βιαζόμαστε, πρέπει να προφτάσουμε να πάμε και στα άλλα σπίτια για να μην νυχτωθούμε. Η Μαρία έσκυψε μόνο,  έδωσε ένα φιλάκι στον μαθητή της και έφυγαν.

 Ο Κωστάκης όλο χαρά έβλεπε να ανοίγει η μαμά του τις τσάντες και τις σακούλες. Είχε μέσα αρκετά τρόφιμα. Το παιδί έπιασε στα χέρια του με λαχτάρα, ένα κουτί γάλα και είπε στην μαμά του, μαμά  θα μας κάνεις ρυζόγαλο που το πεθύμησα; Να εδώ έχει πολλά γάλατα, ζάχαρη και ρύζι που χρειάζεται. Αφού τακτοποίησαν τα πράγματα στο ντουλάπι και στο ψυγείο, η μαμά  έκανε και το ρυζόγαλο. Η γλυκιά μυρωδιά της κανέλας πλημμύρισε το σπίτι, όπως και η καρδιά του Κωστάκη πλημμύρισε από χαρά και το στομάχι του βέβαια σήμερα γέμισε από το φαγητό. Μετά από τόσο καιρό ο Κωστάκης κοιμήθηκε χορτάτος, ευτυχισμένος   και με την αίσθηση ότι ήταν πολύ πλούσιοι με όλα αυτά τα καλά στο σπίτι τους. Άγιε μου Βασίλη σ'αγαπώ, ψιθύρισε και κοιμήθηκε ευτυχισμένος.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Ο ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΛΙΚΑΤΖΑΡΑΚΙΑ



Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένας θαλασσόλυκος, ο καπετάνιος Σπύρος. Αυτός είχε χρόνια στην θάλασσα, αρκετές φορές είχε παλέψει με θεόρατα κύματα και τα νίκησε χάρη στην εμπειρία του. Ταξίδευε σε όλο τον κόσμο για αρκετό χρονικό διάστημα και φρόντιζε να μην λείψει τίποτα από το σπιτικό του. Η γυναίκα του φρόντιζε να μεγαλώνει τα παιδιά τους με αγάπη και προσπαθούσε να αναπληρώσει το κενό που ένιωθαν, από την απουσία του πατέρα τους. Ο κάπταιν Σπύρος όπως τον έλεγαν είχε και ένα βαφτιστήρι που αγαπούσε πολύ, τον μικρό Παναγιώτη. Ο καπετάνιος φέτος αποφάσισε να κάνει γιορτές κοντά στην οικογένεια του, ο μικρός Παναγιώτης τον περίμενε πως και πως να γυρίσει. Ήταν το τελευταίο λιμάνι αυτό που θα έπιαναν αύριο και μετά θα γύριζε σπίτι του να προλάβει τις γιορτές. Τα Χριστούγεννα όμως ανεβαίνουν στη γη τα καλικαντζαράκια και κάνουν διάφορα πράγματα, για να πειράξουν τον κόσμο και να γελάσουν. Έτσι αυτή την χρονιά σκέφτηκαν να πειράξουν τον καπετάνιο. Το ίδιο βράδυ και ενώ το πλοίο βρισκόταν μεσοπέλαγα, τα καλικαντζαράκια σήκωσαν θεόρατα κύματα και αναποδογύρισαν το καράβι, χωρίς να προλάβει να κάνει κάτι ο καπετάνιος. Όλοι τους βρέθηκαν στην θάλασσα και πάλευαν με τα μανιασμένα κύματα. Ο καπετάνιος πήγε κοντά τους και τους φώναξε να μην σκορπιστούν, αλλά να κολυμπούν κοντά του. Πάλευαν για ώρες, ώσπου είδαν ένα νησάκι εκεί κοντά, ο καπετάνιος παραξενεύτηκε γιατί δεν το είχε ξαναδεί. Τόσες φορές είχε περάσει από το ίδιο σημείο και όμως δεν το είχε προσέξει ποτέ, χάρηκε όμως που επιτέλους είδε στεριά. Άρχισαν να κολυμπούν όλοι οι ναύτες κατά το νησί. Επιτέλους έφθασαν και ξάπλωσαν στην αμμουδιά αποκαμωμένοι.

