Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ

Σε μια μεγάλη πόλη, την Θεσσαλονίκη, ζούσε μια γιαγιά που όλη μέρα φύλαγε τα εγγόνια της, μια που οι γονείς τους δούλευαν. Όμως για να κάθονται  ήσυχα έφερναν μαζί τους και έναν υπολογιστή. Τα δύο αγόρια ο Μανώλης και ο Γιώργος, κλεινόταν στο δωμάτιο και έπαιζαν μέχρι να νυχτώσει και να έρθουν οι γονείς τους να τα πάρουν. Η γιαγιά με το ζόρι τα φώναζε για να έρθουν να φάνε. Έτσι που τα έβλεπε, στεναχωριόταν και ανησυχούσε πολύ.

Τις τελευταίες μέρες η γιαγιά παρατήρησε ότι τα παιδία ήταν πολύ χλωμά, παρόλο που ήταν στρουμπουλά. Δεν έτρωγαν όμως σωστά,  η διατροφή τους ήταν περισσότερο πατατάκια, γαριδάκια σοκολάτες και πολλά αναψυκτικά. Μια μέρα σαν ήρθαν τα παιδιά και πριν προλάβουν να κλειστούν πάλι και αρχίσουν το χαζοπαίχνιδα τους, όπως το έλεγε η γιαγιά, αποφάσισε να τους μιλήσει.


Γιωργάκη και Μανωλάκη; τι θες γιαγιά απάντησαν και τα δυο μαζί, πες μας γρήγορα γιατί πρέπει να παίξουμε. Αφήστε αυτό το ψευτόπραγμα για λίγο και καθίστε να σας πω μια ιστορία. Τα παιδιά κάθισαν δυσανασχετώντας, αφού κατά την γνώμη τους τα καθυστερούσε. Θέλω να σας πω μια ιστορία  για τον τρόπο  που μεγάλωσε η γενιά μου. Και μετά θέλω να τον συγκρίνουμε με τον δικό σας τρόπο ζωής. Τα παιδιά κρυφοκοιτάχτηκαν και γέλασαν ειρωνικά, σαν να περιφρονούσαν τα παλιά χρόνια της γιαγιάς.


Εγώ που λέτε παιδιά μου, μεγάλωσα σε ένα χωριό της Μακεδονίας. Οι κάμποι και τα λιβάδια ήταν τόσο μεγάλα που δεν έφτανε το μάτι σου να τα κοιτάξεις. Οι αγροί ήταν γεμάτο από μαργαρίτες και παπαρούνες. Όταν άνθιζαν οι αμυγδαλιές ήταν σαν να φορούσαν τα νυφικά τους, με άσπρα και ροζ φορέματα. Σαν αυτό τον πίνακα που έχω στολισμένο. Βλέπετε; εσείς τα βλέπετε μόνο από έναν άψυχο έργο, ενώ εμείς είχαμε την τύχη να τα καμαρώνουμε από κοντά. Οι μυρωδιές από την φύση ήταν τόσο έντονες, που νόμιζες ότι κάποιος είχε ρίξει στην γη ένα μαγευτικό άρωμα. Εκεί λοιπόν που μεγάλωσα εγώ ήταν τόσο ωραία και ήσυχα. Μέσα σε αυτή την ομορφιά ήταν και οι αγελάδες του κυρ Μήτρου του Λειβαδίτη, που ήταν από την Λειβαδιά και για αυτό τον έλεγαν έτσι. Από τις αγελάδες του τρεφόταν το μισό χωριό.

