Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

TI ΓΙΝΕΤΑΙ ΟΤΑΝ Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΑΔΙΚΗ;

Μια φορά και ένα καιρό, ήταν μια κοπέλα που την έλεγαν Ζωή. Αυτή η κοπέλα είχε την δύναμη να καθορίζει την ζωή των ανθρώπων.  Όταν γεννήθηκε, ήρθαν οι μοίρες να την μοιράνουν και να της δώσουν τις ευχές τους. Της έδωσαν λοιπόν το προνόμιο να μπορεί να διαχειρίζεται, οπως εκείνη θέλει την τύχη των ανθρώπων. Αυτή η κοπέλα ήταν πολύ πολύ ψυχρή και άδικη. Ποτέ δεν έκρινε τους ανθρώπους σύμφωνα με αυτό που ήταν ή από  τον τρόπο που ζούσαν. Δηλαδή αν ήταν καλοί, ευτυχισμένοι, υγιείς, άρρωστοι, φτωχοί, πλούσιοι, δίκαιοι, άδικοι, έξυπνοι ή ανόητοι.

Η Ζωή ζούσε σε ένα παλάτι, που αυτό βρισκόταν σε ένα πλανήτη που λεγόταν παγερός πλανήτης. Ο πλανήτης αυτός, πήρε την ονομασία του από τις υπάρξεις που ζούσαν εκεί. Όλες αυτές είχαν παγερά αισθήματα. Η Ζωή ποτέ δεν ενδιαφερόταν για κανενός τα αισθήματα και  πάντα έκανε ότι της κατέβαινε. Επίσης ήταν πολύ, πάρα πολύ άταχτη από μικρή και της άρεσε να πειράζει τους ανθρώπους. Πότε έκανε καλά πειράγματα, πότε κακά. Της άρεσε δηλαδή να βλέπει τις αντιδράσεις και να δοκιμάζει τις αντοχές των ανθρώπων. Ήταν σχεδόν όλη μέρα και όλη νύχτα στην γη και έκανε τις ζαβολιές της. Οι άνθρωποι  αγανακτούσαν πολλές φορές μαζί της και έλεγαν διάφορα για αυτή.

Αυτή η Ζωή είχε τόση μεγάλη δύναμη που έφτανε ένα ξόρκι της για να αλλάξει τον τρόπο που ζούσαν μέχρι τότε οι άνθρωποι. Μια φορά κατέβηκε και πήγε σε ένα  φτωχό καλύβι και εκεί είδε έναν πολύ φτωχό άνθρωπο που δεν είχε ούτε να φάει. Σκέφτηκε να κάνει τότε τα μαγικά της για να γελάσει. Και έτσι ξαφνικά με ένα ξόρκι, ο φτωχός κληρονόμησε έναν θείο του που ούτε καν τον ήξερε. Από την φτώχεια ο άνθρωπος αυτός βρέθηκε μέσα στη χλιδή. Μετά σκέφτηκε να πειράξει μια οικογένεια ευτυχισμένη. Χτύπησε πάλι το ραβδάκι της και έκανε τα μαγικά της. Μετά από λίγες μέρες η οικογένεια διασπάστηκε. Ο άντρας έμπλεξε με μια άλλη γυναίκα και παράτησε την οικογένεια  του. Η οικογένεια του βυθίστηκε σε  μεγάλη θλίψη. Η Ζωή όμως δεν έδινε δεκάρα για το πως ένοιωθαν αυτοί οι άνθρωποι.