Ο καπετάνιος παρ όλη την κούραση του, σηκώθηκε και άρχισε να μετράει το πλήρωμα, δεν έλειπε κανείς ευτυχώς. Έπειτα παρατήρησε γύρω του και είδε ένα καλύβι να βγάζει καπνό. Δεν πρόλαβε να αναρωτηθεί, τι δουλεία έχει σε αυτό το ξερονήσι και να σου μια κοπέλα να έρχεται κοντά τους. Γεια σας τους είπε όλο νάζι, ελάτε μέσα στο καλύβι μου που είναι ζεστά, σας έχω βάλει και ζεστό ρόφημα να βράσετε. Πως βρέθηκες εδώ κοπέλα μου; είπε σαστισμένος ο καπετάνιος. Είμαστε μια ομάδα που βοηθάει τους ναυαγούς και κάθε μήνα αλλάζουμε. Γιατί κοντά σε αυτό το νησί, κάνει μεγάλα κύματα και γίνονται πολλά ναυάγια. Έτσι συνέχισε να λέει, κάθε μήνα έρχεται ένας από εμάς και φυλάει το νησί, μήπως χρειαστεί κάποιος την βοήθεια μας. Εγώ λέει η κοπέλα, σας είδα από μακριά και φρόντισα να σας κάνω ζεστό ρόφημα για να ζεσταθείτε, μα ελάτε μέσα τους φώναξε. Τότε σηκώθηκαν όλοι και πήγαν εκεί, τους έφερε κουβέρτες και από ένα ποτήρι ζεστό τσάι. Οι άντρες που μέχρι τότε έτρεμαν από το κρύο, άρχισαν να βράζουν. Τους είχε ανάψει και φωτιά, όλα τα φρόντισε η κοπέλα αυτή. Τελευταίο άφησε τον καπετάνιο, ήθελε βλέπετε να τον περιποιηθεί, του φέρνει τότε μια μεγάλη κούπα καυτό τσάι και του την προσφέρει. Φρόντισε όμως πριν του την δώσει να ρίξει μέσα λίγες μαγικές σταγόνες. Γιατί δεν ήταν άλλο από ένα μεταμορφωμένο σε όμορφη κοπέλα καλικαντζαράκι. Μόλις ήπιε το τσάι ο καπετάνιος έγειρε και κοιμήθηκε αποκαμωμένος πια.

Το πρωί με το που χάραξε, οι άντρες σηκώθηκαν να ψάξουν πως θα μπορέσουν να φύγουν. Ο καπετάνιος τους όμως δεν ξυπνούσε. Εεε κάπταιν Σπύρο, του φώναξαν οι ναύτες, πως θα φύγουμε από αυτό το νησί; Μα εκείνος δεν απαντούσε σε κοιμόταν βαθιά. Οι μαγικές σταγόνες έκαναν καλά την δουλειά τους ο καπετάνιος είχε πέσει σε λήθαργο. Οι άντρες κοιτάχτηκαν τρομαγμένοι, μα τι έπαθε σιγομουρμούρισαν  τίποτα είπε κάποιος, φαίνεται έχει κουραστεί πολύ από το πολύ κολύμπι, ας περιμένουμε να ξυπνήσει και να μας πει τι να κάνουμε. Τα άλλα καλικαντζαράκια που ήταν εκεί κοντά κρυμμένα, χοροπηδούσαν από την χαρά τους, τα κατάφεραν μια χαρά. Στο σπίτι του καπετάνιου επικρατούσε όμως ένας πανικός, μαθεύτηκε ότι χάθηκε το πλοίο και ήταν όλοι ανάστατοι. Ο μικρούλης Παναγιώτης που άκουσε τι έγινε άρχισε να κλαίει και το βράδυ παρακάλεσε στην προσευχή του το πνεύμα των Χριστουγέννων. Σε παρακαλώ πνεύμα μου, του είπε με δάκρυα στα μάτια, κάνε να γυρίσει ο νονός μου. Πες του Άγιου Βασίλη πως φέτος δεν θέλω δώρο, θέλω μόνο να μου φέρει πίσω τον νονό μου.