Κάθε πρωί μας ξυπνούσε με την αγριοφωνάρα του, ο γαλατάααας, ο γαλαταάαααααας". Θυμάμαι και ένα ωραίο τυρί που έκανε, ήταν μαλακό και ανάλατο, αλλά σαν το έτρωγες ένοιωθες και μύριζες το φρέσκο γάλα και μας άρεσε πολύ. Όμως δεν μας ξυπνούσε μόνο η αγριοφωνάρα του κυρ Μήτρου, αλλά και τα κοκόρια που είχε η γιαγιά μου στην αυλή. Είχε ένα μεγάλο κοτέτσι και εκεί είχε περίπου, δεκαπέντε κότες και δυο κοκόρια.  Μου άρεσε πολύ,  να μαζεύω τα αυγά. Το πρωί μόλις ξυπνούσα εκεί έτρεχα πρώτα. Μια φορά θυμάμαι μου επιτέθηκε μια κότα και με τσίμπησε. Πόνεσες γιαγιά; είπε φοβισμένο το Γιωργάκη. Λίγο μα πιο πολύ τρόμαξα,  μετά γέλασα. Η γιαγιά μου είπε ότι ήταν κλωσσού  και  προστάτευε τα αυγά της. Μετά το μάζεμα των αυγών πήγαινα στην βρύση και κουβαλούσα νερό στο σπίτι με ένα λαγήνι. Δεν είχαμε βλέπεις νερό τότε στα σπίτια και η βρύση, ήταν στην πλατεία του χωριού. Αυτό θα ήταν κουραστικό όμως γιαγιά έτσι; παρατήρησε το Μανωλάκη. Όχι παιδί μου ήταν όμορφα και διασκεδαστικά, είπε η γιαγιά και συνέχισε την αφήγηση. Μαζευόμασταν εκεί όλα τα κορίτσια και γελούσαμε με τις διάφορες ιστορίες που λέγαμε. Αφού τελείωνα με τις δουλειές που είχα αναλάβει, καιρός είχε το παιχνίδι τώρα.

Είχα μια φίλη την Λενιώ και κάθε μέρα ερχόταν σπίτι μου, για να με πάρει να παίξουμε. Δίπλα από το σπίτι μας είχε ένα μεγάλο χωράφι, γεμάτο μαργαρίτες και διάφορα αγριόχορτα. Εκεί πηγαίναμε και στήναμε τα σπιτάκια μας. Μαζεύαμε διάφορες πετρούλες και κυκλώναμε ένα μέρος η κάθε μια και κάναμε τάχα μου, πως ήταν τα σπίτια μας. Έπειτα στρώναμε μια μικρή κουρελού και καθόμασταν πάνω. Σε λίγο ερχόταν πότε η μια και πότε η άλλη για επίσκεψη και παίζαμε τις κουμπάρες. Αφού παίζαμε αρκετά, σηκωνόμασταν και πηγαίναμε να βρούμε τα άλλα παιδιά και να παίξουμε ομαδικά. Τι παιχνίδια παίζατε τότε γιαγιά; ρώτησαν και τα δυο με μια φωνή. Η γιαγιά κοίταξε τα παιδιά με ικανοποίηση, έδειχναν φανερά ότι άρχισαν να δείχνουν ενδιαφέρων. Και μάλιστα την ρωτούσαν τα ίδια, για να μάθουν όσο πιο πολλά μπορούσαν από εκείνη την εποχή.

Με ένα τόπι που είχε φτιάξει κάποιο παιδί από κουρέλια, παίζαμε ένα παιχνίδι που λεγόταν μήλα. Χωριζόμασταν σε δύο ομάδες, αντικριστά η μια από την άλλη. Μέσα στην μέση ήταν άλλα παιδιά και προσπαθούσαν να τα σημαδέψουν, όποιος έπιανε το τόπι κέρδιζε  μια ζωή. Όποιον τον χτυπούσε και έπεφτε έχανε και έβγαινε έξω από το παιχνίδι. Αυτός όμως που είχε πιάσει το τόπι, είχε ακόμα μια η δυο ευκαιρίες να παίξει, ανάλογα με το πόσες φορές θα έπιανε το τόπι. Μετά υπήρχε η εταιρία, ένα παιχνίδι που παιζόταν με ένα τενεκεδένιο κουτί. Εκεί είχε πολύ κυνηγητό. Παίζαμε σχοινάκι, ακόμα και βόλους με του καϊσιού τα κουκούτσια παίζαμε.  Όταν τρώγαμε τα καίσια  φυλάγαμε τα κουκούτσια,  τα στεγνώναμε και παίζαμε με αυτά. Τα βάζαμε κάτω και σημαδεύαμε από μια απόσταση. Όποιος τα χτυπούσε τα κέρδιζε και τα έπαιρνε για έπαθλο. Με αυτά θυμάμαι κάναμε ένα ωραίο γλυκό, σπάγαμε τα κουκούτσια, βρέχαμε ψωμί και βάζαμε μπόλικη ζάχαρη. Μετά τα τοποθετούσαμε στο γουδί και δώστου να τα χτυπάμε μέχρι να γίνουν αλοιφή και να τα φάμε.