Ένα μικρό κοριτσάκι που την παρακολουθούσε καιρό, μια μέρα πηγαίνει κοντά της και της λέει. Πως σε λένε; Ζωή της απάντησε, εσένα;  Φραουλένια της είπε το κοριτσάκι. Και που είναι το σπίτι σου; σε βλέπω κάθε μέρα να πετάς ψηλά, της είπε η Φραουλένια. Μένω σε κάποιον πλανήτη που ονομάζεται παγερός πλανήτης αλλά γιατί ρωτάς; Μα σε βλέπω να μπαίνεις σε όλα τα σπίτια και να κάνεις διάφορα, παρατήρησε η Φραουλένια. Σου αρέσει να πειράζεις έτσι τους ανθρώπους;  Και τότε με φυσικότητα της απαντάει η Ζωή, έτσι είναι η φύση μου μικρή, δεν μπορώ να την αλλάξω. Και γιατί δεν μένεις στον πλανήτη σου; βαριέμαι, δεν έχει κανένα να πειράξω εκεί. Αφού μίλησαν αρκετά περπατώντας, η Φραουλένια έφτασε σπίτι της. Η επαφή τους κράτησε δυο μήνες και την τελευταία μέρα της είπε η Φραουλένια, δεν πιστεύω να πειράξεις και εμένα καμιά φορά για να γελάσεις; Όχι της είπε εκείνη στο υπόσχομαι. Έπειτα από αυτή την συνάντηση η Φραουλένια και η Ζωή δεν ξανασυναντήθηκαν.

Πέρασαν τα χρόνια και μια μέρα η Ζωή αποφάσισε να επισκεφτεί ένα πολύ χαρούμενο σπίτι. Ήθελε να κάνει τα μαγικά της και να διασκεδάσει με τις απαίσιες πράξεις της. Πλησιάζει τότε ένα σπίτι που στην αυλή έπαιζαν δυο παιδάκια πολύ χαρούμενα με μια μπάλα. Και καθώς πήγε εκεί  κοντά, με ένα ξόρκι σηκώνει αέρα και παρασέρνει  την μπάλα. Η μπάλα τότε βγήκε έξω στο δρόμο. Το κοριτσάκι έτρεξε αμέσως να την πιάσει. Όμως πάνω στη φούρια του δεν είδε το αμάξι που ερχότανε με φόρα και έτσι το μικρό  παρασύρθηκε από το αμάξι. Η μητέρα εντωμεταξύ, όταν άκουσε το απότομο φρενάρισμα και τις φωνές, αισθάνθηκε μια βελονιά στην καρδιά. Κατάλαβε ότι κάτι κακό είχε συμβεί στα παιδιά της. Πετάγεται αμέσως έξω και βλέπει αιμόφυρτο το παιδί της.

Όταν το μεταφέρανε στο νοσοκομείο το παιδί είχε πέσει σε κώμα. Μπήκε στο χειρουργείο για πέντε ώρες και από εκεί στην εντατική. Πέρασαν πέντε μέρες και καμία βελτίωση δεν είχε. Το παιδί ζούσε με μηχανική υποστήριξη. Η μανά πάντα έξω από το δωμάτιο καθόταν όλες αυτές τις ημέρες και περίμενε με αγωνία να γίνει κάποιο θαύμα αλλά  δυστυχώς τίποτα δεν γινόταν. Ο άντρας της άδικα της έλεγε να πάει στο σπίτι να ξεκουραστεί. Αυτή δεν ήθελε να το κουνήσει από εκεί. Ένα μαύρο πέπλο θλίψης είχε χτυπήσει το άλλοτε χαρούμενο σπιτικό.

Ξαφνικά εκεί που καθόταν σκυφτή και έκλαιγε η μάνα του παιδιού, σαν κάτι να σκέφτηκε  και πετάχτηκε έξω στην αυλή φωνάζοντας. Ζωή που είσαι; εσύ μου έκανες αυτό το κακό; μου είχες υποσχεθεί ότι εμένα δεν θα με πείραζες, γιατί μου το έκανες αυτό; Η Ζωή που άκουσε το όνομα της εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά της. Έδειχνε απορημένη και την ρωτά με έκπληξη. Ποιά είσαι κοπέλα μου εσύ; γιατί κλαίς; και που ξέρεις το όνομα μου; Την ρώτησε όταν πλησίασε αρκετά. Είμαι η Φραουλένια δεν με θυμάσαι; Δεν κράτησες την υπόσχεση σου, δεν έχεις καθόλου μπέσα της είπε κλαίγοντας. Εσύ σίγουρα έβαλες το χέρι σου για να πάθει το παιδί μου αυτό το κακό. Μα δεν σε γνώρισα, μεγάλωσες τόσο και άλλαξες πολύ. Μην στεναχωριέσαι ομως θα επανορθώσω το κακό που σου έκανα, της  είπε και εξαφανίστηκε.