Πάνω στο νησί, όλοι οι ναύτες έψαχναν σπιθαμή προς σπιθαμή, μήπως και βρουν κάτι που θα τους βοηθήσει να φύγουν. Ένας γέρος ασπρομάλλης με μακριά γενειάδα, εμφανίστηκε τότε ξαφνικά μπροστά τους και τους ρώτησε τι κάνουν εκεί. Αφού του εξήγησαν την κατάσταση τον πήραν κοντά στον καπετάνιο τους που κοιμόταν βαθιά. Ξύπνα παλικάρι μου, άκουσε μες στον ύπνο του ο κυρ Σπύρος, πρέπει να βρούμε τρόπο να γυρίσεις σπίτι. Ο καπετάνιος τινάχτηκε πάνω σαν να τον χτύπησε ρεύμα, κάθισε λίγα λεπτά να συνέλθει και αφού θυμήθηκε τι είχε γίνει, σηκώθηκε πάνω. Πρέπει να κοιτάξουμε πως θα γυρίσουμε πίσω, είπε και άρχισε να ερευνά γύρω του. Το καλύβι είχε χαθεί καθώς και η κοπέλα, τα καλικαντζαράκια μόλις είδαν το πνεύμα των Χριστουγέννων εξαφανίστηκαν από τον φόβο τους. Γιατί ο γεράκος ήταν το πνεύμα που ήρθε να βοηθήσει τους ναυαγούς. Μια προσευχή βγαλμένη μέσα από την καρδιά κάποιου, πάντα εισακούγεται και ο μικρός Παναγιώτης προσευχήθηκε με όλη την καρδιά του, να γυρίσει πίσω ο αγαπημένος του νονός. Και ξαφνικά οι ναύτες άρχισαν να χοροπηδούν και να φωνάζουν, καράβι καράβι σωθήκαμε.

Ένα γλυκό φιλί ξύπνησε τον τρομαγμένο και όλο αγωνία Παναγιώτης. Σήκω τεμπελάκο ακόμα κοιμάσαι; έχω μια ώρα εδώ και σε περιμένω. Μα αυτή η φωνή είναι του νονού μου, πως βρέθηκε τόσο γρήγορα εδώ; Με ένα σάλτο βρέθηκε στην αγκαλιά του αγαπημένου του νονού, σας είδε τελικά το καράβι; το πνεύμα των Χριστουγέννων σας βοήθησε; έκανε και άλλες ερωτήσεις, όταν σταμάτησε γιατί είδε τον νονό του να γελά και να του λέει, ησύχασε παιδί μου όνειρο έβλεπες, μην φοβάσαι εδώ είμαι εγώ. Το παιδί σταμάτησε να ρωτάει και προσπαθούσε να καταλάβει αν ήταν όνειρο. Τις σκέψεις του όμως, τις διέκοψαν οι φωνές των καλεσμένων. Ανήμερα Χριστουγέννων, είχαν πάντα καλεσμένους στο σπίτι τους. Ντύσου και έλα να φάμε, εσένα περιμένουμε για να καθίσουμε στο τραπέζι.

 Ο Παναγιώτης όταν έμεινε μόνος του, άρχισε να προσεύχεται, σε ευχαριστώ Άγιε Βασίλη μου για το δώρο που μου έφερες, είπε και δάκρυσε, αλλά αυτή την φορά από χαρά. Όταν βγήκε από το δωμάτιο τους, είδε όλους εκεί. Όπως κάθε χρόνο μαζευόντουσαν να γιορτάσουν οικογενειακά. Όμως φέτος είχαν και τον νονό του με την οικογένεια του και θα ήταν ακόμα πιο ωραία, γιατί αποφάσισε επιτέλους να κάνει μαζί τους Χριστούγεννα. Σίγουρα ο Παναγιώτης θα θυμάται αυτές τις γιορτές, για πολλά χρόνια, ίσως και για πάντα. Το πνεύμα των Χριστουγέννων φρόντισε να του μείνουν αξέχαστα.