Μόλις νύχτωνε μαζευόμασταν όλα τα παιδιά της γειτονιάς και λέγαμε διάφορες ιστορίες. Μερικά τα πιο τολμηρά λέγανε τρομαχτικές ιστορίες και μας φόβιζαν. Εμείς τότε τρέχαμε γρήγορα σπίτι μας γιατί τρομάζαμε πολύ. Εκεί ήταν η μαμά, που μας περίμενε με την λάμπα να φάμε και να μας βάλει για ύπνο. Τότε δεν είχαμε ηλεκτρικό και τηλεόραση και κοιμόμασταν νωρίς.
Καλά γιαγιά, πως σας άφηναν μόνα σας τόσες ώρες δεν φοβόντουσαν; Τι να φοβηθούνε παιδάκι μου, είπε η γιαγιά που καμάρωνε για την όμορφη και με λιγότερους κινδύνους εποχή της. Τότε ήταν άλλα χρόνια, είπε. Μα μην νομίζεις μας επέβλεπαν από μακριά. Εμένα η δική μου η γιαγιά, συχνά με φώναζε για να μου δώσει να φάω  ψωμάκι με το λαδάκι που μου έφτιαχνε. Η γιαγιά μου ήξερε να φτιάχνει και ωραία τηγανόψωμα που ακόμα τα θυμάμαι. Να μας κάνεις και εμάς γιαγιά να τα δοκιμάσουμε, φώναξε το Γιωργάκη. Αμέ θα σας κάνω να δείτε τι ωραία είναι, τους είπε χαρούμενη.

 Ελάτε να σας φτιάξω τώρα, θα με βοηθήσετε θέλετε; Ναι!!! φώναξαν ενθουσιασμένα τα παιδιά. Η γιαγιά πηγαίνει τότε στην κουζίνα. Μανωλάκη πιάσε το γάλα από το ψυγείο και εσύ Γιωργάκη, κόψε λίγες φέτες ψωμί. Τα παιδιά με προθυμία έκαναν ότι τους έλεγε η γιαγιά τους, φέρε και δυο αυγά από το ψυγείο Μανωλάκη. Μετά έπιασε ένα πιάτο και έσπασε τα δυο αυγά μέσα. Μέχρι να βάλω το λάδι στο τηγάνι χτύπα λίγο τα αυγά με το πιρουνάκι. Τώρα τι να κάνω; ρωτάει ξανά ο Γιωργάκης που εντωμεταξύ είχε κόψει το ψωμί. Βοήθα τον αδελφό σου, ρίξε μέσα στα αυγά που χτυπάει λίγο γάλα. Αφού πια ήταν όλα έτοιμα έβαλε τα παιδία να βουτήσουν στο μείγμα τα ψωμιά και έπειτα, να τα βάζουν σε μια πιατέλα. Εκείνη άρχισε να τηγανίζει τις φέτες, μυρίζουν υπέροχα είπαν και τα δυο και καμάρωναν που έβαλαν το χεράκι τους. Αφού τηγανίστηκαν όλες οι φέτες, η γιαγιά τις πασπάλισε με κανέλα και ζάχαρη. Η μυρουδιά πράγματι ήταν υπέροχη. Ελάτε τώρα να φάμε είπε, αλλά μέχρι να τηγανίσει  τους είχε φτιάξει και αλισφακιά, ένα τσάι του βουνού. Μμμ!! τι είναι αυτό; πως το λένε; ρώτησαν τα παιδιά την γιαγιά τους. Τσάι του βουνού τους απάντησε. Τα παιδιά είχαν ξεχάσει πια τελείως το δικό τους παιχνίδι και έμοιαζαν να θέλουν να κλέψουν, λιγάκι από τα χρόνια και τα παιχνίδια της γιαγιάς.