Η Φραουλένια τότε ξαναπήγε μέσα στο  νοσοκομείο και κάθισε έξω από το δωμάτιο. Περίμενε καρτερικά σε μια καρέκλα μέρες τώρα και είχε πάντα την ελπίδα να γίνει ένα θαύμα. Παρόλο που οι γιατροί  δεν τις έδιναν και πολλές ελπίδες εκείνη μέσα της έλπιζε.

Τις σκέψεις της Φραουλένιας τις διέκοψε μια νοσοκόμα που βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. Τι συμβαίνει; ρώτησε με αγωνία, έπαθε κάτι το παιδί μου; είπε με την ψυχή στο στόμα και έτοιμη να πέσει κάτω από την τρομάρα της.

Όχι μην ανησυχείς, συνέβη κάτι το πολύ ευχάριστο και απροσδόκητο της είπε. Το παιδί συνήλθε, άνοιξε τα ματάκια του και σε γυρεύει. Μόνο που δείχνει τρομαγμένο γιατί δεν ξέρει που βρίσκεται και κλαίει συνέχεια. Η γυναίκα τότε άρχισε να σταυροκοπιέται και να ψιθυρίζει. Σε ευχαριστώ  Ζωή μου που μου έδωσες πίσω την ευτυχία μου.

Σε δυο μέρες η Φραουλένια και το παιδί της βρισκόταν πάλι πίσω στο σπίτι τους. Όλη η οικογένεια βρισκόταν και πάλι μαζί. Παιδιά μου είπε ο πατέρας, σας έχω μια έκπληξη. Τα παιδιά πήγαν κοντά όλο περιέργεια να μάθουν τι έκπληξη ήταν. Πόσες του μηνός έχουμε σήμερα γυναίκα; είπε. Η Φραουλένια αμέσως απάντησε, πέντε Δεκεμβρίου Ωραία λέει τότε αυτός δείτε τι σας έφερα.

Ανοίγει την πόρτα του σαλονιού και βλέπουν πολλά κλειστά κιβώτια, άλλα μικρά και άλλα μεγάλα. Ελάτε να τα ανοίξουμε όλοι μαζί, αλλά με προσοχή. Έτρεξε τότε όλη η οικογένεια. Άνοιξαν πρώτα την μεγάλη κούτα και βλέπουν ένα θεόρατο δέντρο. Σήμερα θα στολίσουμε το Χριστουγεννιάτικο μας δέντρο είπε. Τα παιδιά ήταν πολύ χαρούμενα και άρχισαν να τραγουδάνε τα κάλαντα.

Τα πρόσωπα όλων έλαμπαν  από ευτυχία. Η χαρά πια είχε γυρίσει σπίτι τους ξανά. Η Ζωή έκανε το χρέος της και έφυγε ευχαριστημένη αφού κράτησε την υπόσχεση της. Έτσι και εσείς όταν σας αδικήσει η Ζωή να την φωνάξετε και να την αναγκάσετε να επανορθώσει. Με αυτό τον τρόπο θα ζήσετε εσείς καλά και εμείς καλύτερα.

Μύριαμ Κ. Ρόδος

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

polles fores oso kai na thn fwnaxeis kai na s emfanistei de mporei na epanorthwsei ...... o ponos menei ponos!