 Μύριαμ Κ. Ρόδος

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

ΤΟ ΤΡΥΠΙΟ ΠΑΠΟΥΤΣΙ


Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς θυμάμαι, όλοι ετοιμαζόμασταν να υποδεχτούμε τον καινούριο χρόνο. Το μεγάλο Χριστουγεννιάτικο δέντρο στο σαλόνι στεκόταν καμαρωτό, καμαρωτό. Ο παππούς καθόταν στο τζάκι και φρόντιζε να μην σβήσει η φωτιά. Κάπου, κάπου πετούσε κανένα κούτσουρο για να την διατηρεί. Φαινόταν σκεφτικός σαν να ταξίδευε κάπου. Η γιαγιά βοηθούσε την μαμά στην κουζίνα. Το σπίτι μοσχοβόλαγε από τις μυρωδιές της βασιλόπιτας και της γαλοπούλας. Ο πατέρας μου καθόταν αναπαυτικά στην πολυθρόνα και διάβαζε ένα βιβλίο, μέχρι να έρθει η ώρα του φαγητού. Παππού εσύ δεν θα αφήσεις τα παπούτσια σου κάτω από το δέντρο; τον ρώτησα, γιατί ήταν ένα έθιμο που πάντα διατηρούσαμε πιστά. Στολίζαμε κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο τα παπούτσια μας και όταν κόβαμε την βασιλόπιτα αφήναμε ένα μεγάλο κομμάτι στο δέντρο δίπλα, για να κεράσουμε τον Άγιο Βασίλη που θα ερχότανε. Εκείνος ερχόταν πάντα να μας φέρει τα δώρα όταν εμείς κοιμόμασταν και έπαιρνε το κομμάτι  που του αφήσαμε. Αν έβρισκε το φλουρί εκείνος, δεν μας το έπαιρνε, αλλά το άφηνε στο τραπεζάκι του σαλονιού, μάλλον για να μην μας πάρει το γούρι το έκανε.

Ο παππούς τρόμαξε όταν τον φώναξα, γιατί ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του. Ναι παιδί μου είπε τώρα θα τα βάλω. Τον είδα να σηκώνεται και να επιστρέφει πάλι, βαστώντας μια κούτα. Ωχ παππού πάλι το τρύπιο παπούτσι θα βάλεις στο δέντρο; μα γιατί δεν το πετάς; τι το θέλεις αφού είναι χαλασμένο; βάλε τα παπούτσια που σου αγόρασε η μαμά και είναι όμορφα, σκέψου τι θα λέει ο Άγιος Βασίλης σαν τα δει πάλι τρύπια. Θα νομίζει ότι δεν έχεις άλλα. Έλα  παιδί μου εδώ κοντά μου, είπε ο παππούς. Εγώ νόμιζα ότι ήθελε να με μαλώσει και ντράπηκα για την παρατήρηση που του έκανα. Πήγα κοντά στο τζάκι και κάθισα δίπλα του. Πριν από πολλά χρόνια, άρχισε να λέει ο παππούς, υπήρχε μια μεγάλη οικογένεια. Οι γονείς,  τρία παιδιά, ένα αγόρι και δύο κορίτσια και μια γιαγιά. Ο πατέρας ήταν ναυτικός και κάποια φορά σε μια μεγάλη τρικυμία, το καράβι βούλιαξε. Από εκείνο το ναυάγιο σώθηκαν λίγοι άνθρωποι μόνο, αλλά ο πατέρας δεν βρέθηκε ποτέ. Η οικογένεια τότε άρχισε να περνάει δύσκολα. Η μαμά τους δεν έβρισκε δουλειά και περνούσαν με μια μικρή σύνταξη της γιαγιάς μόνο. Μια μέρα ήρθε ένας κύριος και τους χτύπησε την πόρτα, η μαμά έλειπε είχε βρει ένα μεροκάματο, να σφουγγαρίσει την σκάλα στην απέναντι πολυκατοικία. Άνοιξε την πόρτα η γιαγιά  και μιλούσε με αυτό τον κύριο. Φαίνεται κάτι άσχημο της έλεγε και η γιαγιά φώναζε, όχι μην το κάνεις αυτό σκέψου τα παιδιά. Το βράδυ το σπίτι φωτιζόταν  με κεριά, η μικρή που δεν καταλάβαινε τι έγινε, άρχισε να κλαίει και να φωνάζει να ανάψουν το φως. Η γιαγιά τότε την πήρε  αγκαλιά και της έλεγε παραμυθάκια μέχρι να κοιμηθεί. Το άλλο κοριτσάκι πήγαινε δευτέρα δημοτικού και θα έπρεπε τώρα να διαβάζει νωρίς πριν νυχτώσει, το ίδιο και ο αδελφός τους. Βλέπεις ο κύριος που ήρθε και τους χτύπησε την πόρτα τους είχε κόψει το ρεύμα.