Την ώρα που έτρωγαν η γιαγιά τους τα κοιτούσε και έδειχνε πολύ ευχαριστημένη που κατάφερε έστω  και για λίγο, να τα αποτρέψει από εκείνο το παιχνίδι που τα ζαβλάκωνε.

Τώρα πείτε μου εσείς παιδιά μου τι παιχνίδια παίζετε; πως τα λέτε; και σε ποιο μέρος γίνεται το παιχνίδι σας; τους είπε η γιαγιά με τις έξυπνες ερωτήσεις της. Φαίνεται κάτι είχε στο μυαλό της, σαν να ήθελε να τους ανοίξει τα μάτια για κάτι.
Τα παιδιά χωρίς να το σκεφτούν άρχισαν να της απαριθμούν ένα σωρό παιχνίδια. Παίζουμε μονόπολη, ποδόσφαιρο, καράτε, φάρμα, τάβλι και πολλά ακόμα που και να στα πούμε, δεν θα τα ξέρεις είπαν και γέλασαν. Γιατί θεώρησαν ότι είναι προηγμένη τεχνολογία και δεν θα καταλάβαινε η γιαγιά. Και που τα παίζεται όλα αυτά τους ρώτησε; Μα στον υπολογιστή γιαγιά. Χμ!! λέει εκείνη σκεφτική, και αντίπαλους έχετε σε όλα αυτά τα παιχνίδια; ναι έχουμε είπαν και τα δύο μαζί. Να μου φέρετε λοιπόν εδώ τους φίλους σας να τους κεράσω, τους είπε με πονηριά η γιαγιά και γέλασε. Μα γιαγιά, που να τους βρούμε σάμπως εμείς ξέρουμε ποιοι είναι; Τότε η γιαγιά γέλασε και τους είπε. Δηλαδή αν μια μέρα χαλάσει  το χαζοκούτι που παίζετε, θα χάσετε και τους φίλους σας; Ναι σίγουρα είπε το Γιωργάκη που άρχισε να καταλαβαίνει τι ήθελε να πει η γιαγιά. Α!!! να σας κάνω και μια ερώτηση ακόμα, μπάλα πως παίζετε μέσα από εκεί; Ρώτησε πάλι η γιαγιά και τα μάτια της φωτίστηκαν από μια λάμψη θριάμβου. Κουνάμε το τζόι στικ και κινείται ο παίκτης, είπε χαμηλόφωνα τώρα ο Γιωργάκης που σαν μεγαλύτερος άρχισε να καταλαβαίνει το νόημα των ερωτήσεων της γιαγιάς.

Η γιαγιάκα τώρα σηκώθηκε από την καρέκλα και με σοφία τους είπε. Δηλαδή παιδιά μου κάθεστε όλη μέρα μέσα και δεν βγαίνετε μήτε στον ήλιο για να σας δει; Χαζεύετε με τις ώρες κλειδωμένοι μέσα άσκοπα, χωρίς να κάνετε κάτι δημιουργικό; Δεν έχετε φίλους και απομονωθήκατε για τους ψεύτικους φίλους του χαζοκουτιού σας; Δεν παίζεται μπάλα να κινηθείτε και να αναπτυχθούν σωστά τα κόκκαλα σας, για να παίζετε με ένα μοχλό και να σαπίζετε;

Να σας πω λοιπόν την γνώμη μου για την δική σας γενιά και μετά, ακούω και την δική σας άποψη εντάξει; Τους είπε πάλι η γιαγιά, όμως αυτή τη φορά φαινόταν φανερά εκνευρισμένη. Θέλω να μου πείτε Γιωργάκη και Μανωλάκη όταν μεγαλώσετε και συνεχίσετε με τον ίδιο ρυθμό, τι θα έχετε να θυμάστε από τα παιδικά σας χρόνια; ποιά θα είναι η εμπειρία σας; Αν για παράδειγμα σας ρωτήσουν τα παιδιά σας πες μας μπαμπά ιστορίες δικές σου,  όταν ήσουν παιδί και σας ρωτήσουν, τι παιχνίδια παίζατε τότε; ποιους φίλους είχατε; Εσείς τι θα απαντήσετε; και πόσες παραστάσεις από την ζωή σας θα μπορείτε να τους διηγηθείτε;