Μια μέρα το αγόρι αρνιόταν πεισματικά να πάει στο σχολείο, όσο και να τον καλόπιανε η μαμά του. Εκείνος έλεγε πως έχει πονοκέφαλο. Δεν ήταν ότι δεν αγαπούσε το σχολείο, αντίθετα είχε στο νου του όταν μεγαλώσει να σπουδάσει, για να  μπορέσει να βοηθήσει την οικογένεια του. 'Όμως είχε την ατυχία να τρυπήσουν τα παπούτσια του και ντρεπόταν να πάει στο σχολείο, γιατί τα άλλα παιδιά σίγουρα θα τον κορόιδευαν. Δεν ήθελε όμως να το πει,  γιατί η μαμά του θα στεναχωριόταν που δεν θα μπορούσε να του αγοράσει άλλα. Ευτυχώς ήρθαν οι γιορτές και έκλεισαν τα σχολεία και έτσι γλύτωσε για την ώρα, την ανάκριση της μαμάς και της γιαγιάς. Η γιαγιά πρόσεξε ότι ο εγγονός της κρατούσε ένα τετράδιο και κάτι έγραφε συνέχεια, μετρούσε έκανε λογαριασμούς, αλλά δεν ήταν μαθήματα του σχολείου, κάτι άλλο έκανε. Κάποια στιγμή που το παιδί βγήκε στην αυλή, η γιαγιά κοίταξε κρυφά να δει τι έγραφε με τόση προσοχή και σκέψη. Όταν το έπιασε στα χέρια της άρχισε να συλλαβίζει,  καθώς δεν ήξερε και πολλά γράμματα. Όταν κατάλαβε τι έγραφε,   τα ρυτιδωμένα και κουρασμένα μάτια της, άρχισαν να βουρκώνουν. Ο εγγονός της όμως, γύρισε γρήγορα και  την είδε να κρατάει τις σημειώσεις του. Έτρεξε και τις πήρε από τα χέρια της γρήγορα. Η γιαγιά έκανε πως δεν είδε τίποτα, το ίδιο έκανε και ο εγγονός, αν και κατάλαβε από τα δακρυσμένα μάτια της ότι τα διάβασε. Όμως δεν ήθελε να ανοίξει συζήτηση και έτσι σώπασε. Τι έγραφε εκεί μέσα παππού, ρώτησα  διακόπτοντας την αφήγηση του παππού μου. Έκανε λογαριασμούς το αγόρι, μου απάντησε ο παππούς, για αυτά που θα αγοράσει στο σπίτι, με λεφτά που θα μαζέψει από τα κάλαντα των Χριστουγέννων.

Έφτασε η παραμονή Χριστουγέννων και το παιδί, σηκώθηκε από τα χαράματα. Έπρεπε να προλάβει να πει τα κάλαντα σε όσο περισσότερα σπίτια μπορούσε. Ήθελε να μαζέψει πολλά χρήματα για να κάνουν τα ψώνια για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι και να μην τους λείψει τίποτα. Ξεκίνησε μόλις άρχισε να φωτίζει μαζί με την αδελφή του την Μαρία. Να τα πούμε; έλεγαν όταν άνοιγαν οι άνθρωποι την πόρτα. Στα περισσότερα σπίτια όμως οι άνθρωποι τους έδιναν αρνητική απάντηση, σε άλλα πάλι τους έδιναν πενταροδεκάρες. Το  παιδί άρχισε να απελπίζεται, δεν θα μπορούσε να μαζέψει τα χρήματα που υπολόγιζε. Σε λίγο άρχισε μια δυνατή βροχή και τα παιδιά έγιναν μούσκεμα. Έτρεξαν σε ένα σπίτι εκεί κοντά, που είχε ένα μεγάλο υπόστεγο για να προστατευθούν. Το σπίτι αυτό έδειχνε να ήταν μιας πλούσιας οικογένειας, ήταν μεγάλο και πολύ όμορφο. Τότε σκέφτηκαν να δοκιμάσουν και εκεί να πουν τα κάλαντα. Το αγόρι χτύπησε το κουδούνι, που έβγαλε έναν ήχο σαν να ήταν καμπάνα, ντιν νταν και περίμενε.  Σε λίγο ένας κύριος άνοιξε την πόρτα. Τι θέλετε; ρώτησε με αυστηρό ύφος τα παιδιά. Να σου πούμε τα κάλαντα, απάντησαν εκείνα  φοβισμένα. Ο κύριος, αφού τα εξέτασε με την αυστηρή ματιά του, τους είπε περάστε μέσα. Τα δυο παιδιά πέρασαν την πόρτα και άρχισαν να λένε τα κάλαντα. Χριστός γεννάται σήμερον,  ο αυστηρός  κύριος,  πρόσεξε το αγοράκι  να έχει σκυμμένο το πρόσωπο του όση ώρα έλεγε τα κάλαντα και κάτι έκανε με το πόδι του. Είδε τότε ένα μεγάλο χαμόγελο στο παπούτσι του μικρού παιδιού, το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού του έβγαινε σχεδόν όλο έξω. Μα δεν ήταν μόνο αυτό, τα ποδαράκια του είχαν βραχεί και η κάλτσα του, έσταζε νερά που πέρασαν μέσα. Το παχύ χαλί του σπιτιού βράχηκε και όταν το είδε το παιδί  τρόμαξε να μην τον μαλώσει ο κύριος  και προσπαθούσε με το ποδαράκι του  να βγάλει την κηλίδα για να μην φανεί. Η κίνηση όμως που έκανε εξάπλωνε το νερό και φαινόταν περισσότερο. Όταν το είδε αυτό ο παράξενος οικοδεσπότης δάκρυσε και στο νου του, ήρθε ένα μικρό παιδί που είχε το ίδιο “μοντέλο παπουτσιού” πριν από πολλά χρόνια. Περάστε να ζεσταθείτε στο τζάκι και να στεγνώσετε, τους είπε. Τα παιδιά δειλά, δειλά πήγαν και κάθισαν σε έναν δερμάτινο καφέ καναπέ.

Ο κύριος πήγε στην κουζίνα και επέστρεψε με δυο αχνιστά ροφήματα, ότι έπρεπε να για να ζεσταθεί το κοκκαλάκι τους. Το πρόσωπο του κυρίου δεν ήταν πια αυστηρό, αλλά ζεστό και χαμογελαστό. Όταν ήμουν μικρός παιδιά μου, άρχισε να τους λέει, είχα ζήσει για λίγο καιρό σε ένα  ορφανοτροφείο.  Η μητέρα μου με έβαλε εκεί, γιατί δεν μπορούσε να με μεγαλώσει. Στα τρία μου χρόνια βρέθηκα μέσα εκεί, με μοναδική περιουσία, κάτι τρύπια παπούτσια. Ήμουν πολύ τυχερός όμως γιατί τον επόμενο χρόνο με υιοθέτησαν κάτι υπέροχοι άνθρωποι. Οι θετοί μου γονείς με πήραν στο εξωτερικό και με μεγάλωσαν με αγάπη. Φρόντισαν να με σπουδάσουν  ιατρική και έτσι έφτασα μέχρι εδώ που είμαι τώρα. Ο Λευτέρης άκουγε με προσοχή τον κύριο, έτσι έλεγαν το παιδί, μου είπε τότε ο παππούς, σαν εσένα Λευτέρη.     Έπειτα όμως ο κύριος Ξενοφών, όπως έλεγαν τον κύριο, ζητούσε να μάθει όσο περισσότερα μπορούσε για τα παιδιά εκείνα. Ο Λευτεράκης εξιστόρησε τα γεγονότα και τον χαμό του αγαπημένου του πατέρα με δάκρυα στα μάτια, βλέπεις δεν είχε ξεπεράσει τον χαμό του ακόμα. Αφού είπαν πολλά, ο κύριος Ξενοφών τους είπε, παιδιά ετοιμαστείτε να πάμε στα μαγαζιά, σήμερα θα πάρουμε ότι τραβάει η ψυχή σας.

Τα παιδιά σηκώθηκαν όλο χαρά, βγήκαν από το σπίτι και πήγαν σε ένα κατάστημα εκεί κοντά. Ξεκίνησαν με ρούχα και παπούτσια, ο Λευτέρης διάλεξε κάτι λουστρίνια μαύρα για να τα βάζει και στην εκκλησιά. Πήραν από δυο και τρεις φορεσιές, αλλά δεν ξέχασαν να πάρουν ρούχα και  για την  μικρούλα Ισμήνη, την αδελφούλα τους. Κάποια στιγμή του είπε ο Κύριος Ξενοφών, διάλεξε ακόμα ένα ζευγάρι πρόχειρα παπούτσια για το σχολειό σου, ο Λευτέρης θα το ήθελε πολύ αυτό μα δεν τα πήρε, γύρισε ευγενικά και είπε, θα μπορούσα στην θέση των δικών μου παπουτσιών να πάρω ένα παλτουδάκι της μανούλας μου να μην κρυώνει; Συγκινημένος  εκείνος του απάντησε, θα πάρουμε και της μανούλας και της γιαγιάς σου δωράκια, μην σκιάζεσαι διάλεξε τα παπούτσια σου εσύ. Ο παππούς μου κοντοστάθηκε λίγο ξεροκατάπιε και συνέχισε την ιστορία, εγώ δεν τόλμησα να μιλήσω, γιατί είχα αγωνία και δεν ήθελα να τον διακόψω. Όταν τελείωσαν με τα ψώνια, συνεχίζει ο παππούς, πήγαν στο σπίτι των παιδιών, ήθελε να έχει μια πιο καλή εικόνα για την κατάσταση των πραγμάτων. Η γιαγιά όταν είδε έναν ξένο κύριο τρόμαξε, μετά όμως της εξήγησε πως έχουν τα πράγματα και εκείνη ησύχασε. Ο κύριος Ξενοφών κάθισε να πιει το καφεδάκι και να φάει το γλυκό του κουταλιού, που τον πρόσφερε  η γιαγιά.