 Να σας πω εγώ; Είπε η γριούλα που φαίνεται καλά να ήξερε τι λέει. Το μόνο που θα μπορείτε να τους πείτε είναι ότι όλη μέρα έπαιζα παιχνίδια στον υπολογιστή και οι φίλοι μου, ήταν πάντα εικονικοί. Και σκεφτείτε τώρα πόσα ανιαρά θα  ακούγονται όλα αυτά στα παιδιά σας, καθώς δεν θα έχετε ούτε μια εικόνα από παιχνίδια με φίλους, ούτε ευχάριστες ή λυπημένες στιγμές να θυμάστε. Στο μυαλό σας θα υπάρχει ένα κενό και όταν ασπρίσουν τα μαλλιά σας θα καταλάβετε τι χάσατε, σε όλα αυτά τα ωραία παιδικά σας χρόνια.

Η γιαγιά είχε δίκιο σε όσα έλεγε συμφωνώ και εγώ, αν δεν τρέξεις, δεν παίξεις, δεν χτυπήσεις, δεν νοιώσεις όλες τις παιδικές στιγμές σου, θα είσαι σαν ένα άδειο κουτί χωρίς περιεχόμενο. Το περιεχόμενο φυσικά του κουτιού είναι οι παιδικές εμπειρίες και μνήμες που δεν θα υπάρχουν. Και για αυτό προσπαθούσε να δείξει στα παιδιά τον κόσμο μέσα από τα δικά της μάτια, τα γέρικα και ρυτιδωμένα, αλλά πλούσια σε γνώση από τις εμπειρίες της ζωής.

Αυτό ήθελε η γριούλα, να τους μεταφέρει και να  τους αφυπνίσει, όσο είναι ακόμα νωρίς. Να τρέξουν δηλαδή και να περισυλλέξουν, εμπειρίες και όμορφες ή άσχημες στιγμές. Και έτσι να γεμίσουν το φιλμ της μνήμης τους γι αυτούς, αλλά και τα παιδιά τους. Σκεφτείτε τώρα να καθίσετε να δείτε ένα έργο και το φιλμ να είναι μαύρο και κενό, θα σας αρέσει; σίγουρα όχι. Αυτό ήταν το μήνυμα   λοιπόν της γιαγιάς και για αυτό τους έδειξε το δικό της φιλμ που ήταν ένα πανέμορφο έργο, γεμάτο αρώματα, εικόνες, λουλούδια και γιατί όχι και αγκάθια.  Μια φορά, το φιλμ και το έργο είχε σπουδαίες παραστάσεις, με πλούσιες εμπειρίες από το παρελθόν και είχε πρωταγωνίστρια την ίδια.

Τα παιδιά τότε αφού κατάλαβαν αυτά που ήθελε να πει η γιαγιά τους και αφού για λίγα λεπτά επικράτησε μια σιωπή, τότε το Γιωργάκη σαν μεγαλύτερο που ήταν, άρχισε να της λέει.  Γιαγιά μου αν δεν μας έλεγες  για τα όμορφα παιχνίδια σου, εμείς θα ήμασταν ακόμα  κολλημένοι στον κόσμο του ιντερνέτ. Δεν λέμε έχει πολλά ενδιαφέροντα πράγματα να μάθεις και να δεις που αλλιώς, δεν θα μπορούσες να ξέρεις. Ακόμα με το ιντερνέτ επικοινωνείς με όλο τον κόσμο και διευρύνεις τις γνώσεις σου. Όμως μετά την συζήτηση που μας έκανες, πιστεύω ότι πρέπει να γίνετε μια λογική χρήση. Να μπαίνουμε μέσα για λίγη ώρα, αλλά μετά να βγαίνουμε έξω να παίζουμε στην αυλή με τα γειτονόπουλα, να ανταλλάζουμε απόψεις και να πιάσουμε και τα επιτραπέζια που μας αγόρασε η μαμά να παίζουμε όλοι μαζί. Από σήμερα θα δεις ότι θα αλλάξουμε και θα ακούσουμε τις σοφές και με αγάπη συμβουλές σου.