Σε λίγο γύρισε και η μητέρα των παιδιών, από το μεροκάματο. Όταν είδε τα πράγματα που έφεραν στο σπίτι έκλαψε. Ήταν πολύ περήφανη και της κακοφάνηκε λίγο, μα σαν είδε τα χαρούμενα προσωπάκια των παιδιών, σταμάτησε και ευχαρίστησε τον κύριο, για την χαρά που έδωσε στο φτωχικό τους. Τα Χριστούγεννα ήταν ο επίσημος καλεσμένος της οικογένειας. Στο τραπέζι, όταν κάθισαν να φάνε την γαλοπούλα, ο ευγενικός και καλός γιατρός Ξενοφών, έδωσε μια υπόσχεση στην μαμά μου. Να με σπουδάσει και να με κάνει και μένα γιατρό. Ναι γιε μου εγώ ήμουν το παιδάκι με το τρύπιο παπούτσι που το φυλώ από τότε σαν γούρι, είπε ο παππούς μου με δάκρυα στα μάτια και πολύ συγκινημένος. Χάρη στο παπούτσι αυτό, σπούδασα και εγώ και έγινα χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία. Πάντρεψα δυο αδελφές με το επάγγελμα του γιατρού.  Και λίγο αργότερα έκανα την δική μου οικογένεια και έτσι γεννήθηκε η μαμά σου και μετά εσύ.

Θυμάμαι ότι αγκάλιασα τον παππού μου σφιχτά εκείνη την ώρα, σαν να του έλεγα, πέρασαν παππού όλα τα άσχημα, τώρα έχεις εμάς κοντά σου. Την τρυφερή σκηνή την διέκοψε η φωνή της μαμάς, που μας καλούσε να πάμε στο τραπέζι για φαγητό. Καθίσαμε όλοι μαζί  ευτυχισμένοι, εγώ δίπλα στον παππού μου που με κοίταζε όλο τρυφερότητα. Αλλά  και εγώ τον κοιτούσα με λατρεία και ευγνωμοσύνη, που μοιράστηκε μαζί μου την δική του ιστορία. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτά τα τόσο συγκινητικά Χριστούγεννα, που ο παππούς μου άνοιξε την καρδιά του και θα τα θυμάμαι όσο ζω.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ ΠΩΣ ΕΓΙΝΕΣ; ΔΕΝ ΣΕ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΩ


Μου έρχονται δάκρυα οργήςπόνου, μα και λύπης, δεν μπορεί πατρίδα μου να είσαι εσύΜήπως ονειρεύομαι και βρίσκομαι  αλλού; Αν πάλι είσαι εσύ η ίδια; πως άφησες να σου συμβεί τέτοιο κακό μεγάλο. Που είναι οι άνθρωποι σου; τα δικά σου παιδιά;  Γιατί αφήνεις να στα κατασπαράζουν τα αγρίμια, τρώγοντας τις σάρκες τους; και γιατί να φεύγουν τόσο μακριά

Πως μπορείς να είσαι τόσο ήσυχη, από την στιγμή που σε σκοτώνουν;   
γιατί δεν παλεύεις;  γιατί δεν αντιστέκεσαι; Ποια  σκέψη  σε βαραίνει και έχεις γίνει τόσο απόμακρη και ξένη;

 Κοίταξε στους δρόμους σου, τα  παιδιά σου πεινάνε και κρυώνουν. Οι ηλικιωμένοι αργοπεθαίνουν ζητώντας ένα πιάτο φαγητό, λίγη ζεστασιά και τα φάρμακα τους για να συνεχίσουν να ζουν. Οι νέοι έπαψαν να κάνουν όνειρα και δείχνουν τόσο τρομαγμένοι για το μέλλον.  Τόσο παράλογα σου φαίνονται όλα αυτά και δεν αντιδράς,  δεν κάνεις κάτι;  Έχω θυμώσει μαζί σου πολύ, γιατί  δεν μπορώ να πιστέψω  πως σταύρωσες τα χεριά σου αφήνοντας μας  μόνους και έρημους, να παλεύουμε να κρατηθούμε στην ζωή. Κοντεύουμε να χάσουμε την ταυτότητα μας και εσύ μας έκλεισες ερμητικά την είσοδο των μητρώων μας. Πως θα αποδείξουμε την εθνικότητα μας; μήπως τα παρέδωσες στους εχθρούς κρυφά και φοβάσαι να μας το πεις; Μίλα, τι σιωπάς;  γιατί δεν απαντάς; με κάνεις και τρομάζω  πες μια λέξη  μια συλλαβή να δω αν με καταλαβαίνεις. Θα ήταν μεγάλη συμφορά αν εσύ έχεις ξεχάσει να μιλάς την γλώσσα μας ή αν σου πήραν την λαλιά οι άλλοι, τότε αλίμονο μας. Μίλα μου μανούλα μου γλυκιά θέλω να σε ακούσω, μίλα μου.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

ΣΥΝΝΕΦΑ ΜΕ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ

Έκανε κρύο και εγώ περπατούσα βιαστικά. Τα σύννεφα έμοιαζαν να τρέχουν να κρυφτούν από κάτι και όλο πύκνωναν. Καθώς κοιτούσα τα χρώματα, γιατί αλλά ήταν λεύκα αλλά γκρίζα και αλλά απειλητικά μαύρα σύννεφα, άκουσα  μια φωνή να μου λέει,  τι τα κοιτάς; αυτά  είναι τα όνειρα   και οι ελπίδες σου. Τα λευκά είναι οι όμορφες σκέψεις που κάνεις, τα γκρίζα είναι οι επιθυμίες σου που δεν έγιναν ακόμα και δεν ξέρεις αν θα πραγματοποιηθούν,  τα μαύρα και απειλητικά σύννεφα είναι οι φόβοι σου, γιατί  νομίζεις ότι δεν θα πάνε κάποια πράγματα καλά στην ζωή σου. Έμεινα να τα κοιτάζω λίγη ώρα, αλλά  αυτά έτρεχαν σαν να ήθελαν  να συναντήσουν τον χρόνο.

Νομίζω όμως ότι στο χέρι μου είναι να τα αφήσω να υπάρχουν και να με απειλούν.  Έπειτα καθώς σκεφτόμουν κάποια πράγματα που με τρόμαζαν, μου ήρθε μια γλυκιά σκέψη στο μυαλό.  Η αγαπημένη μου αδελφούλα,  σίγουρα  ήταν στον ουρανό και θα  κοίταζε για να με προστατεύσει.  Μια σταγόνα βροχής έπεσε πάνω  στα μαγούλα μου και ανακατεύτηκε με τα δάκρυα, αυτό με δρόσισε και  με έκανε να νιώσω όμορφα.  Η βροχή τώρα δυνάμωσε, αλλά  έμοιαζε σαν να ήρθε για να εξαγνίσει τους φόβους και τους δισταγμούς μου για την ζωή. Σε λίγο τα σύννεφα χάθηκαν, καθώς γινόταν στάλες και έπεφταν στη γη. Και τότε κατάλαβα, ότι  η βροχούλα είναι ο αγιασμός που εξαγνίζει τις κακές σκέψεις μου. Σκέφτηκα,  ότι θέλω να βλέπω τον ήλιο της ελπίδας να λάμπει, κάθε μέρα για μένα, ακόμα και αν ο καιρός έχει συννεφιά. Γιατί  μέσα στην καρδιά μου θα υπάρχουν μόνο οι ζεστές και φωτεινές ακτίνες του δικού μου ήλιου που θα με ενθαρρύνουν να κοιτάω έναν καθαρό χωρίς μαύρα σύννεφα ουρανό. 

Μύριαμ Κ. Ρόδος