Πιστεύω όλα τα παιδιά που θα διαβάσουν αυτή την αφήγηση της γιαγιάκας στα εγγονάκια της, να αλλάξουν συμπεριφορά. Δεν πρέπει παιδιά να κάθεστε με τις ώρες αποσβολωμένοι μπροστά σε μια οθόνη γιατί ακούσατε τι θα χάσατε. Αλλά μαζί με τις κενές μνήμες να συμπληρώσω και εγώ, ότι θα χαλάσετε και τα ωραία σας ματάκια. Αυτό το λένε οι γιατροί εγώ το επισημαίνω απλώς, έτσι για να είστε πιο προσεκτικοί.

Βγείτε έξω λιγάκι και παίξτε στην αυλή. Χαρείτε την μέρα και την κάθε μέρα. Ξεκινήστε από σήμερα και θα δείτε αύριο θα έχετε κιόλας μια μέρα στο δικό σας φιλμ. 


Μύριαμ Κ. Ρόδος

7 σχόλια:

Dinos είπε...

ΑΓΑΠΗΤΗ ΜΟΥ ΜΥΡΙΑΜ..ΣΤΗΝ ΤΟΣΟ ΟΜΟΡΦΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΟΥ,ΔΕΝ ΕΧΩ ΝΑ ΠΡΟΣΘΕΣΩ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΜΟΥ,ΓΙΑΤΙ ΛΟΓΩ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΑΡΧΙΖΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΕΣΕΝΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ,ΝΑ ΣΑΣ ΕΥΧΗΘΩ,ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ,ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ,ΠΑΝΤΑ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΙΑ ΟΣΟ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΗ ΑΥΤΗ - ΕΥΤΥΧΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΧΡΗΜΑ,ΑΛΛΑ ΤΟΣΑ ΑΛΛΑ ΩΡΑΙΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ Η ΖΩΗ -ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΓΕΛΑΤΕ, - ΝΑ ΓΕΛΑΜΕ -ΝΑ ΑΓΑΠΑΜΕ ΚΑΙ ΒΟΗΘΟΥΜΕ ΤΟΝ ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟ ΜΑΣ ΠΟΥ ΣΗΜΕΡΑ,ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΕΧΟΥΜΕ ΑΝΑΓΚΗ Ο ΕΝΑΣ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ..ΦΙΛΑΚΙΑ Σ'ΟΛΟΥΣ ΣΑΣ !!!!!!!!!!!!!!!!!

Μύριαμ είπε...

ΚΑΙ ΕΓΩ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΕ ΘΑ ΣΑΣ ΕΥΧΗΘΩ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΓΕΜΑΤΑ ΥΓΕΙΑ ΠΡΩΤΑ ΑΠΟ ΟΛΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΣΕ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ

ΡΟΔΟΣυλλέκτης είπε...

Απλά….. πανέμορφη ιστορία!!!!!

Μύριαμ είπε...

Ευχαριστώ πολύ Ρουβημ!!!!!!!!

agathi papadopouloy είπε...

Γλυκιά μου Νύρια ,που γράφεις τόσο ωραία,αν ήξερες πόσο με συγκίνησες ,καθώς μου θύμισες τα παιδικά μου χρόνια και τα παιχνίδια που έπαιζα παιδί!Μπράβο σου γλυκιά μου είναι ο καλύτερος τρόπος να πείσει κανείς τα σημερινά παιδιά, να κάνουν ότι κάναμε εμείς και να χορτάσουν παιχνίδια στις αλάνες της γειτονιάς τους ,με πραγματικούς ΄φιλους και όχι με τους ψεύτικους! Συγχαριτήρια!

agathipapadopoulou είπε...

το κοινοποώ στο χρονολόγιό μου,είναι σα να συνάντησα στη ζωή της γιαγιάς ,την δική μου και σ'ευχαριστώ!!

Μύριαμ είπε...

K. Αγαθή μου χαίρομαι αφάνταστα που σου άρεσε η ιστορία της γιαγιάς, είναι ένα διδακτικό κείμενο και θα είναι τιμή μου να το διαβάσουν και άλλοι άνθρωποι, ευχαριστώ.